Girl From the North Country, ένα Jukebox musical

Ένα έθνος καταρρακωμένο. Αποταμιεύσεις μιας ζωής εξαφανισμένες σε μια νύχτα. Το σπίτι που νόμιζες ότι θα ζεις για πάντα δεν υπάρχει πια. Οι άνθρωποι αντί να έρχονται σε επαφή , έρχονται σε σύγκρουση, ακόμη και μέλη της ίδιας οικογενείας. Και ο χειμώνας φαίνεται ατελείωτος.

Αυτή είναι η οπτική του Ιρλανδού δραματουργού  Connor McPherson, από το Ντουλούθ της Μινεσότα του 1934, όπως το συνοψίζει στο βαθύτατα όμορφο  “Girl From the North Country,”  (Το κορίτσι από τα Βόρεια)). Το έργο θα ήταν άλλος ένας τίτλος στους χιλιάδες της αμερικάνικης κινηματογραφικής παραγωγής, αν δεν ήταν βασισμένο σε παλιά τραγούδια του Bob Dylan.  Θα νομίζετε ότι μια τόσο σκληρή οπτική ενός Αμερικάνικου χθες μοιάζει και χωράει τόσο άβολα σε ένα κοντινό αύριο.  Ποιος θα ήθελε να κοιτάξει μέσα σε ένα τόσο σκοτεινό καθρέπτη.

Το έργο έκανε πρεμιέρα μερικές μέρες πριν στο Belasco Theater  υπό την αστραφτερή σκηνοθεσία του McPherson’s και παρόλο που αυτή η παραγωγή , περιγράφει  την περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης με υπερβολικά αρνητική γλαφυρότητα, ωστόσο είναι το απόλυτα αντίθετο της κατάθλιψης.  Και αυτό γιατί ο McPherson αφουγκράζεται την Αμερική που τραγουδάει μέσα στο σκοτάδι. Και οι φωνές της φωτίζουν την νύχτα με μια θεϊκή ακτινοβολία.

Το “Girl From the North Country,” είναι μια μίξη φαινομενικά ασύνδετων στοιχείων που μιλάει την δική του γλώσσα και ρέει αβίαστα και μάλιστα σε εδάφη αχαρτογράφητα για τα ήθη του Broadway.  Τεχνικά , θα έλεγε κανείς ότι ανήκει σε ένα είδος που αποκαλούν στο Broadway: the jukebox musical, διότι βασίζεται σε  λίστες γνωστών ηχογραφήσεων καλλιτεχνών σαν λόγια κειμένου.

Tony Soulié και πάλι στην γκαλερί Envie d’art

Ερευνα Αθηνά Χατζηαθανασίου

O Tony Soulié  γεννήθηκε στο Παρίσι το 1955. Εικαστικός, περφόρμερ και φωτογράφος, θεωρείται από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της γενιάς του, με εκθέσεις του να παρουσιάζονται σε μουσεία και ιδρύματα στη Γαλλία, αλλά και διεθνώς, σε Ιαπωνία, Κορέα, σε Βόρεια και Νότια Αμερική.

Το έργο του θέτει ερωτήματα για την ίδια την ουσία της ζωγραφικής ως μορφή αναπαράστασης και για τη σχέση της εικόνας με το χώρο και το χρόνο.

Το 1987 ο Tony Soulié βραβεύτηκε με το βραβείο “Villa-Medicishorslesmurs»  από τη Γαλλική Ακαδημία στη Ρώμη κι έτσι, με τη φήμη του να εξαπλώνεται στην Ιταλία, άρχισε να δουλεύει εικαστικές εγκαταστάσεις και land-art στο ηφαίστειο του Βεζούβιου. Πίνακες από φωτογραφίες από χώρες της Αφρικής, γλυπτική με γυαλί Μουράνο, καμία μορφή τέχνης δεν είναι απροσπέλαστη για τον Tony Soulié.

Στην τελευταία του αυτή έκθεση πλησιάζει την ηρεμία των λουλουδιών και της φύσης.

Ritu Kumar η Μόδα για Ινδικά παλάτια

Ερευνα Μίκα Πανάγου

Το όνομα Ritu Kumar δεν λέει τίποτα για τους Έλληνες σχεδιαστές και όλους όσους περί την μόδα τυρβάζοντες.  Εάν όμως κανείς βρεθεί στον οίκο Christies θα δει το βιβλίο της “Costume and textiles of Royal India” που κοσμεί τις εκδόσεις του.

Η Ritu Kumar είναι η σχεδιάστρια με την μεγαλύτερη αποδοχή στην Ινδία. Η γνώση της των υφασμάτων και της επεξεργασίας τους είναι μοναδική. Η επιτυχία της να φέρει κοντά και να συνδυάσει την παραδοσιακή ινδική τέχνη και τις  παραδοσιακές φορεσιές με τις μοντέρνες φόρμες της μόδας σήμερα, την αναδεικνύουν εδώ και πολλά χρόνια ως μια επιτυχημένης  σχεδιάστρια και επιχειρηματία.
Ξεκίνησε το 1969 με όλο κι όλο τέσσερις χειροποίητες σφραγίδες υφάσματος και δύο τραπέζια σε ένα μικρό χωριό κοντά στην Καλκούτα. Σήμερα έχει 55 Καταστήματα λιανικής πώλησης σε όλη τη χώρα.
Οι κολεξιόν της είναι πραγματικά υψηλής αισθητικής καθώς κατάφερε να συνδυάσει τα ινδικά μοτίφ, σχέδια και κεντήματα με τις δυτικές σιλουέτες.
Με σπουδές στην ιστορία της τέχνης και στην Μουσειολογία και ενώ πέρασε την παιδική της ηλικία στα ήρεμα βουνά της Σίμλα, πήγε στο Δελχί για τις ανώτερες  σπουδές όπου συνάντησε το μελλοντικό της σύζυγο.   
Η οικογένεια της πίστευε ότι οι γυναίκες έπρεπε να σπουδάζουν και να είναι ανεξάρτητες αντίθετα με τα επίσημα ήθη της Ινδίας του ‘60. Έτσι σπούδασε στο Lady Irwin college στο Δελχί το 1964 και μετά πήρε υποτροφία στη Νέα Υόρκη στο Briarcliff college όπου έκανε ιστορία της Τέχνης. Τα σάρι της από πολυτελή υφάσματα και εκπληκτικά κεντήματα αναδεικνύουν την μοναδικότητα τους με τον απόλυτο (και επιτυχημένο) συνδυασμό του παραδοσιακού κλασικού ινδικού πολιτισμού και των σημερινών στοιχείων της μόδας.

