Επεισοδιακές ανακατατάξεις στα θέατρα του Παρισιού

Ερευνα, Αργυρώ Βώβου-θεατρολόγος, Οκτώβριος 2020

Την ίδια στιγμή που ο κορωνοϊός κρατά τα θέατρα σε παγκόσμιο επίπεδο κλειστά, με τις απόπειρες να καταστεί εφικτή η λειτουργία τους  να οδηγούνται σε αδιέξοδο, οι πρόσφατες σοβαρές και κρίσιμης σημασίας ανακατατάξεις στα παρισινά θέατρα δημιουργούν αντιδράσεις και διχάζουν την καλλιτεχνική κοινότητα στο Παρίσι.

Opéra national de Paris : Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΑΣΩΤΟΥ»

Χρέη καλλιτεχνικού διευθυντή της Όπερας του Παρισιού φαίνεται ότι αναλαμβάνει ο πρώην διευθυντής του COC (Canadian Opera Company) Alexander Neef. Ο Neef δεν είναι άγνωστος στον καλλιτεχνικό κόσμο της Γαλλίας αφού από το 2004 ως και το 2008 υπήρξε ο βασικός casting director της Όπερας του Παρισιού δουλεύοντας δίπλα στον Gerard Mortier. Οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί βλέπουν πολύ θετικά την επιστροφή  του με τον Christian Merlin από τη Le Figaro να υποστηρίζει ότι: «Ο Neef είναι μια πολύ σωστή επιλογή για τη θέση του διευθυντή. Για πρώτη φορά δίνεται η ευκαιρία σε έναν νέο άντρα να αναλάβει τη θέση αυτή και μάλιστα στην ακμή και όχι στη Δύση της καριέρας του […] ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα αυτής της απόφασης είναι το γεγονός ότι ο Neef λόγω της καταγωγής και της δράσης του σε Αμερική και Ευρώπη, έχει πολύπλευρες γνώσεις και ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες.» Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι γίνονται ακόμη προσπάθειες από τη μεριά του COC ώστε ο Neef να συνεχίσει να είναι ενεργός παράλληλα  και στις Όπερες του Τορόντο, μέχρι τουλάχιστον να βρεθεί αντικαταστάτης του. Ο Neef ήταν αυτός που αγωνίστηκε ώστε το Τορόντο να μεταμορφωθεί σε πηγή πνευματικής και καλλιτεχνικής καλλιέργειας, σε ένα στέκι αισθητικής και συγκίνησης για τους λάτρες της όπερας, και όχι μόνο. Ενδεικτικό της επιτυχίας του στο Τορόντο είναι το ανέβασμα της όπερας του Rufus Wainwright “Hadrian”  όπου παρουσιάζεται η ιστορία της ερωτικής σχέσης του Ρωμαίου αυτοκράτορα με τον Αντίνοο, έναν νεαρό Έλληνα.
Λίγο πριν την οριστική ανακοίνωση του ονόματος του από τους επίσημους φορείς, προς μεγάλη του έκπληξη, ο Neef πραγματοποίησε μια συνομιλία διάρκειας 45 λεπτών με τον πρόεδρο Emmanuel Macron κατά τη διάρκεια της οποίας δέχθηκε πολλές ερωτήσεις για τα σχέδια του σχετικά με τη διαχείριση της Όπερας. Με την εμπιστοσύνη και τη στήριξη όλης της καλλιτεχνικής κοινότητας του Παρισιού, αναλαμβάνει καθήκοντα το φθινόπωρο του 2020, σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα δηλαδή από την προβλεπόμενη έναρξη της θητείας του. Ο Neef όπως λέει αντιμετωπίζει με «σεβασμό και υπευθυνότητα» την θέση που του εμπιστεύτηκαν σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον πολιτισμό και τον κόσμο. Προτεραιότητα του είναι η ανάδειξη των έργων όπερας του 21ου αιώνα η οποία θα συμπορεύεται με την παρουσίαση ξεχασμένων ή παραμελημένων έργων του κλασικού και γαλλικού ρεπερτορίου. Έργα τα οποία θα έρθουν στο φως προκειμένου να είναι φανερά πια τα δομικά στοιχεία που οικοδομούν την καλλιτεχνική ταυτότητα της Γαλλίας.

Théâtre du Châtelet : ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΦΕΥΓΕΙ

Για δυο ολόκληρα χρόνια το ιστορικό Théâtre du Châtelet παρέμεινε κλειστό προκειμένου να ανακαινιστεί υπό τις υποδείξεις της Βρετανίδας Ruth Mackenzie που ανέλαβε χρέη καλλιτεχνικής διευθύντριας το 2017. Η Mackenzie δήλωνε αποφασισμένη να προβεί σε ανανεωτικές αλλαγές τόσο στο χώρο όσο και στον καλλιτεχνικό προσανατολισμό του Châtelet δίχως να αλλοιωθεί η ιστορική ιδιαιτερότητα του θεάτρου, οραματιζόμενη  «ένα θέατρο ακτιβιστών». Στόχος της ήταν η σκηνή του Châtelet η οποία λειτουργεί από το 1862, να αναγεννηθεί και να παρουσιάζει ένα ρεπερτόριο που απευθύνεται σε όλους, είναι προσιτό και όχι προσκολλημένο στις στεγανοποιημένες προσδοκίες μιας ελίτ.
Οι εντυπώσεις του τύπου ήταν συγκρατημένες ως προς τον νεωτερισμό της Mackenzie  όταν το 2019 το Théâtre du Châtelet παρουσίασε την παραγωγή “Les Justes”  ένα ραπ μιούζικαλ βασισμένο στην εργογραφία του Καμύ και σε σκηνοθετική επεξεργασία του Abd Al Malik. Σταδιακά, οι κριτικοί άρχισαν να κατακρίνουν τις προτάσεις της με βασικό επιχείρημα ότι η ιδεολογία της ασκούσε μια ισοπεδωτικά διαβρωτική επίδραση στο Théâtre du Châtelet ικανή να πλήξει, ακόμη και να αμαυρώσει την ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα του. Η εφημερίδα Le Figaro χαρακτήρισε την εναρκτήρια δράση του θεάτρου με τίτλο “PARADE” επιφανειακή και απογοητευτική ενώ ακόμη και το πολυαναμενόμενο “DAU” μια μεγάλη παραγωγή η ανακοίνωση της οποίας δημιούργησε υψηλές προσδοκίες θεωρήθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών «φιάσκο» με την Ariane Bavelier να το θεωρεί ως το ιδανικότερο «υπόδειγμα ανοργανωσιάς και βαρεμάρας». Φυσικά, υπήρξαν και υποστηρικτικά σχόλια εστιασμένα όχι μόνο στην αρτιότητα του ρεπερτορίου και στο περιεχόμενο του αλλά και στην όπως φαίνεται γενναία προσπάθεια της Mackenzie να κρατήσει το Théâtre du Châtelet μακριά από έναν ενδεχόμενο καλλιτεχνικό μαρασμό. Είναι αυτονόητο άλλωστε ότι η τόλμη και η καινοτομία στις προτάσεις αίρει την καλλιτεχνική στασιμότητα και την ακινησία οδηγώντας μέσα από το καινούργιο, στην εξέλιξη και την πολιτισμική πρόοδο.
Τέλη Αυγούστου του 2020, την ώρα που οι συζητήσεις για το άνοιγμα των θεάτρων και οι προσπάθειες επαναλειτουργίας τους  μετά από την παύση τους λόγω covid  είναι σε εξέλιξη, η Mackenzie ύστερα από μια σειρά τηλεδιασκέψεων και μια επιστολή ενημερώνεται για την απόλυση της από το Théâtre du Châtelet. Η επίσημη ανακοίνωση έκανε λόγο για αντισυναδελφική συμπεριφορά εκ μέρους της καθ’ όλη τη διάρκεια του lockdown  και για όσο διάστημα το θέατρο παραμένει κλειστό. Η Mackenzie από τη δική της πλευρά κάνει λόγο για ξενοφοβικά σχόλια σε βάρος της από σημαντικά στελέχη του Châtelet καθώς και ότι αντιμετώπισε σε όλη τη διάρκεια της θητείας της αρνητισμό και αμφισβήτηση για τις ιδέες και τις προτάσεις της. Η ίδια υποστήριξε για ακόμη μια φορά ότι οι αλλαγές που πραγματοποίησε αλλά και όσα δεν πρόλαβε ακόμη να υλοποιήσει στόχευαν στη δημιουργία ενός θεάτρου «ακτιβιστών» ενός θεάτρου «της πόλης» «προσιτό σε όλους τους κατοίκους της.»  συμπληρώνοντας ότι σκοπεύει να συμβουλευτεί δικηγόρους ώστε να εξακριβώσει κατά πόσο είναι νόμιμη η απόλυση της. Οι αντιδράσεις από τον τύπο και την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού είναι πολυποίκιλες στο άκουσμα της απομάκρυνσης της Mackenzie με τους δημοσιογράφους να διχάζονται ξανά. Αξίζει να σχολιαστεί επίσης το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτή συμπίπτει χρονικά με την απόφαση της Όπερας του Παρισιού να ορίσει διευθυντή της τον Alexander Neef, καθώς και να του εμπιστευτεί καθήκοντα αρκετούς μήνες νωρίτερα από την επίσημη έναρξη της θητείας του με διθυραμβικές αντιδράσεις τόσο από τον τύπο όσο και από τους καλλιτεχνικούς κύκλους που φαίνονται ιδιαίτερα υποστηρικτικοί ως προς τον οραματισμό τις θέσεις και τα σχέδια του.
Ο βασικός πυρήνας προβληματισμού είναι φυσικά  ο εξής: Είναι άραγε δίκαιο μια γυναίκα σε θέση ισχύος και προερχόμενη από άλλη χώρα να δέχεται πυρά και να στηλιτεύεται στην προσπάθεια της να δώσει μια νέα πνοή, μια «ακτιβιστική» χροιά στην καλλιτεχνική ταυτότητα του θεάτρου Châtelet, και τελικά να απολύεται την ίδια στιγμή που οι δημοσιογράφοι και η καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού υποδέχονται τον Neef  μετά Βαϊων και κλάδων;

Scroll to top