…and the Golden Phoenix goes to…Renate Reinsve

Ο Νορβηγός Joachim Trier αποτελεί ένα απτό παράδειγμα αυτού του σύγχρονου σκηνοθέτη-ταξιδευτή των διεθνών φεστιβάλ που με την παρουσία, το φεστιβαλικό οδοιπορικό και την ποιότητα της δουλειάς του καταφέρνουν να καθιερωθούν στο διεθνές κινηματογραφικό σκηνικό. Έχοντας, λοιπόν, χαρίσει στην 7η τέχνη μερικές από τις σημαντικές ταινίες του 21ου αιώνα (Oslo 31 August, Louder than Bombs) βρέθηκε να ταξιδεύει και στην Κρουαζέτ στο φετινό ζωντανό ,πλην ακόμα πανδημικό, φεστιβάλ των Καννών. Με την νέα του ταινία «The worst person in the world» να βρίσκεται υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα, να αποσπά εξαιρετικές κριτικές πλην όμως όχι μεγάλα βραβεία.

Αφηγούμενος, όμως, την ιστορία της 30χρονης Julie σε μια πορεία προς τον πυρήνα της ενηλικίωσης, χάρισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην Νορβηγίδα Renate Reinsve η οποία βρέθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα για την ερμηνεία της ανά χείρας. Με τον Trier να δηλώνει πιστός θιασώτης του ταλέντου της Reinsve έχοντας, μάλιστα, γράψει τον ρόλο της Julie κομμένο και ραμμένα στα προσωπικά της υποκριτικά μέτρα, εκείνη βρήκε έναν υποκριτικό εαυτό που δικαίωσε τον σκηνοθέτη και έφερε ένα μεγάλο κινηματογραφικό βραβείο για πρώτη φορά σε νορβηγικά χέρια.

 Κι αν το Χόλιγουντ χαρίζει τα Όσκαρ και τα πάσης φύσεως βραβεία του σε αμερικανικές παραγωγές (συχνά) αμφίβολης καλλιτεχνικής αξίας, τα ευρωπαϊκά φεστιβάλ επενδύοντας στην δημοκρατικότητα της δημιουργίας και της εκπροσώπησης αποδεικνύουν πως οι ευκαιρίες είναι για να δίνονται και το ταλέντο (και) για να (επι)βραβεύεται.

Falling-water house του Frank Lloyd Wright

Μίκα Πανάγου, Ιούλιος 2021

 

Το Falling water δεν είναι δυνατόν να ανήκει σε κάποιον. Είναι ένα έργο του ανθρώπου για τον άνθρωπο και όχι έργο ενός ανθρώπου για ένα άλλον. Στα τόσα χρόνια από τότε που χτίσθηκε έγινε ακόμη πιο διάσημο και θαυμαστό. Ένα παραδειγματικό τετράδιο-εργασίας της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής στα καλύτερα της. Αυτή του η δυναμικότητα, το κάνει να είναι  ένα δημόσιο αγαθό και όχι μία ιδιωτική απόλαυση”     – Edgar Kaufmann, jr.

Είναι η μόνη δουλειά του Wright  που έχει περιέλθει σε δημόσια ιδιοκτησία με όλο του το περιβάλλον , τα έργα τέχνης και τα πρωτότυπα έπιπλα σχεδιασμένα από τον ίδιο, όλα στην πρωταρχική τους μορφή.
Είναι διεθνώς αναγνωρισμένο ως αριστούργημα αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα. Εκφράζει την αρχιτεκτονική τόλμη, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι χτίσθηκε το 1936 και είναι ένα θαύμα καινοτομίας πλήρως ενταγμένο στο περιβάλλον του  τοπίου. Βρίσκεται στο  Mill Run των Ηνωμένων Πολιτειών στο φυσικό πάρκο Bear Run, όπου ρέει ένα ρυάκι στα 1298 πόδια πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. Το οικοδόμημα είναι μία φόρμα τόσο σταθερή που όμως δείχνει να ίπταται πάνω από τον καταρράκτη. Οι μηχανικοί του έργου ήταν ο Mendel Glickman και ο William Wesley Peters.  
Το 1991 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτόνων ανακήρυξε το έργο αυτό ως  “το καλύτερο έργο της Αμερικανικής αρχιτεκτονικής όλων των εποχών “. Ήταν ένα από τα δέκα κτήρια του αρχιτέκτονα που προτάθηκαν για τον κατάλογο της παγκόσμιας κληρονομιάς της  Unesco to 2015 και τελικά εντάχθηκαν στον κατάλογο το 2019.
Κατασκευάστηκε ως παραθεριστική κατοικία για τους ιδιοκτήτες Edgar και Liliane Kaufmann.  Επιθυμία τους ήταν το σπίτι να βρίσκεται απέναντι από τον καταρράκτη. Ωστόσο, ο Wright αποφάσισε με δική του πρωτοβουλία να ενσωματώσει το σχέδιο του κτιρίου στον καταρράκτη, έτσι ώστε να γίνει μέρος της ζωής του Kauffmann. Ο σχεδιασμός δημιούργησε πολλές διαφωνίες του Kaufmann και του Wright. O Kaufmann συχνά αμφισβήτησε τη δομική ακεραιότητα των φιλόδοξων προβόλων(εξώστες).
Ο γιός του όμως παραδέχθηκε δημόσια ότι  Στο Fallingwater, ο Ράιτ συνέλαβε την τέλεια ουσία της επιθυμίας μας να ζήσουμε με τη φύση:  να κατοικίσουμε σε ένα δάσος και να αισθανόμαστε σαν στο σπίτι μας μέσα στη φύση.”  – Edgar Kaufmann, jr.

Ο Edgar J. Kaufmann, Sr. και η οικογένειά του εκτιμούσαν την ηρεμία και την ομορφιά των βουνών της νοτιοδυτικής Πενσυλβανίας. Ταξίδευαν τακτικά από το Pittsburgh  στο Fayette County, Pa για να ξεφύγουν από το καυσαέριο , να κολυμπήσουν και να περάσουν τον χρόνο τους στους κολπίσκους και τα ρυάκια του νομού απολαμβάνοντας την φύση. Ήθελαν να χτίσουν ένα σπίτι σε αυτό το μέρος.
Το 1935, ο Frank Lloyd Wright σχεδίασε το ορεινό καταφύγιο τους, το Falling water, πάνω από τον καταρράκτη και τον κολπίσκο που είχε αγαπήσει η οικογένεια.

Οι Kaufmanns γνώρισαν και προσέγγισαν το έργο του West Pennsylvania Conservancy πρώτη φορά το 1951 όταν το Edgar J. Kaufmann Charitable Trust και το Conservancy συμμετείχαν στην εξαγορά της Ferncliff  Peninsula.Τον Οκτώβριο του 1963 το Falling-water έγινε δωρεά στο West Pennsylvania  Conservancy.  Σ’ αυτή τη γενναιόδωρη προσφορά περιλαμβάνονται 469 στρέμματα γύρω από το Fallingwater και το άγριο και όμορφο Bear Run. Το Bear Run Nature Reserve είναι μια περιοχή με μεγάλη φυσική ποικιλομορφία με εκπληκτικές εκτάσεις από ψαμμίτη Pottsville. Έχει σημαντική υδρόβια και ζωική ζωή, πέστροφες, πολλά πουλιά, μαύρες αρκούδες και bob-cats.

Ο Ράιτ περιέγραψε το αρχιτεκτονικό του στυλ ως «οργανικό» – σε αρμονία και πλήρη ένταξη με την φύση. Παράλληλα, αυτή η εξοχική κατοικία εκθέτει τόσα πολλά χαρακτηριστικά του φυσικού στιλ του Ράιτ και πολλές πτυχές του να περιγράφονται με όρους από τον αρχιτεκτονικό κίνημα του μοντερνισμού.