Θέατρα κλειστά, βραβεία Tony μελαγχολικά

Στη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο, κορίτσια με σορτς και businessmen με λεπτά σακάκια τρώνε το μεσημέρι στο Central Park. Τουρίστες φωτογραφίζονται με κοντομάνικα και καπέλα «I love New York» με φόντο το Άγαλμα της Ελευθερίας. Κάποιοι Νεοϋορκέζοι λιάζονται στη Μύκονο ή στην Ανάφη. Ενώ στο Radio City Music Hall, το αμερικάνικο θέατρο φοράει τα καλά του και υπέρλαμπρο, εμφανίζεται μπροστά σε κοινό και κριτικές επιτροπές για ένα πολυπόθητο βραβείο Tony. Κι αν ,φέτος, ο Ιούνιος βρήκε τους Νεοϋορκέζους στα σπίτια τους και το Άγαλμα της Ελευθερίας μακριά από τα φωτογραφικά φλας, το θέατρο επιχειρεί αποφασιστικά να εγκαταλείψει το λαγούμι το, ανακοινώνοντας τις υποψηφιότητες για τα φετινά αναβληθέντα βραβεία Tony. Ενώ ανακοινώνει παράλληλα πως η αναβολή δεν ήταν παρά πρόσκαιρο σημάδι αβέβαιων καιρών και πως η τελετή θα λάβει χώρα διαδικτυακά κατά την διάρκεια του χειμώνα.

Με τις υποψηφιότητες να ανακοινώνονται στις 15 Οκτωβρίου ,και να λαμβάνουν για φέτος υπ’ όψιν τους μόνο όσες παραστάσεις έκαναν την πρεμιέρα τους έως τον Φεβρουάριο του 2020, οι παραστάσεις που σέρνουν την κούρσα των βραβείων στην κατηγορία του καλύτερου μιούζικαλ είναι το «Jagged Little Peel» και το «Moulin Rouge! The Musical». Το πρώτο, βασισμένο σε τραγούδια της Alanis Morissette εκκινώντας από μία φαινομενικά αγία αμερικανική οικογένεια εμπλέκει στα αστικά της δίχτυα μία ιστορία βιασμού, ενός εθισμού στα ναρκωτικά και κάποιων ενδοσυζυγικών τριγμών. Και με χειρουργική ακρίβεια την ανατέμνει ,αναπόδραστα, στα εξ’ων (κακώς) συνετέθη.  Ενώ, το δεύτερο, το «Moulin Rouge! The Musical» έδωσε νέα θεατρική πνοή στα μοιραία πάθη του πολυαγαπημένου κλασικού μιούζικαλ.

Στην κατηγορία, τώρα, του νέου θεατρικού έργου η παράσταση «Slave Play»του νεαρού συγγραφέα Jeremy O. Harris και το «Inheritance» του Matthew Lopez υποδέχονται τους προβολείς των θεατρικών βραβείων Tony. Το «Slave Play» λαμβάνοντας τον τίτλο του πλέον προκλητικού έργου του περσινού Broadway, με χρονικό φόντο τον 19ο αιώνα, επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα των διαφυλετικών σχέσεων μέσα από μια σειρά σεξουαλικών παιχνιδιών ανάμεσα στα μέλη «μικτών» ζευγαριών. Ενώ, το «Inheritance» χάρισε στο Broadway μια σύγχρονη εκδοχή του «Howards End» του E. M. Forster μεταφέροντας την αναζήτηση ταυτότητας, κοινότητας και –εν τέλει- σπιτιού τριών γενεών γκέι ανδρών στην Νέα Υόρκη του 20ου και 21ου αιώνα.

Το Broadway βραβεύοντας, κάθε χρόνο, τις αναβιώσεις και διασκευές κλασικών έργων, μοιάζει να βρίσκει τον φετινό ιδανικό υποψήφιο του στην παράσταση «A soldier’s play», διασκευή του ομότιτλου έργου του Charles Fuller. Το έργο μας μεταφέρει στο 1944, στην στρατιωτική βάση της Λουϊζιάνα και στον φόνο ενός μαύρου λοχία. Ξεκινώντας, λοιπόν, από την αγωνιώδη αναζήτηση του δολοφόνου εμπλουτίζει την κλασική φόρμα του who dunit με καίρια σχόλια για την ρατσιστική αλλοτρίωση του δυτικού κόσμου και την ενσωμάτωση των εθνικιστικών διδαγμάτων.

Αναφορικά με τα βραβεία ερμηνειών, στις υποψηφιότητες των ανδρών θα βρει κανείς τους Χολιγουντιανούς αστέρες Jake Gyllenhaal για την παράσταση «Sea Wall/ALife» και Tom Hiddleston για την πρόσφατη διασκευή του «Betrayal» του Χάρολντ Πίντερ. Αλλά και τους πρωταγωνιστές του «Inheritance», Andrew Burnap, και του «A soldier’s play»,Blair Underwood.

Στις γυναίκες, το Χόλυγουντ εκπροσωπεί η Laura Liney για την ερμηνεία της στην παράσταση «My Name is Lucy Barton». Ενώ και η πρωταγωνίστρια του «Inheritance», Joaquina Kalukango, βρέθηκε υποψήφια σε αυτή την κατηγορία.

Στις υπόλοιπες κατηγορίες ερμηνειών, σε μιούζικαλ και σε θεατρικό έργο (εκτός μιούζικαλ) τις υποψηφιότητες μονοπωλούν οι πρωταγωνιστές των ««Jagged Little Peel», «Moulin Rouge! The Musical», «A soldier’s play», «Inheritance»και «Slave  Play». Τέλος, το ίδιο συμβαίνει στις κατηγορίες της σκηνογραφίας, των κοστουμιών και του φωτισμού.

Με τα θέατρα του Broadway να παραμένουν κλειστά από τον Μάρτιο και να συνεχίζουν, σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις, να κρατάνε κατεβασμένα τα ρολά τους τουλάχιστον μέχρι και τον Μάιο του 2021, η ίδια η θεατρική σάρκα και ψυχή μοιάζει να προσπαθεί να βγει ξανά στην επιφάνεια. Ακόμα και χωρίς πρόβες, ακόμα και χωρίς φιλιά στα καμαρίνια, ακόμα και χωρίς σφηνάκια πριν την παράσταση και κρασιά μετά. Έστω με βραβεία, κόκκινα χαλιά και πανάκριβα φορέματα.

Να σας συστήσω τον Anthony Chen

Στην Αθήνα λίγο πριν την λήξη της –δύσκολης- φετινής θερινής κινηματογραφικής σεζόν, στην μεγάλη οθόνη έκανε την εμφάνιση του ένα μικρό κινηματογραφικό διαμάντι, το «Wet Season». Και αποφασισμένο να μας χαρίσει ένα σινεφιλικό ταξίδι στην Σιγκαπούρη, μας γνώρισε έναν ταλαντούχο 36χρονο σκηνοθέτη, τον Anthony Chen. Αφηγούμενος, λοιπόν, την ιστορία μιας σχέσης καθηγήτριας-μαθητή που ισορροπεί ανάμεσα στην τρυφερότητα, την γονική αγάπη και τον ερωτισμό μας έκανε να ανατρέξουμε στα κινηματογραφικά μας τετράδια αναζητώντας το σκηνοθετικό του παρελθόν. Ενώ, χαρίζοντας μας μία «πρέζα» καθημερινότητας της Σιγκαπούρης μας έκανε να ανατρέξουμε στα κοινωνικοπολιτικά μας τετράδια αναζητώντας το πολιτισμικό της παρόν.  

Στην Σιγκαπούρη, λοιπόν, 1 στους 6 ντόπιους έχει καταθέσεις εκατομμυρίων δολαρίων στην τράπεζα. Στην Σιγκαπούρη, εργάτες από την Ινδία και το Μπαγκλαντές ζούνε ανά εικοσάδες σε ένα δωμάτιο. 

Η Σιγκαπούρη είναι ένας από τους δημοφιλέστερους φορολογικούς παραδείσους. Στην Σιγκαπούρη απαγορεύονται οι διαδηλώσεις χωρίς την άδεια της αστυνομίας.

Η Σιγκαπούρη ήταν η ακριβότερη πόλη στον κόσμο το 2016 και το 2018. Στην Σιγκαπούρη απαγορεύονται οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών.

Ο Antony Chen, με την τελευταία του ταινία, «Wet Season», μας ταξιδεύει σε μία χώρα όπου οι άνθρωποι παντρεύονται, αλλά δεν ερωτεύονται. Θέλουν να κάνουν παιδιά, αλλά δεν θέλουν να κάνουν έρωτα. Θέλουν να μιλήσουν την τοπική τους γλώσσα, αλλά μιλάνε Αγγλικά. Είναι από την Μαλαισία, αλλά πιο πολύ θέλουν να είναι από την Σιγκαπούρη. Στην ιστορία μας, λοιπόν, μια ενήλικη γυναίκα παγιδευμένη σε έναν συμβατικό γάμο επιδιώκει να εξαντλήσει κάθε μέσο προκειμένου να αποκτήσει παιδί. Ένας μαθητής σε ένα συμβατικό σχολείο επιδιώκει να εξαντλήσει κάθε μέσο προκειμένου να μάθει Κινέζικα. Μαθητής και γυναίκα θα συναντηθούν σε μάθημα ενισχυτικής διδασκαλίας και ό,τι ξεκινάει σαν μια αναγκαία γονική φροντίδα εξελίσσεται σε ένα εφηβικό πάθος που ζητάει ανταπόκριση. Μια ανταπόκριση που θα βρεθεί, τελικά, στο μοίρασμα της κοινής μοναξιάς και στην ανακάλυψη της αυτοεκτίμησης.  