Η κύρια κατοικία εκτείνεται  σε 495 τετραγωνικά μέτρα (εσωτερικό 268 m² -εξωτερικό 227 m²) – ενώ ο ξενώνας χρησιμοποιεί 158 τετραγωνικά μέτρα.Το σπίτι βρίσκεται πραγματικά χαμηλά στην κοιλάδα κυριολεκτικά πάνω στο βράχο και έχει μεγάλες βεράντες (εξώστες), να προεξέχουν και κρέμονται ακριβώς πάνω από τα τρεχούμενα νερά. Υπάρχουν παράθυρα και γυάλινες πόρτες, με στενά ατσάλινα στηρίγματα μεταξύ τους που περιβάλουν το σαλόνι. Υπάρχουν επίσης παράθυρα από το πάτωμα μέχρι την οροφή και στα τρία επίπεδα κτίσματος. Το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού είναι κατασκευασμένο από πέτρα.

Υπάρχουν έντονες οριζόντιες και κάθετες γραμμές στο σχεδιασμό του σπιτιού που προσομοιάζουν με τις οριζόντιες και κατακόρυφες γραμμές στα πετρώματα και στα άλλα φυσικά χαρακτηριστικά. Ετσι η χρωματική του παλέτα περιορίστηκε σε δύο χρώματα: μια ελαφριά ώχρα για το σκυρόδεμα και το χαρακτηριστικό Cherokee κόκκινο στα μεταλλικά στοιχεία (Σήμα κατατεθέν του Αρχιτέκτονα).Ο καταρράκτης ακούγεται παντού στο σπίτι. Ο Ράιτ ήθελε να υπάρχει στενή σύνδεση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, εικαστικά και ακουστικά

Το αρχικό σπίτι περιλαμβάνει δωμάτια επιπλωμένα από τον ίδιο τον Wright, με ένα ανοιχτό σαλόνι και μια μικρή κουζίνα στον πρώτο όροφο και τρία μικρά υπνοδωμάτια που βρίσκονται στον δεύτερο όροφο. Ο τρίτος όροφος ήταν η τοποθεσία της μελέτης και του υπνοδωματίου του Edgar Jr, του γιου του Kaufmann

To ice factory του Grimsby

Το Grimsby είναι μία παραλιακή πόλη στην ανατολική ακτή του Ηνωμένου Βασιλείου, 113 χιλιόμετρα ανατολικά του Sheffield. Η παράδοση ήθελε το Grimsby να διαθέτει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο του Ηνωμένου Βασιλείου έως το 1990. Έναν στόλο που συνοδευόταν από ένα εμβληματικό κτήριο που φιλοξενούσε ένα εργοστάσιο πάγου για την συντήρηση των χιλιάδων τόνων ψαριών.

Όταν στο τέλος του προηγούμενου αιώνα το ψάρεμα παύει να αποτελεί κέντρο της δραστηριότητας των κατοίκων του Grimsby, το εργοστάσιο εγκαταλείπεται και αφήνεται στην αναπόφευκτη παρακμή του χρόνου. Μία παρακμή που αν και το βρίσκει να εντάσσεται σε λίστες με σημαντικά μνημεία της χώρας, δεν του χαρίζει καμία πιθανότητα επιστροφής στην «ενεργό δράση».

Κι αν, ίσως, τα ίδια του τα μηχανήματα βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, βρετανικό πρόγραμμα για την αναστήλωση και την επαναχρησιμοποίηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων αποφάσισε να μετατρέψει τα 4.350 τετραγωνικά μέτρα του σε ένα θέατρο εθνικής εμβέλειας 1.400 θέσεων. 

Με τον ίδιο τον δήμαρχο να δηλώνει πως θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια να χαρίσει μια νέα ζωή σε ένα κτήριο που αποτελεί την ζωντανή ιστορία της πόλης, βρισκόμαστε, εδώ, μπροστά σε ένα απτό παράδειγμα κατανόησης των καλλιτεχνικών αναγκών και δυνατοτήτων της αγγλικής επαρχίας. Κι αν, λοιπόν, οι όποιοι ιθύνοντες της κεντρικής διοίκησης εκφράζουν ανησυχίες για την δυνατότητα αξιοποίησης του χώρου από την τοπική καλλιτεχνική κοινότητα, πολιτικοί παράγοντες της πόλης επιμένουν στην καλλιτεχνική ορμή της βρετανικής επαρχίας και στην δυνατότητα για απόλυτη αξιοποίηση του μελλοντικά νεότευκτου χώρου.

Οποιεσδήποτε αναλογίες και παρομοιώσεις με την κρατική μέριμνα για την ανάπτυξη της τέχνης στην επαρχία της χώρας μας προκύπτουν φυσικά, εδώ, αυθόρμητα και -ίσως- αναγκαία. Και μας καλούν να αναλογιστούμε τις δυνατότητες και τις ανάγκες ενός συνόλου καλλιτεχνών αλλά κι ενός κοινού που επιμένει να προσπαθεί για την ισότιμη πρόσβαση σε ευκαιρίες μακριά από το πατροπαράδοτο κέντρο της Αθήνας, αλλά κοντά στις ρίζες και στον τόπο που το τροφοδοτεί και το εμπνέει.  

Η πανδημία του Χόλυγουντ

Ερευνα Σοφία Γουργουλιάνη

Με το βασίλειο της Χολιγουντιανής «Δανιμαρκίας» να μοιάζει να έχει βαλθεί να καθαρίσει απ’ ό,τι (του) βρωμάει, η φόρα των αποκαλύψεων και των ευκταίων μεταρρυθμίσεων έχει παρασύρει αυτή τη φορά και την Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, τον οργανισμό που απονέμει κάθε χρόνο τα βραβεία των «Χρυσών Σφαιρών». Κι αν οι φήμες για πληρωμένα ταξίδια, χρηματισμό, ρατσισμό, σεξισμό και πληρωμένες απονομές μοιάζανε μέχρι πρότινος με ασήμαντο καπνό εντός μιας αχαλίνωτης γκλαμουριάς, το γνωστό ρητό αποδεικνύεται συνεπές, με την φωτιά να έχει φουντώσει άμεσα. Και με τις κατηγορίες να διαδέχονται η μία την άλλη εν είδη ντόμινο και να απειλούν πλέον ανοιχτά το ίδιο το μέλλον των βραβείων.

Η γοργή κάθοδος, λοιπόν, για την ομάδα των περίπου 90 μη-Αμερικάνων δημοσιογράφων που διαμένουν στο Χόλιγουντ, αρθρογραφούν σε ξένα μέσα ενημέρωσης και απονέμουν κάθε χρόνο τις Χρυσές Σφαίρες, ξεκίνησε πέρυσι με την Νορβηγίδα δημοσιογράφο και μη-μέλος της Ένωσης, Κγιέρστι Φλο, να κατηγορεί την Ένωση ότι μέρος των δραστηριοτήτων της εκτείνεται σε δοσοληψίες με τα μεγάλα στούντιο στα οποία, στη συνέχεια, απονέμει τα ετήσια βραβεία. Αμφισβητώντας, μάλιστα, ανοιχτά την αξιοπιστία ενός οργανισμού που, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, δέχεται ταξίδια, δώρα και δείπνα εν είδη χρηματισμού, οδήγησε την υπόθεση στα δικαστήρια των ΗΠΑ βρίσκοντας συμπαράσταση στην Ισπανίδα δημοσιογράφο, Ρόσα Γαμάζο. Κι αν η αμερικανική δικαιοσύνη δεν έχει ακόμα αποφανθεί, η συλλογική χολιγουντιανή συνείδηση μοιάζει να έχει εξεγερθεί ανεπιστρεπτί βρίσκοντας το νέο της εξιλαστήριο θύμα (μάλλον δικαίως) στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου.