Ανακαλύπτοντας πως η ιστορία της τρυφερής αυτής σχέσης σε μια βροχερή ,πλην τεχνολογικά προηγμένη και ιδιαζόντως εύπορη, Σιγκαπούρη είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του 36χρονου Anthony Chen, το κινηματογραφικό μας ταξίδι σε μία χώρα και σ’ έναν δημιουργό αποδείχτηκε σύντομο, γοητευτικό και πολλά υποσχόμενο. Με την πρώτη, λοιπόν, μεγάλου μήκους ταινία του, η οποία απέσπασε την «Χρυσή Κάμερα» στο Φεστιβάλ των Καννών το 2014, ο Anthony Chen απομακρύνεται από τεχνολογικά επιτεύγματα κι απαστράπτοντα σπίτια, μένοντας, όμως, πιστός  σε μύχιες επιθυμίες και ανούσιες συμβάσεις. Η ιστορία που αφηγείται, εδώ, ακολουθεί μία γυναίκα από τις Φιλιππίνες η οποία εργάζεται ως νταντά ενός ανήσυχου εφήβου στην Σιγκαπούρη των ‘90’s. Η οικονομική, όμως, κρίση που απλώθηκε αιφνίδια στην Ασία καθ’ όλη εκείνη την δεκαετία, θα δημιουργήσει οικογενειακές ανακατατάξεις. Και η «μπάλα» της οικονομικής ανέχειας θα πάρει και την τρυφερή σχέση ανάμεσα στον έφηβο και την νταντά.   

Τελικά, εδώ, έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό- καθολικό ανατόμο της ανθρώπινης μοναξιάς  και ταυτόχρονα πολίτη μίας χώρας-ζωντανής απόδειξης πως ό,τι λάμπει δεν είναι ,επ’ ουδενί, χρυσός. Και με έναν πραγματικό καλλιτέχνη που ξέρει να στηλιτεύει υπόγεια τα κακώς κείμενα και να σπέρνει τα κινηματογραφικά του ζιζάνια εκεί ακριβώς που (πρέπει να) τον σπέρνουν.

Τα βέλη του Απόλλωνα… μας λάβωσαν

Ανάμεσα στα βιβλία που μνημονεύουν οι New York times διακρίνουμε και ένα βιβλίο ενός Έλληνα επιστήμονα που δεν τον ξέραμε μέχρι αυτή τη στιγμή. Είναι ο γιατρός και κοινωνιολόγος Νίκος Χριστάκης.

Ο τίτλος “Apollo’s arrow” μας παραξενεύει. Πολύ περισσότερο που το βιβλίο αναφλερεται στον Covid-19.

Αλλά πριν ρίξουμε μια ματιά ας πάμε να δούμε τι έκανε ο Απόλλων στους Έλληνες στην Τροία για να μπορέσουμε να δώσουμε μια εξήγηση στον τίτλο του βιβλίου. Και τι δεν έκανε θα μου πουν οι φιλόλογοι μια που ο Φοίβος ούτε για μια στιγμή δεν υποστήριξε τους Αχαιούς. Αλλά στην Α Ραψωδία ο Δημήτρης Μαρωνίτης μεταφράζει απολαυστικά:

Τρομαχτική η κλαγγή του αργυρού του τόξου ακούστηκε
Πρώτα τις μούλες τόξεψε, τα γρήγορα μετά σκυλιά
Τέλος επάνω τους τα αιχμηρά του βέλη ρίχνει
Τους εξόντωνε. Φλόγιζαν οι φωτιές για τους νεκρούς αδιάκοπα.
Μέρες εννιά τα βέλη του θεού στόχευαν το στρατό…
 Α 49-53 (μτφρ. Δ.Ν.Μαρωνίτης)

Α, μάλιστα κατάλαβα την σύγκριση: Σαν το Απόλλωνα και αυτός ο Covid-19 εξοντώνει με τα αόρατα βέλη τους Αχαιούς του πλανήτη και αν σκεφτούμε τα convoy με τους νεκρούς του Μπέργκαμο (και όχι μόνο) δεν είμαστε και πολύ μακριά από το «Φλόγιζαν οι φωτιές για τους νεκρούς αδιάκοπα»

Κατά τα άλλα με τις 368 σελίδες του, το βιβλίο έρχεται να προστεθεί στα πάμπολλα άλλα βιβλία που ξεφυτρώνουν σε όλο τον κόσμο με θέμα τον covid-19. Η έρευνα και η προσέγγιση του Χριστάκη απλώνεται παντού αλλά το βάθος της δεν είναι και πολύ μεγάλο. Μας θυμίζει τι έγινε στα αρχικά στάδια στις ΗΠΑ και στην Κίνα, τις ανεπαρκείς πρώτες αντιδράσεις, μας θυμίζει τις άλλες πανδημίες της ιστορίας, ιδιαίτερα την «πολυτραγουδισμένη» του 1918 και του Sars 2003, τα lockdown και τις κοινωνικές επιπτώσεις, τις αντιθέσεις και την σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αντίπαλες αξίες της υγείας και των ατομικών ελευθεριών και τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που δυστυχώς θα μείνουν και θα σημαδέψουν και την μετά covid εποχή.

APOLLO’S ARROW
The Profound and Enduring
Impact of Coronavirus on the Way We Live
By Nicholas A. Christakis
εκδόσεις Little, Brown Spark.

Επεισοδιακές ανακατατάξεις στα θέατρα του Παρισιού

Ερευνα, Αργυρώ Βώβου-θεατρολόγος, Οκτώβριος 2020

Την ίδια στιγμή που ο κορωνοϊός κρατά τα θέατρα σε παγκόσμιο επίπεδο κλειστά, με τις απόπειρες να καταστεί εφικτή η λειτουργία τους  να οδηγούνται σε αδιέξοδο, οι πρόσφατες σοβαρές και κρίσιμης σημασίας ανακατατάξεις στα παρισινά θέατρα δημιουργούν αντιδράσεις και διχάζουν την καλλιτεχνική κοινότητα στο Παρίσι.

Opéra national de Paris : Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΑΣΩΤΟΥ»

Χρέη καλλιτεχνικού διευθυντή της Όπερας του Παρισιού φαίνεται ότι αναλαμβάνει ο πρώην διευθυντής του COC (Canadian Opera Company) Alexander Neef. Ο Neef δεν είναι άγνωστος στον καλλιτεχνικό κόσμο της Γαλλίας αφού από το 2004 ως και το 2008 υπήρξε ο βασικός casting director της Όπερας του Παρισιού δουλεύοντας δίπλα στον Gerard Mortier. Οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί βλέπουν πολύ θετικά την επιστροφή  του με τον Christian Merlin από τη Le Figaro να υποστηρίζει ότι: «Ο Neef είναι μια πολύ σωστή επιλογή για τη θέση του διευθυντή. Για πρώτη φορά δίνεται η ευκαιρία σε έναν νέο άντρα να αναλάβει τη θέση αυτή και μάλιστα στην ακμή και όχι στη Δύση της καριέρας του […] ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα αυτής της απόφασης είναι το γεγονός ότι ο Neef λόγω της καταγωγής και της δράσης του σε Αμερική και Ευρώπη, έχει πολύπλευρες γνώσεις και ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες.» Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι γίνονται ακόμη προσπάθειες από τη μεριά του COC ώστε ο Neef να συνεχίσει να είναι ενεργός παράλληλα  και στις Όπερες του Τορόντο, μέχρι τουλάχιστον να βρεθεί αντικαταστάτης του. Ο Neef ήταν αυτός που αγωνίστηκε ώστε το Τορόντο να μεταμορφωθεί σε πηγή πνευματικής και καλλιτεχνικής καλλιέργειας, σε ένα στέκι αισθητικής και συγκίνησης για τους λάτρες της όπερας, και όχι μόνο. Ενδεικτικό της επιτυχίας του στο Τορόντο είναι το ανέβασμα της όπερας του Rufus Wainwright “Hadrian”  όπου παρουσιάζεται η ιστορία της ερωτικής σχέσης του Ρωμαίου αυτοκράτορα με τον Αντίνοο, έναν νεαρό Έλληνα.
Λίγο πριν την οριστική ανακοίνωση του ονόματος του από τους επίσημους φορείς, προς μεγάλη του έκπληξη, ο Neef πραγματοποίησε μια συνομιλία διάρκειας 45 λεπτών με τον πρόεδρο Emmanuel Macron κατά τη διάρκεια της οποίας δέχθηκε πολλές ερωτήσεις για τα σχέδια του σχετικά με τη διαχείριση της Όπερας. Με την εμπιστοσύνη και τη στήριξη όλης της καλλιτεχνικής κοινότητας του Παρισιού, αναλαμβάνει καθήκοντα το φθινόπωρο του 2020, σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα δηλαδή από την προβλεπόμενη έναρξη της θητείας του. Ο Neef όπως λέει αντιμετωπίζει με «σεβασμό και υπευθυνότητα» την θέση που του εμπιστεύτηκαν σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον πολιτισμό και τον κόσμο. Προτεραιότητα του είναι η ανάδειξη των έργων όπερας του 21ου αιώνα η οποία θα συμπορεύεται με την παρουσίαση ξεχασμένων ή παραμελημένων έργων του κλασικού και γαλλικού ρεπερτορίου. Έργα τα οποία θα έρθουν στο φως προκειμένου να είναι φανερά πια τα δομικά στοιχεία που οικοδομούν την καλλιτεχνική ταυτότητα της Γαλλίας.

Théâtre du Châtelet : ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΦΕΥΓΕΙ

Για δυο ολόκληρα χρόνια το ιστορικό Théâtre du Châtelet παρέμεινε κλειστό προκειμένου να ανακαινιστεί υπό τις υποδείξεις της Βρετανίδας Ruth Mackenzie που ανέλαβε χρέη καλλιτεχνικής διευθύντριας το 2017. Η Mackenzie δήλωνε αποφασισμένη να προβεί σε ανανεωτικές αλλαγές τόσο στο χώρο όσο και στον καλλιτεχνικό προσανατολισμό του Châtelet δίχως να αλλοιωθεί η ιστορική ιδιαιτερότητα του θεάτρου, οραματιζόμενη  «ένα θέατρο ακτιβιστών». Στόχος της ήταν η σκηνή του Châtelet η οποία λειτουργεί από το 1862, να αναγεννηθεί και να παρουσιάζει ένα ρεπερτόριο που απευθύνεται σε όλους, είναι προσιτό και όχι προσκολλημένο στις στεγανοποιημένες προσδοκίες μιας ελίτ.
Οι εντυπώσεις του τύπου ήταν συγκρατημένες ως προς τον νεωτερισμό της Mackenzie  όταν το 2019 το Théâtre du Châtelet παρουσίασε την παραγωγή “Les Justes”  ένα ραπ μιούζικαλ βασισμένο στην εργογραφία του Καμύ και σε σκηνοθετική επεξεργασία του Abd Al Malik. Σταδιακά, οι κριτικοί άρχισαν να κατακρίνουν τις προτάσεις της με βασικό επιχείρημα ότι η ιδεολογία της ασκούσε μια ισοπεδωτικά διαβρωτική επίδραση στο Théâtre du Châtelet ικανή να πλήξει, ακόμη και να αμαυρώσει την ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα του. Η εφημερίδα Le Figaro χαρακτήρισε την εναρκτήρια δράση του θεάτρου με τίτλο “PARADE” επιφανειακή και απογοητευτική ενώ ακόμη και το πολυαναμενόμενο “DAU” μια μεγάλη παραγωγή η ανακοίνωση της οποίας δημιούργησε υψηλές προσδοκίες θεωρήθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών «φιάσκο» με την Ariane Bavelier να το θεωρεί ως το ιδανικότερο «υπόδειγμα ανοργανωσιάς και βαρεμάρας». Φυσικά, υπήρξαν και υποστηρικτικά σχόλια εστιασμένα όχι μόνο στην αρτιότητα του ρεπερτορίου και στο περιεχόμενο του αλλά και στην όπως φαίνεται γενναία προσπάθεια της Mackenzie να κρατήσει το Théâtre du Châtelet μακριά από έναν ενδεχόμενο καλλιτεχνικό μαρασμό. Είναι αυτονόητο άλλωστε ότι η τόλμη και η καινοτομία στις προτάσεις αίρει την καλλιτεχνική στασιμότητα και την ακινησία οδηγώντας μέσα από το καινούργιο, στην εξέλιξη και την πολιτισμική πρόοδο.
Τέλη Αυγούστου του 2020, την ώρα που οι συζητήσεις για το άνοιγμα των θεάτρων και οι προσπάθειες επαναλειτουργίας τους  μετά από την παύση τους λόγω covid  είναι σε εξέλιξη, η Mackenzie ύστερα από μια σειρά τηλεδιασκέψεων και μια επιστολή ενημερώνεται για την απόλυση της από το Théâtre du Châtelet. Η επίσημη ανακοίνωση έκανε λόγο για αντισυναδελφική συμπεριφορά εκ μέρους της καθ’ όλη τη διάρκεια του lockdown  και για όσο διάστημα το θέατρο παραμένει κλειστό. Η Mackenzie από τη δική της πλευρά κάνει λόγο για ξενοφοβικά σχόλια σε βάρος της από σημαντικά στελέχη του Châtelet καθώς και ότι αντιμετώπισε σε όλη τη διάρκεια της θητείας της αρνητισμό και αμφισβήτηση για τις ιδέες και τις προτάσεις της. Η ίδια υποστήριξε για ακόμη μια φορά ότι οι αλλαγές που πραγματοποίησε αλλά και όσα δεν πρόλαβε ακόμη να υλοποιήσει στόχευαν στη δημιουργία ενός θεάτρου «ακτιβιστών» ενός θεάτρου «της πόλης» «προσιτό σε όλους τους κατοίκους της.»  συμπληρώνοντας ότι σκοπεύει να συμβουλευτεί δικηγόρους ώστε να εξακριβώσει κατά πόσο είναι νόμιμη η απόλυση της. Οι αντιδράσεις από τον τύπο και την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού είναι πολυποίκιλες στο άκουσμα της απομάκρυνσης της Mackenzie με τους δημοσιογράφους να διχάζονται ξανά. Αξίζει να σχολιαστεί επίσης το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτή συμπίπτει χρονικά με την απόφαση της Όπερας του Παρισιού να ορίσει διευθυντή της τον Alexander Neef, καθώς και να του εμπιστευτεί καθήκοντα αρκετούς μήνες νωρίτερα από την επίσημη έναρξη της θητείας του με διθυραμβικές αντιδράσεις τόσο από τον τύπο όσο και από τους καλλιτεχνικούς κύκλους που φαίνονται ιδιαίτερα υποστηρικτικοί ως προς τον οραματισμό τις θέσεις και τα σχέδια του.
Ο βασικός πυρήνας προβληματισμού είναι φυσικά  ο εξής: Είναι άραγε δίκαιο μια γυναίκα σε θέση ισχύος και προερχόμενη από άλλη χώρα να δέχεται πυρά και να στηλιτεύεται στην προσπάθεια της να δώσει μια νέα πνοή, μια «ακτιβιστική» χροιά στην καλλιτεχνική ταυτότητα του θεάτρου Châtelet, και τελικά να απολύεται την ίδια στιγμή που οι δημοσιογράφοι και η καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού υποδέχονται τον Neef  μετά Βαϊων και κλάδων;

Οι πρόεδροι και ο φλογερός τους έρωτας για τα ΜΜΕ

Μπορεί να λέτε ότι θέλετε για τον πρόεδρο Τράμπ αλλά πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι έχει πυροδοτήσει την έμπνευση διαφόρων συγγραφέων που με αφορμή τα ευτράπελα που συμβαίνουν στο press room του Λευκού οίκου και τις μνημειώδεις τοποθετήσεις και συμπεριφορές του, χύνουν ποτάμια μελάνης πάνω στο χαρτί η μάλλον πληκτρολογούν μανιωδώς κείμενα στα Mac book τους.
Να τώρα ο Harold Holzer  ο οποίος με αφορμή τα παραπάνω κατορθώματα ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ προέδρων και Μέσων ενημέρωσης που σε βάθος χρόνου δεν ήταν και τόσο Μαζική.
Η έρευνα του Harold Holzer αποκαλύπτει  εντυπωσιακά ευρήματα όπου ο πρόεδρος Τράμπ, που έχει ανάγει σε επιστήμη το twiter και αποβάλει χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον δημοσιογράφο τον στριμώξει,  ωχριά μπροστά στα κατορθώματα του του Προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, ο οποίος δεν δίσταζε να στείλει στα σίδερα δεκάδες συντάκτες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, λογόκρινε λυσσαλέα ειδήσεις από τον τηλέγραφο, έκλεισε εφημερίδες και οι κατασχέσεις στα πιεστήρια είναι τους ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Τι να πει ο πρόεδρος Τράμπ που δεν κατατάσσεται ούτε μέσα στους πέντε πρώτους, μπροστά στον John Adams ο οποίος έκανε νόμο για να νομιμοποιήσει την δίωξη του Τύπου.
Ο Ρούσβελτ, που σε γενικές γραμμές είχε πολύ καλές σχέσεις με τον τύπο δεν δίστασε να ιδρύσει το “Ananias Club” – έναν συμβολικό τόπο εξορίας – για δημοσιογράφους που τον δυσαρέστησαν, και υπέβαλε μήνυση εναντίον του New York World του Joseph Pulitzer. Ο Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον επανάφερε και υιοθέτησε μερικές από τις χειρότερες μεθόδους του Λίνκολν συμπεριλαμβανομένης της λογοκρισίας και της προπαγάνδας. Και αν μιλήσουμε για τον Πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, θα θυμηθούμε ότι είπε στον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, Χένρυ Κίσινγκερ, ότι «Ο Τύπος είναι ο πραγματικός εχθρός».
Πώς να το πεις αυτός σε ένα δημοσιογράφο που ούτε λίγο ούτε πολύ θεωρεί τον εαυτό του θεματοφύλακα της αλήθειας, της δημοκρατίας και του ευνομούμενου κράτους.