Η συνέχεια γράφεται από τον βραβευθέντα Σάσα Μπάρον Κοέν με το βραβείο ανά χείρας να ευχαριστεί σαρδόνια «τον κατάλευκο ξένο Τύπο του Χόλιγουντ». Επικυρώνοντας τα λεγόμενα του Κοέν αλλά και των δύο δημοσιογράφων, έρευνα των Los Angeles Times αποδεικνύει ότι στις τάξεις των περίπου 90 δημοσιογράφων δεν υπάρχει ούτε ένας μαύρος δημοσιογράφος. Ενώ, με την ιδιότητα του μέλους του οργανισμού, οι εν λόγω δημοσιογράφοι διαθέτουν αποκλειστικά προνόμια τα οποία ,πέρα από τις αναγκαίες selfie με διάσημους σταρ, περιλαμβάνουν εισοδήματα της τάξης χιλιάδων δολαρίων μηνιαίως.

Επιτείνοντας την δυσαρέσκεια που επικρατεί στις τάξεις των ίδιων των χολιγουντιανών ηθοποιών, η Σκάρλετ Γιόχανσον δημοσιεύει επώνυμα κείμενο στο «Variety» καλώντας το όποιο υγιές τμήμα της κινηματογραφικής βιομηχανίας να απορρίψει πάραυτα τον οργανισμό και τον θεσμό, κατηγορώντας τον ανοιχτά ότι διακατέχεται «από ρατσισμό και σεξισμό ενώ είναι ολοφάνερο πως αδιαφορεί για την διαφορετικότητα». Ενώ, ο Τομ Κρουζ, μόλις ένα μήνα πριν, επέστρεψε τις 3 Χρυσές Σφαίρες οι οποίες του έχουν απονεμηθεί επικυρώνοντας απόλυτα την ελεύθερη πτώση στην οποία βρίσκεται πλέον ο οργανισμός. Μια ελεύθερη πτώση που λίαν προσφάτως βρήκε άξιο θιασώτη και στο NBC, το κανάλι το οποίο μεταδίδει ετησίως τα βραβεία. Και το οποίο απέσυρε πλέον την στήριξη του αρνούμενο να παρουσιάσει τα βραβεία του 2022.

Σε μία περιοδο πανδημίας και μοιραίας καλλιτεχνικής απραγίας, το χολιγουντιανό καλλιτεχνικό στερέωμα μοιάζει να περνάει την δική του πανδημία και να βρίσκει το θάρρος να αντικρίσει και να αντιμετωπίσει τα πάσης φύσεως φαντάσματα του. Φαντάσματα που κι αν ίσως μοιάζανε, οι ίδιοι να κρύβουνε κάτω από στρώματα και σεμεδάκια πολυτέλειας, φόβου και βραβείων, οι συνθήκες μοιάζουν πια ώριμες για μετάνοιες, συγγνώμες και ουσιαστικές αλλαγές.

OceanVuong, Νυχτερινός ουρανός με τραύματα Εξόδου

Συνεντευξη Ειρήνη Γιαβάση  

              Στα τέλη του Ιανουαρίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg η ποιητική συλλογή του Ocean Vuong, Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου, όπως επίσης και το πεζό του, Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι. Πρόκειται για δύο βιβλία που συζητήθηκαν πολύ, καθώς ο ίδιος ο συγγραφέας, παρά το νεαρό της ηλικίας του, είναι ήδη αναγνωρισμένος διεθνώς και βραβευμένος, μεταξύ άλλων, με το T.S. Eliot prize. Διαβάσαμε την ποιητική συλλογή, μεταφρασμένη από τον Δημήτρη Μαύρο και συναντηθήκαμε μαζί του για να συζητήσουμε για το βιβλίο και τις επιλογές της μετάφρασης. Τα θέματα που πραγματεύεται η συλλογή είναι οι γονείς του Vuong και η σχέση του μαζί τους, η προσωπική του ιστορία και ο πόλεμος του Βιετνάμ, η κληρονομιά του και η θέση του στην αμερικανική κοινωνία ως μη λευκού, queer ατόμου.

Ότι αγόρι που πλαγιάζει
                πλάι σε αγόρι

πρέπει να φτιάχνει έναν αγρό
                       γεμάτο χτύπους.

Ότι το να ακούω το όνομά σου
είναι ν’ ακούω τα ρολόγια
                να γυρνάνε πίσω ακόμη μια ώρα

και το πρωί
                βρίσκει τα ρούχα μας

στην μπροστινή βεράντα της μάνας σου πεταμένα
σαν κρίνα που έχουν μαραθεί. 

(από το ποίημα Στην γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι)

Τι εξυπηρετεί μια δίγλωσση μετάφραση; Θα έπρεπε όλα τα ξενόγλωσσα να κυκλοφορούν με αυτόν τον τρόπο;

Σε μια εποχή που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι δίγλωσσο, και μάλιστα με πολύ καλή γνώση των αγγλικών, η δίγλωσση έκδοση επιτρέπει ιδανικά την απόλαυση και την αντιπαραβολή δύο «πρωτοτύπων». Παράλληλα υπάρχει μια συμπληρωματική σχέση μεταξύ του πρωτότυπου και της μετάφρασής του που συμβάλλει στην ένταση της αναγνωστικής απόλαυσης. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει ένας κανόνας ο οποίος θα έπρεπε να ακολουθείται απαράβατα. Εμένα προσωπικά με εξυπηρετούν και απολαμβάνω τις δίγλωσσες εκδόσεις, γιατί δεν διαβάζω απλώς για απόλαυση και μου επιτρέπεται να αντιπαραβάλλω ταυτόχρονα πρωτότυπο και μετάφραση. Έτσι, αφενός αξιολογώ τις μεταφραστικές επιλογές, αφετέρου μαθαίνω από τον τρόπο που άλλοι, με περισσότερη εμπειρία από εμένα, χειρίζονται ορισμένες δυσκολίες.

Γύρνα πίσω και βρες το βιβλίο που άφησα
                                                 για μας, γεμάτο

μ’ όλα του ουρανού τα χρώματα
                       που ξέχασαν οι νεκροθάφτες.
Χρησιμοποίησέ το.
Χρησιμοποίησέ το για να αποδείξεις ότι τα άστρα
                             ήταν πάντα αυτό που ξέραμε

ότι ήταν: τα τραύματα εξόδου
                 κάθε άστοχης λέξης.

(Από το ποίημα Στον πατέρα μου/Στον μελλοντικό μου γιο)

Γιατί πιστεύεις ότι στράφηκε το ενδιαφέρον του κόσμου σε αυτή τη συλλογή;

Εάν εννοούμε το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού, αυτό ακολουθεί πάντοτε το παγκόσμιο και ο Vuong έχει βραβευτεί επανειλημμένα (και όχι μόνο με το T.S. Eliot Prize) σε εξαιρετικά νεαρή ηλικία. Τα βραβεία τον έκαναν γνωστό, αλλά δεν είναι ο λόγος για τον οποίο αγαπάει ο κόσμος τα έργα του. Η ποίησή του είναι queer χωρίς να εξαντλείται στο queerness της, αλλά ακριβώς λόγω αυτού φαντάζομαι πως η queer κοινότητα τον ανακάλυψε αρκετά πριν από τους υπόλοιπους. Το ότι τα ερωτικά του ποιήματα για παράδειγμα αφορούν και το straight κοινό το θεωρώ μεγάλο επίτευγμα. Βέβαια, η οικουμενικότητα της ποίησής του υπερβαίνει την ερωτική θεματική. Χρησιμοποιώντας απόλυτα προσωπικό βιωματικό υλικό, «μιλάει» σε άτομα που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μην έχουν καμία σχέση με αυτό. Οι πολλές αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ παύουν να αφορούν μόνο το Βιετνάμ και τον Vuong και ανάγονται σε αρχέτυπα: στο αρχέτυπο του πολέμου με τις φρικαλεότητες που κουβαλάει και στο αρχέτυπο του ανθρώπου που εγκαταλείπει την πατρίδα του επειδή αναγκάζεται. Αντίστοιχα, οι εμπειρίες που περιγράφει από τη μετανάστευσή του στην Αμερική, που αφορούν τον ίδιο και την οικογένεια του, αποτελούν εμπειρίες οι οποίες, με ανεπαίσθητες ή σημαντικές αποκλίσεις αλλά παρόμοιο πυρήνα, έχουν βιωθεί από πάρα πολλούς ανθρώπους ανά τους αιώνες.