Η Pascale Ozier στην παρέα της Edith Piaf και του Jim Morrison

Σοφία Γουργουλιάνη, Σεπτεμβριος 23, 2020

Η ταινία του Jim Jarmousch, «Down by Law», μια ιστορία για φυλακισμένους που γίνανε φυγάδες και για δυστοπίες που μετατρέπουμε σε ουτοπίες, είναι αφιερωμένη στην Pascale Ozier. Μια ηθοποιό που έψαχνε την προσωπική της ουτοπία της και την διέξοδο απ’ τις αστικές συμβάσεις, ανάμεσα στην τέχνη, τα ναρκωτικά και το ροκ εν ρολ.
Κι αν ο Jim Jarmousch είναι ένας από τους πλέον προσφιλείς Αμερικάνους σκηνοθέτες των τελευταίων 40 ετών, η Pascale Ozier υπέκυψε στους εθισμούς της και βρήκε τον θάνατο λίγες μέρες πριν τα εικοστά έκτα γενέθλια της. Μαζί με την τελευταία της πνοή, άφησε –όμως- και την ισχυρή παρακαταθήκη ενός αυθεντικού καλλιτέχνη. 

Αποτίοντας, λοιπόν, φόρο τιμής στην ορμή της τέχνης, ο Hamlet σας συστήνει την Pascale Ozier.  
Στα 21 της χρόνια συνυπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί με την μητέρα της , Bulle Ogier, στην ταινία του Jacques Rivette, «Le pont du Nord», την ιστορία ενός θηλυκού Δον Κιχώτη στους δρόμους ενός ετοιμόρροπου Παρισιού. Και με τα χαρακτηριστικά μπλε της μάτια και τα σγουρά της μαλλιά μοιάζει με την φιγούρα που είχε ανάγκη ο Γαλλικός κινηματογράφος. Ενώ, με το υποκριτικό της ταπεραμέντο, δείχνει να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη μυστηριώδη γυναίκα της Nouvelle vague και σε εκείνη της πεζής καθημερινότητας του Παρισιού των ‘80s. Ενός Παρισιού που μοιάζει να έχει, πια, ξεχάσει τις επαναστατικές διαθέσεις των ‘60s και των ‘70s .
Η συνέχεια προδιαγράφεται λαμπρή σε μια ζωή που προσπαθεί , όμως,  να συμβιβάσει ναρκωτικά και κινηματογράφο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Pascale Ozier συναντά τον Jim Jarmousch. Πίνοντας τζιν με λεμόνι ή βότκα με πορτοκάλι σε κάποιο κλαμπ του Παρισιού αποφασίζουν αμέσως να δημιουργήσουν από κοινού την επόμενη ταινία τους. Τσουγκρίζουν τα ποτήρια και χαμογελούν. Ο Jim Jarmousch  θα σκηνοθετήσει, η Pascale Ozier θα πρωταγωνιστήσει.
Μετά, τον Jacques Rivette και τον Jim Jarmousch, στα υποκριτικά και καλλιτεχνικά της κάλλη, θα υποκύψει και ο Eric Romer χαρίζοντας της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην υποψήφια για Χρυσό Λέοντα ταινία του, «Νύχτες με Πανσέληνο». Στο ρόλο μιας αποφοίτου ιστορίας της τέχνης σε νεανική ερωτική σύγχυση με φόντο το Παρίσι, η Pascale Ozier θα αποσπάσει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1984. Ενώ, ο Eric Romer δείχνει να έχει βρει την νέα του μούσα. Λίγους, όμως, μήνες μετά την προβολή της ταινίας, η Pascale θα αποφασίσει να επισκεφτεί το παρισινό κλαμπ «Le Palace» σε μια βραδιά χορού και άφθονων ναρκωτικών. Μερικές ώρες αργότερα, ο συνδυασμός των ναρκωτικών με ένα εκ γενετής φύσημα στην καρδιά, θα αποδειχτεί θανατηφόρος για την Pascale Ozier που βρίσκεται έκτοτε στο κοιμητήριο Père-Lachaise στο Παρίσι με γείτονες πάσης φύσεως καλλιτέχνες.

Η Pascale Ozier, λοιπόν, τα βράδια συζητάει για ωραίους άντρες με την Edith Piaf και πίνει τον πρωινό της καφέ τραγουδώντας με τον Jim Morrison. Ο Jarmousch συνεχίζει να κάνει ταινίες. Και οι πραγματικοί καλλιτέχνες να γεννιούνται.