Ποιες είναι οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ένας νέος μεταφραστής της ποίησης;

Χρειάζεται να σημειωθεί ότι είναι διαφορετικές οι προκλήσεις ενός νέου λογοτέχνη και ενός νέου μεταφραστή. Ο μεν λογοτέχνης έχει ευθύνη απέναντι μόνο στον εαυτό του, ενώ ο μεταφραστής μεταχειρίζεται τον πνευματικό μόχθο ενός άλλου. Παράλληλα, τα πρώτα έργα ενός νέου λογοτέχνη αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιείκεια από ό,τι οι πρώτες μεταφράσεις κάποιου. Γι’ αυτό μιλάμε για νεανική και ώριμη ποίηση και όχι για νεανική και ώριμη μετάφραση – ίσως και να έπρεπε. Είναι και αυτή μια τέχνη η οποία προϋποθέτει καλή γνώση και των δύο γλωσσών, αλλά κυρίως την εύρεση σημείων σύνδεσης με το πρωτότυπο και την ερμηνεία του.

Αυτές είναι κάποιες γενικές προκλήσεις αλλά υπάρχουν και άλλες που αφορούν έργα συγκεκριμένων απαιτήσεων. Μεταφράζοντας χρειάζεται να βρει κανείς τρόπους να αποδώσει στο βαθμό του δυνατού τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε ποιήματος που συμπεριλαμβάνουν τη στίξη, τη σύνταξη, τη μορφή κ.λπ. Προσωπικά, θεωρώ προτιμότερο να ακολουθούνται οι επιλογές του ποιητή, γιατί δεν είναι μόνο ηχητικά ή μορφολογικά στολίδια, αλλά και προεκτάσεις του περιεχομένου. 

Ποια επιλογή σε ζόρισε περισσότερο στα ποιήματα του Vuong;

Ο τίτλος «Homewrecker», στο οποίο η μόνη απόδοση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στα ελληνικά είναι, μάλλον, η λέξη «αντροχωρίστρα». Ωστόσο, δεν μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω, γιατί στο συγκεκριμένο ποίημα αυτός που διαλύει το σπίτι, την οικογένεια δηλαδή, δεν είναι μια άλλη γυναίκα, αλλά το παιδί. Οπότε, δεν υπήρξε τρόπος να το αποδώσω μονολεκτικά και αναγκάστηκα να συμβιβαστώ με την περιφραστική απόδοση: «Διαλύοντας ένα σπίτι».

Κάτι ακόμα που με ζόρισε είναι μια επιλογή για την οποία όμως είμαι χαρούμενος. Πρόκειται για το ποίημα «Deto(nation)». Ολόκληρη η λέξη θα πει «πυροδότηση» και το «nation» αποκομμένο σημαίνει «έθνος». Δεδομένης της νοηματικής συμπύκνωσης που υπάρχει στον αγγλικό τίτλο, η οποία επιτυγχάνεται με ένα λογοπαίγνιο μη μεταφράσιμο πιστά, επέλεξα την απόδοση «Αποκάλυψη χώρα» παραλλάσσοντας τον τίτλο της ταινίας «Αποκάλυψη τώρα», που αφορά τον πόλεμο του Βιετνάμ.

Στην «Ωδή στον αυνανισμό» γράφει σε ένα σημείο: 

the cumshot
               an art
               -iculation
               of chewed stars

Εδώ, παίρνει τη λέξη «articulation» (= άρθρωση) και σπάζοντάς τη στα δύο φτιάχνει με το πρώτο συνθετικό τη λέξη «art» (= τέχνη), διατηρώντας όμως και τη συνολική έννοια της αρχικής λέξης. Την ίδια στιγμή, σπάζοντας τη λέξη στα δύο στο σημείο που μιλάει για οργασμό, αναπαριστά και το κόμπιασμα ή το τράβηγμα της φωνής ενός ατόμου κατά τη διάρκεια του οργασμού. Θέλησα να αποδώσω και τις τρεις έννοιες οπότε έγινε:

το χύσιμο
               μια τέχνη
               άρθρωση
               μασημένων αστεριών.

Με την έκδοση του βιβλίου ακούστηκε παράλληλα και η άποψη πως η ποιητική συλλογή και το πεζό θα έπρεπε να μεταφραστεί από κάποιον που ανήκει στην queer κοινότητα, μιας και ο ίδιος ο συγγραφέας ανήκει σε αυτήν. Ποια είναι η άποψή σου για αυτό;

Καταρχάς, αυτό δεν είναι μια άποψη που αφορά μόνο τον Vuong ή την Ελλάδα. Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει παγκοσμίως. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη νεαρή ποιήτρια AmandaGorman. Τα ποιήματα της Gorman αυτή τη στιγμή βρίσκονται «υπό μετάφραση» και το θέτω με αυτόν τον ασαφή τρόπο, γιατί έχουν δημιουργηθεί προβλήματα σε σχέση με το πρόσωπο που είχε επιλεχθεί για την απόδοση των ποιημάτων (ΝariekeLucasRijneveld). Υπήρξαν ενστάσεις στην επιλογή αυτού του ατόμου, γιατί ήταν λευκό και μη δυαδικού φύλου και θεωρήθηκε πως τα ποιήματα πρέπει να μεταφραστούν κατά προτίμηση από μια μαύρη γυναίκα που θα είναι σε θέση να συναισθανθεί απόλυτα αφενός τι σημαίνει να είσαι μαύρος σήμερα, αλλά και το τι σήμαινε παλαιότερα και πώς αυτά τα δύο συνδυάζονται στην ποίηση της Gorman σε ένα spokenword πλαίσιο (επηρεασμένο από τη ραπ). Πιθανόν ένα μαύρο άτομο να έχει πιο άμεση βιωματική σύνδεση με την ποίησή της. Αυτό, όμως, δεν διασφαλίζει σε καμία περίπτωση την ποιότητα της μετάφρασης. Αντιστοίχως, ούτε η μετάφραση από λευκό άτομο προδιαγράφει την επιτυχία ή αποτυχία του εγχειρήματος.

Πιστεύω ότι ο πυρήνας της ανθρώπινης εμπειρίας είναι όμοιος και όταν κάποιος αισθάνεται, φέρ’ ειπείν, μόνος, από όπου και αν προκύπτει η μοναξιά του, το αίσθημα που βιώνει (θλίψη, απελπισία, ατονία, αυτοπεριχαράκωση) είναι κοινό. Επομένως, διαβάζοντας π.χ. ένα ερωτικό ποίημα του Vuong, καθώς είναι ικανός τεχνίτης του λόγου, αισθάνομαι ότι με αφορά, ακόμα κι αν έχω διαφορετική σεξουαλικότητα. Αυτό που εισπράττω διαβάζοντάς το είναι ο σαρκικός πόθος, η τρυφερότητα, η στοργή, η απογοήτευση του εφήμερου, χωρίς να με δεσμεύει το άτομο που αφορά.

Επίσης, ίσως χρειάζεται να αναρωτηθούμε κατά πόσο η αποκλειστική μετάφραση της queer λογοτεχνίας από queer άτομα θα κατέληγε στον αυτοαποκλεισμό αυτών των έργων. Αν συνεχίζαμε την ίδια σκέψη, πώς θα μας φαινόταν αν οι άντρες ποιητές μεταφράζονταν μόνο από άντρες και οι γυναίκες μόνο από γυναίκες;

Η προσωπική μου προσδοκία από έναν μεταφραστή -πέραν της τεχνικής του αρτιότητας και της γλωσσικής του δεινότητας- είναι να αντιμετωπίζει το πρωτότυπο κείμενο με σεβασμό και πάντοτε έχω στο μυαλό μου ότι μια μετάφραση δεν είναι παρά η ερμηνεία του μεταφραστή πάνω στο πρωτότυπο, γι’ αυτό και κάθε έργο επιδέχεται πολλών μεταφράσεων και όχι μόνο μίας.