Στα μονοπάτια του Hertzog και του Bruce Chatwin

Ερευνα-σύνταξη, Σοφία Γουργουλιάνη, Σεπτέμβριος 6, 2020

Ο Werner Herzog γεννήθηκε στο Μόναχο της Γερμανίας το 1942 και είναι ασυγχώρητος όποιος πει ότι δεν τον ξέρει η δεν έχει δει τις ταινίες του. Ο αγαπημένος του ηθοποιός Klaus Kinski είναι αξέχαστος στο ρόλο του τυχοδιώκτη conquistador Don Lope Aguirre στο «Aguirre, η μάστιγα του Θεού», η όταν προσπαθεί στο να περάσει ένα βουνό με το καράβι του στο «Fitzcarraldo» για να χτίσει μία όπερα μέσα στην μέση της Περουβιανής ζούγκλας του Αμαζονίου,  η έστω σαν «Νοσφεράτου, ο δράκουλας της νύχτας”.

Ο Bruce Chatwin πάλι είναι Άγγλος μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος, περιβόητος για τα ταξίδια του σε απίστευτες περιοχές του πλανήτη και με μια ιδιαίτερη λατρεία στους νομάδες, τους ιθαγενείς και τους αυτόχθονες κάθε περιοχής. Γεννήθηκε στο Sheffield της Μεγάλης Βρετανίας το 1940 και πέθανε από HIV τον Ιανουάριο του 1989.

Herzog και Chatwin συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1983 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και πέρασαν 48 ώρες, λέγοντας ο ένας στον άλλο ιστορίες. Μέσα σε 2, λοιπόν, μέρες ο Werner και ο Bruce ανακαλύψανε το κοινό τους πάθος: τα ταξίδια.

Τα ταξίδια που κάνανε, ξεχωριστά, με κάποιο όχημα η με τα πόδια τους και με αποσκευές ένα σακίδιο πλάτης. Κι αν, το 2020, τους φαντάζεστε ασπρομάλληδες με καμπούρα κι ένα μπουκάλι τσίπουρο να λένε –ακόμα- ιστορίες σε ένα καφενείο με θέα τη θάλασσα, στο Πήλιο ή στην Καρδαμύλη, η πραγματικότητα θα σας διαψεύσει. Όχι το τέλος της φιλίας τους δεν αποδείχτηκε τόσο ρομαντικό. Κι έτσι το τέλος του Chatwin ήρθε το 1989 στη Νίκαια της Γαλλίας.
Οι πραγματικές, όμως, φιλίες κι οι μεγάλες ιστορίες δεν το βάζουν κάτω και δεν τελειώνουν τόσο εύκολα. Κι έτσι, πριν λίγους μήνες, ο Herzog μοιράστηκε με το κινηματογραφικό κοινό ,σε ένα νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Nomad: In the foot steps of Bruce Chatwin», τις ταξιδιωτικές ιστορίες που είχαν σαν πρωταγωνιστή τον Chatwin και σφράγισαν την πορεία του.

Σε ένα από τα πρώτα πλάνα της ταινίας, βλέπουμε ένα ναυάγιο στο Πούντα Αρένας της Νότιας Χιλής. Την ίδια ώρα η βαριά φωνή του Herzog με τη χαρακτηριστική γερμανική της προφορά μας πληροφορεί ότι το ίδιο αυτό ναυάγιο το είχε φωτογραφήσει ο Bruce Chatwin, το 1976. Στη συνέχεια η φωνή του Chatwin μας «ξεναγεί» στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του, «In Patagonia» (εκδ. Χατζηνικολή) όπου μας μιλά για το τρίχωμα ενός βροντόσαυρου το οποίο ο λογοτεχνικός του ήρωας βρήκε σε ένα βάζο στο σπίτι της γιαγιάς του. Κάπως έτσι, ο Herzog ξεκινάει μια αφήγηση για τα μεγάλα πάθη, τις τρελές ιδέες και τις αναπόδραστες εμμονές που κινητοποίησαν τα ταξίδια του Chatwin.
Ο Herzog τηρεί την υπόσχεση του να μην μας χαρίσει μια κλασική βιογραφία, αλλά περισσότερο μια αναζήτηση της ίδιας της αλήθειας του συγγραφέα όπως αποτυπώθηκε μέσα από την τόλμη των μοναχικών του ταξιδιών. Έτσι, δεν μας μιλά για τη συνεργασία τους στην ταινία Cobra Verde, το 1987, αλλά για την κατάδυση του Chatwin στον πολιτισμό των Αβοριγίνων. Ούτε μας μιλά για τη μέρα του Γενάρη του 1989 που σε κάποιο γαλλικό νοσοκομείο έδειξε την τελευταία του ταινία στον Chatwin. Αλλά για τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Chatwin, «Songlines» (Τα μονοπάτια των τραγουδιών, εκδ. Χατζηνικολή) όπου ο ίδιος ο συγγραφέας χαμένος στα δάση της Αυστραλίας και, ήδη, ασθενής ψάχνει για τον σωστό τρόπο να τελειώσει τη ζωή του.

Ένα ντοκιμαντέρ για έναν άνθρωπο που στο αιώνιο ερώτημα του Σαρτρ για το ποιος είναι ο  σωστός τρόπος να ζεις απάντησε απερίφραστα «ταξιδεύοντας». Για έναν άνθρωπο- μετενσάρκωση των ηρώων του Josef Conrad, που δεν δίστασε ποτέ να αναμετρηθεί με τις προσωπικές του εμμονές. Και, τελικά, μια οπτικοακουστική ωδή στις στιγμές εκείνες που νιώθουμε ζωντανοί.

Καθώς μας έχουν λείψει τα επικά πλάνα του Hertzog ευχόμαστε να το δούμε και ‘μεις σε κάποια από τις αθηναϊκές αίθουσες κάποτε ολόκληρο (μια σκηνή του είδαμε τον Απρίλιο όταν ο Hertzog ήρθε καλεσμένος από το ίδρυμα Ωνάση), αν και οι ελπίδες είναι αμυδρές.

Play Video
Scroll to top