Μη φοβάσαι, Όσιαν.
Το τέρμα του δρόμου είναι τόσο μπροστά μας
που είναι ήδη πίσω μας.
Μην ανησυχείς. Ο πατέρας είναι μονάχα πατέρας σου
ώσπου ένας σας να το ξεχάσει. Όπως η ραχοκοκαλιά
που δεν θα θυμηθεί τα φτερά της
όσες φορές και αν τα γόνατά μας
φιλήσουν το κράσπεδο. Όσιαν,
μ’ ακούς; Το πιο όμορφο κομμάτι
του κορμιού σου είναι όπου
πέφτει η σκιά της μάνας σου.

(από το ποίημα Μια μέρα θα αγαπήσω τον Όσιαν Βουόνγκ)

Emilie Floge-Gustav Klimt

Σοφία Γουργουλιάνη, ιουνιος 3, 2021

Το 1910 ξεκινά την λειτουργία της στον αριθμό 31 της Rue Cambion στο Παρίσι η περίφημη μπουτίκ της Κοκό Σανέλ. Και πάραυτα συντελείται η τελευταία ίσως επανάσταση στην γυναικεία γκαρνταρόμπα. Τα παντελόνια, λοιπόν, χάνουν την αποκλειστικότητα του ανδρικού ενδύματος και χαρίζουν την άνεση τους και στα γυναικεία σώματα. Κι αν η Σανέλ, θεωρείται μητέρα της γυναικείας μόδας, στην σχεδόν γειτονική Αυστρία, ήδη μερικά χρόνια πριν, η Emilie Flöge περνά τα καλοκαίρια της στην λίμνη Άτερσε με τον Gustan Klimt, όχι μόνο ποζάροντας ως μούσα για τους περίφημους πίνακες του, αλλά συμμετέχοντας ενεργητικά στο καλλιτεχνικό του όραμα και σχεδιάζοντας τα δικά της ρούχα. Ενώ, το 1904 μαζί με τις δύο αδερφές της έχουν ήδη ανοίξει την δική τους μπουτίκ στην Αυστρία. Μία μπουτίκ που καταφέρνει να ανθίσει παρά την δυσκολία μιας περιόδου μεταβατικής ανάμεσα στο pret-a-porterκαι το surmesure.

Με μια φύση που ρέπει όχι μόνο προς την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και προς την προοδευτική ιδεολογία της εποχής, η Flöge γοητεύεται από τον φεμινισμό του πρώτου κύματος πρεσβεύοντας την απελευθέρωση του γυναικείου σώματος -και- από τα δεσμά του κορσέ και του καθωσπρεπισμού. Τα σχέδια της αποτελούνταν από φορέματα και φούστες αμπίρ με μέσες και μανίκια φαρδιά, με πλούσια χρώματα που ισορροπούν ανάμεσα στην παράδοση των Αυστρο-Ουγγρικών και Σλάβικων κεντημάτων και την ενδυματολογική ιστορία της Άπω Ανατολής. Πρόκειται για φαρδιά ρούχα που χαρίζουν στο γυναικείο σώμα την απόλυτη ελευθερία της κίνησης, ενώ του επιφυλάσσουν τελεσίδικα το δικαίωμα στην επιλογή του χρώματος ως συστατικού στοιχείου της ενδυμασίας. Κι αν παρθενογένεση δεν υπάρχει κι η μόδα του χθες μπορεί να γίνει τάχιστα σήμερα, τα σχέδια της Emilie Flöge αποτελούν τον ουσιαστικότερο στυλιστικό πρόδρομο των παιδιών των λουλουδιών. Οι επιρροές του φεμινισμού μοιάζουν να εισέβαλαν όχι μόνο στην δημιουργική αλλά και στην προσωπική της ζωή, όπου οι πηγές μας για το εάν ο δεσμός που διατηρούσε με τον Κλιμτ κινούνταν στο πλαίσιο της ερωτικής ή της πλατωνικής σχέσης παραμένουν απόλυτα συγκεχυμένες. Με την κυρίαρχη αντίληψη να χαρίζει στον δεσμό αυτό και ερωτική φύση, ο όποιος έρωτας δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε γάμο, με τους δύο τους να ενδίδουν σε διαφορετικές σχέσεις στην πορεία των ετών παραμένοντας, όμως, δια βίου σύντροφοι.

Με τις εποχές, όμως, σκοταδισμού να διαδέχονται αναπότρεπτα αυτές των πάσης φύσεως διαφωτισμών, το 1938 ήρθε η προσάρτηση της Αυστρίας στην Γερμανία το 1938 παρασύροντας με την ορμή της και το ατελιέ και την δημιουργικότητα της Flöge, όπως μόνο ο φασισμός ξέρει και μπορεί να κάνει.

Waiting for Godot: πόσο διαρκεί μια zoom κλήση με τον Beckett?

Της Ιωάννας Μπούρη, 31 Μαίου 2021

Συνέβη όταν άνοιξα το NewYorker της 10ης Μαΐου και βρήκα μια σύντομη στήλη κάτω από τον τίτλο Shallwego?”.

Ήταν μια κλεφτή ματιά σε μια καταγεγραμμένη πρόβα που έκανε μέσω zoom η ομάδα New Groupγια τη νέα της παραγωγή: μια νέα προσέγγιση, στο κλασσικό πια ”Waiting for Godot” του Samuel Beckett.

Σε αυτό το zoom call, ο Ethan Hawke συνδέθηκε από το Μπρούκλιν όπου ήταν μεσημέρι και o John Leguizamo από ένα ξενοδοχείο στο Λονδίνο που ήταν απόγευμα. Στην ίδια κλήση επίσης συνδέθηκαν οι Tarik Trotter και Wallace Shawn. Όλοι μαζί αποτελούν τον θίασο της παραγωγής, που παρουσιάζεται πλέον on line και on demand, υπό τη σκηνοθετική επιμέλεια του Scott Elliott.

Ο Ιρλανδός κριτικός Vivan Mercier περιέγραψε το”Waiting for Godot”, ως το έργο στο οποίο δε συμβαίνει απολύτως τίποτα, δύο φορές. Πρόκειται για ένα έργο σε δυο πράξεις, όπου οι δυο βασικοί ήρωες: Βλάντιμιρ και Έστραγκον, προκαλούν αδέξια μια σειρά φιλοσοφικών, θρησκευτικών και υπαρξιακών αναζητήσεων. Δύο ήρωες – μαριονέτες στα χέρια  αυτού που περιμένουν. Και αυτό που περιμένουν στο έργο έχει όνομα και γεμάτο calendar: Ο Γκοντό. Στο έργο ακούμε μονίμως για τον Γκοντό, ο οποίος όμως δεν εμφανίζεται ποτέ. Αντ’ αυτού, γινόμαστε συνταξιδιώτες σε μια τροχιά αναμονής – εκεί που δε συμβαίνει τίποτα. Χρόνος, τραύμα και εαυτός. Προσδοκώντας την έλευση του Γκοντό, οι Βλάντιμιρ και Έστραγκον προσπαθούν να αντικαταστήσουν την ανία της ζωής με το μαρτύριο της ύπαρξης. Ο ‘θάνατος’ του Γκοντό εξουσιάζει την ύπαρξη των Βλάντιμιρ και Έστραγκον, και τους σπρώχνει να επαληθεύουν την ύπαρξή τους μέσα από τη ματαιότητα των πράξεων τους, εκεί που η ύπαρξη ισοδυναμεί με αμνησία.

Το έργο κατά το όραμα του Beckett, λαμβάνει χώρα σε ένα δυστοπικό, έρημο τοπίο ονείρου, με κεντρικό σκηνικό στοιχείο ένα κούφιο, νεκρό δέντρο.Αν και εξαιρετικά σπάνιο, δεν είναι η πρώτη φορά που το σκηνικό του ”Waiting for Godot”αναπαριστά εσωτερικό χώρο. Ίσως όμως είναι η πρώτη φορά που δε βλέπουμε αυτό το δέντρο – σύμβολο του υπαρξιακού angst των ηρώων.Έχουμε, λοιπόν, μια [ακόμα πιο] απομονωμένη προσέγγισητου έργου, με ένα πανδημικό touch: οι Βλάντιμιρ και Έστραγκον, φαντάζονται ένα δέντρο [ή μια ύπαρξη;] κοιτάζοντας έξω από τα παράθυρά τους.΄Ενα δέντρο για το οποίο ο θεατής ακούει συνέχεια αλλά δε βλέπει ποτέ, ίσως όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Γκοντό. Στο ίδιο πλαίσιο απομόνωσης, τα τέσσερα πρόσωπα δε συναντώνται ποτέ, και βρίσκονται σε τέσσερα διαφορετικά δωμάτια, ενώ αλληλοεπιδρούν ανταλλάζοντας καπέλα και άλλα σκηνικά αντικείμενα δια μαγείας μέσω zoom.

Οι προσεγγίσεις  των ηρώων ήταν μικτές, με έναν ψύχραιμο και στοργικό Hawke στο ρόλο του Βλάντιμιρ, και μια πιο Μπεκετική κλοουνερί προσέγγιση στον Έστραγκον του Leguizamo.Την παράσταση κλέβει ο Lucky του Wallace  Shawn, με μια ερμηνεία-ηφαίστειο που κάνει οικονομία εκεί που πρέπει, και πυροδοτείται έτσι για το θρυλικό χορό και μονόλογο του Lucky προς τέλος της πρώτης πράξης.

Το έργο διαρκεί τρεις ώρες, και παρουσιάζεται με μια άνεση στο χρόνο, που εντείνει την αίσθηση της αναμονής και της ματαιότητας στο θεατή. Πρόκειται για μια ευφυέστατη επιλογή έργου υπό τη συνθήκη του μέσου και για μια τεράστια πρόκληση. Η δυσκολία έγινε ελαφρώς αισθητή σε λίγα σημεία, όταν κάποιες φράσεις του κειμένου διαχειρίστηκαν με την ευκολία να ανταλλάσσονται ως inside jokes ανάμεσα στους δυο χαρακτήρες, χωρίς να αποσαφηνίζεται η συμβολική τους σημασία στον θεατή.

Μια ματιά στο φιλοσοφικό και υπαρξιακό πλαίσιο των ηρώων, με βαθιές θρησκευτικές και ηθικές απολήξεις. Με έναν ιδιαίτερα diverse θίασο να φωτίζει μια νέα διάσταση του έργου πάνω στο ρατσισμό και το λευκό προνόμιο.

Το ”Waiting for Godot”, είναι ένα ήσυχο έργο που έχει γραφτεί για να θέτει ερωτήσεις. Ένα έργο στο οποίο καθρεφτίζεται μια νέα πραγματικότητα που τους τελευταίους μήνες όλοι αναγκαστήκαμε να φορέσουμε. Ίσως όμως τελικά, αυτή η τρίωρη ησυχία να είναι η πιο κατάλληλη εποχή για να ρωτήσουμε και να αναρωτηθούμε.

Τα Internal Objects της Rachel Whiteread

Αν η μοίρα του ακούσιου εγκλεισμού είναι η παραίτηση, τότε οι καλλιτέχνες ως γνήσιοι φορείς της αντίστασης σε κατεστημένα και καθεστώτα βρίσκουν και εδώ την ψυχική και πνευματική διαύγεια να συνεχίσουν ακάθεκτοι, πλην όχι αλώβητοι, να δημιουργούν. Με τα μουσεία, λοιπόν, στο Λονδίνο να λειτουργούν κατόπιν ραντεβού και να χαρίζουν μια αχτίδα καλλιτεχνικής και συλλογικής αισιοδοξίας, οι καλλιτέχνες χαρίζουν πλέον στις δημιουργίες τους το ιδανικό σπίτι και φυσικό τους περιβάλλον. Έτσι, η Γκαλερί Gagosian στο Λονδίνο ανοίγει με μία έκθεση της Βρετανίδας Rachel Whiteread με εικαστικές εγκαταστάσεις της, γέννημα θρέμμα του τελευταίου έτους, ονόματι «Internal Objects».

Το εμβληματικότερο έργο της έκθεσης και της σπουδαίας Whiteread είναι, εδώ, μία ολόλευκη μισογκρεμισμένη καλύβα, με τα πάλλευκα κλαδιά των δέντρων και τις σανίδες της σκεπής να πέφτουν και να υπενθυμίζουν, θες δε θες, την αναπόφευκτη σήψη. Ενώ, ένα ακόμα της έργο αποτελείται από μεταλλικές επιφάνειες γεμάτες εξογκώματα και ραγίσματα, θυμίζοντας κι υπενθυμίζοντας την ύπαρξη ( ; ) των πανταχόθεν φαντασμάτων (μας).

Με τους διεθνείς κριτικούς τέχνης να χαρακτηρίζουν τα έργα της αριστουργήματα, το ερασιτεχνικό ,πλην διψασμένο, καλλιτεχνικό μάτι βλέπει μέσα από τις εγκαταστάσεις της Whiteread μια ιστορία με πρωταγωνιστές την αποσύνθεση και την εγκατάλειψη. Κάποιος κάποτε μπορεί και να έμενε στις εγκαταστάσεις της. Όμως, τώρα πια αυτές μένουν και παραμένουν έρημες. Αναμένοντας. 

Η IRIS VAN HERPEN – Η Αρχιτέκτων της Μόδας.

Ερευνα Μίκα Πανάγου

Με μια λέξη: οραματίστρια.

Βλέπει την μόδα ως μια νέα τέχνη του Ενδύματος και την φόρμα του ως μέρος της φύσης και της Αρχιτεκτονικής του σύμπαντος. Ενα σπάνιο μυαλό που πολύ θα θέλαμε να ανακαλύψουμε το σημείο μηδέν της έμπνευσης του. Ρούχα ζωντανά, οργανικά, υλικά νέα και φουτουριστικά, ροή υλικού σε μια σταθερή φόρμα. Οι περιγραφές μόνο περίπλοκες μπορεί να είναι, μια ματιά όμως στις δημιουργίες της αρκεί για να καταλάβουμε ότι είναι μια φυσική συνέχεια της πορείας και της φιλοσοφίας της Μόδας.

Η Iris Van Herpen είναι μακράν μοναδική, μια πρωτοπόρος σχεδιάστρια που παρουσίασε πρώτη ενδύματα από 3D εκτυπωτή σε πασαρέλα  το 2010. Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους Αρχιτέκτονες όπως  ο Rem Koolhaas, Βιολόγους στο MIT και φωτογράφους όπως ο Nick Knight και η Inez Vinoodh.

Την ονομάζουν και όχι άδικα Αρχιτέκτονα της Μόδας. Η ίδια κατανοεί την Υψηλή ραπτική ως μία γλώσσα πολλαπλών μορφών και μεταμορφώσεων, μια αυτούσια οντότητα αναδυόμενη από τον χώρο εκείνο όπου η καινοτομία και η τέχνη του χειροποίητου συναντιούνται. Παράλληλα η συμβίωση των οργανικών μορφών και το αόρατο δίχτυ της φύσης καθώς και η μη ορατές δυνάμεις που δομούν τα Αρχιτεκτονικά μοτίβα δημιουργούν ένα σημείο συνάντησης για το μυαλό και το σώμα της δημιουργικής διαδικασίας. Η δουλειά της έχει τις ρίζες της στην φύση. Κατάφερε και έκανε να περπατούν πάνω στην πασαρέλα το νερό, ο αέρας, η γη και η μορφή της κρυσταλικής δομής. Οι υγρές δυνάμεις ρέουν στα σχέδια της. Μιμούμενη τις αόρατες δυνάμεις που δομούν τον κόσμο μας, τα σχέδια της φέρουν μια βαθιά αίσθηση μιας οργανικής παρουσίας.

Ο οίκος Van Herpen, εδραιώθηκε το 2007 και παρουσιάζει τις δημιουργίες του 2 φορές το χρόνο στην κορυφαία Paris Haute Couture Week.  Υποστηρίζει την Μόδα βραδείας καύσης, με πολυμορφικές προσεγγίσεις προς καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και Επιστήμονες. Κάθε Συλλογή είναι μια περιπέτεια αναζήτησης -πέραν της τρέχουσας έννοιας & ορισμού- του τι είναι ένδυμα, ανακαλύπτοντας νέες φόρμες θηλυκότητας για μια Μελλοντική Μόδα πιο σημαντική και συνειδητή

Με εκπαίδευση στον κλασσικό χορό η  Iris van Herpen αντιλαμβάνεται τις κινήσεις σαν μια μεταμορφική κίνηση που σε συνδυασμό με την Μόδα μπορούν να επεκτείνουν το ανθρώπινο σώμα. Πρωτοπόρα υλικά και τεχνικές καταλήγουν σε υγροποιημένες φόρμες και σχήματα, πολυεπίπεδες υφές, γλυπτικές κομψές σιλουέτες που αντανακλούν τις μυριάδες γυναικείες κινήσεις. 

Δηλώνει κατακτημένη από την Αρχιτεκτονική και αναγνωρίζει την σύνδεσή Μόδας και Αρχιτεκτονικής  σαν εκφράσεις του εαυτού τους, συνδεμένες με τον ιστό και τον χρόνο της κοινωνίας.  Ξεπερνώντας τα σύνορα της βιομηχανίας του ενδύματος, σπάζοντας τα όρια αίσθηση των ορίων, ο Οίκος είναι γνωστός για την σύνδεση των εκκολαπτόμενων τεχνολογιών όπως το εξεζητημένο 3-D printing και η κοπτική με λέιζερ, μαζί με λεπτεπίλεπτες χειροποίητες τεχνικές όπως το κέντημα ή το ντραπάρισμα, δημιουργώντας  έτσι μια υβριδική Υψηλή ραπτική.  

Αιθέριες δημιουργίες τρισδιάστατης υπόστασης, βασισμένες στην εξέλιξη του χειροποίητου με την  αποδοχή της αλλαγής προσδιορίζουν τον πυρήνα της ταυτότητας του brand.
Μέσα από διασταυρούμενες γονιμοποιήσεις φαινομενικά απομακρυσμένων οντοτήτων το ατελιέ του Αλχημιστή είναι ένα εργαστήριο μιας νέας πολυτέλειας.

Ο οίκος υφαίνει συμβιωτικές συνεργασίες με καλλιτέχνες από παντού όπως τον χορογράφο Damien Jalet, την περφόρμερ καλλιτέχνιδα  Björk, τον κινητικό Καλλιτέχνη Anthony Howe, τον Αρχιτέκτονα  Philip Beesley ή τον υπολογιστή Καλλιτέχνη Neri Oxman  ώστε να επεκτείνει τα σύνορα της Μόδας.

Τις δημιουργίες της θα τις δείτε όχι τυχαία φορεμένες από εμβληματικές γυναίκες όπως η Lady Gaga ή η Tilda Swinton  αλλά και εκτεθειμένες σαν έργα τέχνης  σε παγκοσμίου φήμης Μουσεία όπως το Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης, το Victoria & Albert Museum του Λονδίνου και το Palais de Tokyo στο Παρίσι.  

Συνδυάζοντας στην ουσία την χειροποίητη τέχνη με την πρωτοπορία η Iris van Herpen σ΄αφήνει να αναρωτιέσαι που είναι η γραμμή που ξεχωρίζει την τέχνης και το design.
Υμνώντας την γυναικεία δύναμη και την θηλυκότητα το όραμα της Van Herpen’s το στηρίζουν εμπνευσμένες γυναίκες, μούσες της πολύπαθης εποχής μας όπως η Cate Blanchett, η Beyoncé, η Scarlett Johansson και η Naomi Campbell. 

Αν όλα τα παραπάνω σας έκαναν να αναρωτιέστε , αν τα θεωρείτε μεγαλόστομα και υπερβολικά, δείτε τα χορταστικά video σας έχουμε παρακάτω και …τα λέμε.

Dutch National Ballet. Director Ryan McDaniels, Costume designer Iris Van Herpen, Dancer JingJing Mao

Η αστυνομία της μνήμης

Ερευνα Ειρήνη Γιαβάση

« Αστυνομία της μνήμης. Σηκώστε τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Μην ακουμπήσετε τίποτα. Μην βγάλετε μιλιά μέχρι να τελειώσουμε. Αν δεν υπακούσετε θα συλληφθείτε αμέσως.»

Φανταστείτε τα παραπάνω λόγια να εκφέρονται στο σαλόνι σας. Ψηλοί, ψυχροί άντρες, με ατσαλάκωτες πράσινες στολές, δερμάτινες μπότες σας σημαδεύουν με όπλα που βαστούν τα δερμάτινα γάντια τους. Και τώρα, όπως αναγκάζεστε να γονατίσετε στο πάτωμα και βάζετε τα χέρια πίσω από τον σβέρκο, νιώθετε τον φόβο να σας κατακλύζει, φόβο και τύψεις επειδή πράξατε απλώς φυσικά – διατηρήσατε τις αναμνήσεις σας αναλλοίωτες. Παραμένετε ακινητοποιημένοι στο σαλόνι του σπιτιού, ενώ η Αστυνομία της Μνήμης επιθεωρεί το σπίτι για τυχόν αντικείμενα που δεν κάηκαν όταν διατάχτηκε ή κρυμμένα πράγματα που σε όλο το νησί έχουν εξαφανιστεί, αλλά εσείς ως παράνομος διατηρείτε ακόμη σε μία προσπάθεια ανταρσίας προς την φυσική εξαφάνιση των πραγμάτων. Αναρωτιέστε αν ο κόσμος που ζείτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυστοπία, αλλά δεν μπορείτε να την πείτε έτσι, καθώς βρίσκεστε μέσα της και ως εκ τούτου θα πρέπει να κατονομαστεί «πραγματικότητα». Ποιες είναι οι αναμνήσεις που προσπαθείτε με νύχια και με δόντια να διατηρήσετε; Τι είναι αυτό που προσπαθείτε τόσο πολύ να συγκρατήσετε και φοβάστε μήπως αναγκαστείτε να ξεχάσετε;

Οι κάτοικοι του νησιού της ιστορίας βιώνουν κάθε κάποιο καιρό, απροσδιόριστα και αναπάντεχα, την απώλεια. Μικρών ή μεγάλων πραγμάτων. Εισιτήρια φεριμπότ. Ατζέντες και ημερολόγια. Φυσαρμόνικες. Τριαντάφυλλα. Πράγματα που θα φυλάγονταν σε ξύλινα κουτιά κάτω από το κρεβάτι για να τα δείξουμε σε πρόσωπα πολύτιμα. Όλοι διατάζονται να ξεχάσουν. Από μία ανώτερη δύναμη που ποτέ δεν εξηγείται, μια φυσική ανωμαλία που συνιστά κανονικότητα σε αυτό το νησί, πρέπει όλοι σαν ξυπνήσουν μια μέρα, να ξεχάσουν κάτι. Τις μέρες που κάτι εξαφανίζεται από αυτόν τον αόρατο νόμο που κυβερνά το νησί, νιώθεις κάτι παράξενο στην ατμόσφαιρα. Έπειτα, οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε μικρές ομάδες και καίνε ή καταστρέφουν τα απομεινάρια από αυτό το κάτι, γιατί πια, με μία φυσική διαδικασία, δεν έχουν συναισθήματα για αυτό και ό,τι αναμνήσεις είχαν σιγά-σιγά εξανεμίζονται, ώσπου και η ίδια η λέξη του αντικειμένου να αδυνατεί να ανακαλέσει κάποια ανάμνηση.

Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που θυμούνται τα πάντα. Όχι επειδή δεν έκαψαν ή δεν κατέστρεψαν αυτό που εξαφανίστηκε. Είναι πλασμένοι να θυμούνται, ακόμη και αν όλα γύρω τους καταστρέφονται. Όσοι θυμούνται αποτελούν ανωμαλία αυτής της παράξενης φύσης. Η αστυνομία της μνήμης είναι εκεί να τους ανακαλύψει.  Κυνηγιούνται. Κρύβονται για να μην κυνηγιούνται. Το γονιδίωμά τους διερευνάται για να δουν τι φταίει και θυμούνται τους χαρταετούς, τα μήλα, τις σβούρες, τα γογγύλια. Τι θέλουν και θυμούνται; Θα ήταν πιο εύκολο να τα ξεχνούσαν όλα, οπότε τι πρόβλημα έχουν και θυμούνται;

Υπάρχουν αυτοί που λένε πως προτιμούν να προσαρμόζονται σ’ αυτήν την απλούστερη ζωή, που είναι κάθε φορά φτωχότερη. Πως ό,τι δεν γνωρίζουμε δεν έχει και τόσο σημασία καθώς δεν υπάρχει πια χώρος για αυτό στο κεφάλι και στην καρδιά. Εξάλλου, λένε, θα πεθάνουμε και περιμένουν στωικά αυτόν τον παράδοξο θάνατο, θεωρώντας πως οι δυνάμεις της προσαρμοστικότητας θα απαλύνουν την αίσθηση της παντοτινής απώλειας του εαυτού. «Πρέπει να σταματήσεις να ανησυχείς για τέτοια πράγματα. Οι εξαφανίσεις είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Δεν έχουν καμία σχέση με εμάς. Όλοι θα πεθάνουμε άλλωστε κάποια μέρα, άρα ποια η διαφορά; Ας αφήσουμε απλώς τα πράγματα στη μοίρα τους.» θα πει ο γέροντας φίλος της πρωταγωνίστριας, για να την καθησυχάσει.

Υπάρχουν αυτοί που διερωτώνται συνεχώς πού θα οδηγήσει αυτή η συστηματική συρρίκνωση. Αντιλαμβάνονται πως οι εξαφανίσεις αντικατοπτρίζουν και μία εσωτερική συρρίκνωση του εαυτού. Μερικοί γραφικοί επαναλαμβάνουν, αλλά γρήγορα συλλαμβάνονται από την αστυνομία της μνήμης: «Κανείς δεν μπορεί να σβήσει τις ιστορίες». Ο καιρός περνά, οι εξαφανίσεις συνεχίζονται, το ερώτημα γιγαντώνεται σελίδα τη σελίδα: χάνοντας τις αναμνήσεις μας, αποτελούμε τους ίδιους;

Ολοκληρώνοντας την τελευταία αράδα και κλείνοντας το βιβλίο προσπαθούσα να καταλάβω τι μου συνέβη. Μετά από ώρα κατάλαβα, καθώς αβίαστα μου ήρθε μια κινηματογραφική σκηνή. Η εικόνα που είχα δει επαναλαμβανόμενες φορές στην οθόνη ήρθε να απεικονίσει αυτό που αισθανόμουν: με είχε διαπεράσει ένα γιαπωνέζικο μαχαίρι, ένα κατάνα* και για τα λίγα λεπτά μετά την τομή το πάνω και το κάτω σώμα ισορροπούσαν το ένα πάνω στο άλλο, μέχρι να αποσχιστούν και να βιώσω εν τέλει τον πόνο, την απώλεια και τον θάνατο. Και ήταν τόσο μαστορικός ο τρόπος που χειρίστηκε αυτό το κατάνα η Ογκάουα: αργά, λιτά, χωρίς φτιασιδώματα, με μια γαλήνια ήρεμη φωνή που θυμίζει την παραδοχή της ματαιότητας των πραγμάτων και την συμφιλίωση του βαρυποινίτη με τον χρόνο, η Ογκάουα τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια μου για να με προσγειώσει στο πάτωμα. Η ψυχραιμία με την οποία παρουσιάζεται όλο το δυστοπικό σκηνικό, η λιτότητα της γραφής, η ψυχραιμία της αποτύπωσης, στην οποία θες να φωνάξεις «πώς γίνεται να τα λες τόσο ήρεμα, δεν βλέπεις τι συμβαίνει γύρω;» συντελούν στο να σε διαπεράσει η θλίψη.

Παρόλο που το βιβλίο εκδόθηκε το 1994, τα άχρονα και μη συγκεκριμένα χωρικά τοπία προσδίδουν στο κείμενο καθολικότητα που συνομιλεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτόματα σχεδόν σκέφτεσαι πως στον αναγκαστικό εγκλεισμό που περνάμε το ξεθώριασμα των διαφόρων αναμνήσεων είναι καθολική διαδικασία, που, όπως και οι κάτοικοι αυτού του νησιού, την αποδέχεσαι. Και καθώς εγκλεισμός σημαίνει λιγότερα κοινωνικά ερεθίσματα, συναντήσεις κόσμων και εντυπώσεις και εξερευνήσεις, αντιλαμβάνεσαι, μετά από έναν χρόνο, πως δεν θυμάσαι την αίσθηση ορισμένων πραγμάτων: πώς κάνουμε αγκαλιές, πως είναι να φοράς μακιγιάζ στις 12 το βράδυ, πως τα μπαρ με χαμηλό φωτισμό σε νυστάζουν, πώς είναι να χορεύεις μέσα σε πλήθος, να βγαίνεις για καφέ μετά τη δουλειά, να μιλάς με όλο σου το πρόσωπο, να διασχίζεις πολύ κόσμο. Αναρωτιέσαι όπως και οι γραφικοί κάτοικοι του νησιού «Συρρικνωνόμαστε;»

Κάθε χάσιμο αναμνήσεων μας βρίσκει πιο αδειανούς . Οι αναμνήσεις μας διαμορφώνουν αυτό που είμαστε, αυτό που είμαστε διαμορφώνει τις αναμνήσεις σας. Τι μένει μετά από αυτές τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις; «Όσο υπέροχη και αν είναι η ανάμνηση εξαφανίζεται αν την αφήσεις στην ησυχία της, αν δεν της δίνεις σημασία. Δεν αφήνουν ίχνη ούτε απόδειξη ότι κάποτε υπήρχαν.»

«Η αστυνομία της μνήμης» βρίσκεται στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Booker Μεταφρασμένου Βιβλίου του 2020. Η συγγραφέας εμπνεύστηκε την «Αστυνομία της μνήμης» από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Μοναξιά, υπαρξιακή αγωνία, αβοήθητη δυσφορία είναι τα θέματα που διαπερνούν το βιβλίο.

«Όλα θα πάνε καλά. Μπορείς να νομίζεις ότι οι αναμνήσεις χάνονται κάθε φορά που συμβαίνει μια εξαφάνιση, αλλά δεν είναι αλήθεια. Επιπλέουν σε μια λιμνούλα όπου δεν φτάνει ποτέ το φως του ήλιου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βουτήξεις το χέρι σου μέσα και σίγουρα θα βρεις κάτι. Κάτι που θα επαναφέρεις στο φως. Πρέπει να προσπαθήσεις. Δεν μπορώ να κάθομαι και να βλέπω την ψυχή σου να μαραζώνει.» λέει ο εκδότης της πρωταγωνίστριας, καταραμένος να θυμάται τα πάντα, και ως εκ τούτου αναγκασμένος να κρύβεται από την Αστυνομία της Μνήμης. Η φωνή του κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος συγκρατεί μια καλά ισορροπημένη ελπίδα στη δυστοπία.

«Αν θυμηθούμε κάτι» είπε ο γέρος παλεύοντας να βρει τις λέξεις «τι θα πρέπει να κάνουμε;»

«Τίποτα ιδιαίτερο. Είμαστε όλοι ελεύθεροι να κάνουμε τις δικές μας αναμνήσεις ό,τι θέλουμε». Ας τις φυλάξουμε καλά λοιπόν, όσο τις έχουμε ακόμη.

  • κατάνα=παραδοσιακό Γιαπωνέζικο μαχαίρι.

Εκδόσεις Πατάκη , μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου

Scroll to top