Τα Internal Objects της Rachel Whiteread

Αν η μοίρα του ακούσιου εγκλεισμού είναι η παραίτηση, τότε οι καλλιτέχνες ως γνήσιοι φορείς της αντίστασης σε κατεστημένα και καθεστώτα βρίσκουν και εδώ την ψυχική και πνευματική διαύγεια να συνεχίσουν ακάθεκτοι, πλην όχι αλώβητοι, να δημιουργούν. Με τα μουσεία, λοιπόν, στο Λονδίνο να λειτουργούν κατόπιν ραντεβού και να χαρίζουν μια αχτίδα καλλιτεχνικής και συλλογικής αισιοδοξίας, οι καλλιτέχνες χαρίζουν πλέον στις δημιουργίες τους το ιδανικό σπίτι και φυσικό τους περιβάλλον. Έτσι, η Γκαλερί Gagosian στο Λονδίνο ανοίγει με μία έκθεση της Βρετανίδας Rachel Whiteread με εικαστικές εγκαταστάσεις της, γέννημα θρέμμα του τελευταίου έτους, ονόματι «Internal Objects».

Το εμβληματικότερο έργο της έκθεσης και της σπουδαίας Whiteread είναι, εδώ, μία ολόλευκη μισογκρεμισμένη καλύβα, με τα πάλλευκα κλαδιά των δέντρων και τις σανίδες της σκεπής να πέφτουν και να υπενθυμίζουν, θες δε θες, την αναπόφευκτη σήψη. Ενώ, ένα ακόμα της έργο αποτελείται από μεταλλικές επιφάνειες γεμάτες εξογκώματα και ραγίσματα, θυμίζοντας κι υπενθυμίζοντας την ύπαρξη ( ; ) των πανταχόθεν φαντασμάτων (μας).

Με τους διεθνείς κριτικούς τέχνης να χαρακτηρίζουν τα έργα της αριστουργήματα, το ερασιτεχνικό ,πλην διψασμένο, καλλιτεχνικό μάτι βλέπει μέσα από τις εγκαταστάσεις της Whiteread μια ιστορία με πρωταγωνιστές την αποσύνθεση και την εγκατάλειψη. Κάποιος κάποτε μπορεί και να έμενε στις εγκαταστάσεις της. Όμως, τώρα πια αυτές μένουν και παραμένουν έρημες. Αναμένοντας. 

Η IRIS VAN HERPEN – Η Αρχιτέκτων της Μόδας.

Ερευνα Μίκα Πανάγου

Με μια λέξη: οραματίστρια.

Βλέπει την μόδα ως μια νέα τέχνη του Ενδύματος και την φόρμα του ως μέρος της φύσης και της Αρχιτεκτονικής του σύμπαντος. Ενα σπάνιο μυαλό που πολύ θα θέλαμε να ανακαλύψουμε το σημείο μηδέν της έμπνευσης του. Ρούχα ζωντανά, οργανικά, υλικά νέα και φουτουριστικά, ροή υλικού σε μια σταθερή φόρμα. Οι περιγραφές μόνο περίπλοκες μπορεί να είναι, μια ματιά όμως στις δημιουργίες της αρκεί για να καταλάβουμε ότι είναι μια φυσική συνέχεια της πορείας και της φιλοσοφίας της Μόδας.

Η Iris Van Herpen είναι μακράν μοναδική, μια πρωτοπόρος σχεδιάστρια που παρουσίασε πρώτη ενδύματα από 3D εκτυπωτή σε πασαρέλα  το 2010. Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους Αρχιτέκτονες όπως  ο Rem Koolhaas, Βιολόγους στο MIT και φωτογράφους όπως ο Nick Knight και η Inez Vinoodh.

Την ονομάζουν και όχι άδικα Αρχιτέκτονα της Μόδας. Η ίδια κατανοεί την Υψηλή ραπτική ως μία γλώσσα πολλαπλών μορφών και μεταμορφώσεων, μια αυτούσια οντότητα αναδυόμενη από τον χώρο εκείνο όπου η καινοτομία και η τέχνη του χειροποίητου συναντιούνται. Παράλληλα η συμβίωση των οργανικών μορφών και το αόρατο δίχτυ της φύσης καθώς και η μη ορατές δυνάμεις που δομούν τα Αρχιτεκτονικά μοτίβα δημιουργούν ένα σημείο συνάντησης για το μυαλό και το σώμα της δημιουργικής διαδικασίας. Η δουλειά της έχει τις ρίζες της στην φύση. Κατάφερε και έκανε να περπατούν πάνω στην πασαρέλα το νερό, ο αέρας, η γη και η μορφή της κρυσταλικής δομής. Οι υγρές δυνάμεις ρέουν στα σχέδια της. Μιμούμενη τις αόρατες δυνάμεις που δομούν τον κόσμο μας, τα σχέδια της φέρουν μια βαθιά αίσθηση μιας οργανικής παρουσίας.

Ο οίκος Van Herpen, εδραιώθηκε το 2007 και παρουσιάζει τις δημιουργίες του 2 φορές το χρόνο στην κορυφαία Paris Haute Couture Week.  Υποστηρίζει την Μόδα βραδείας καύσης, με πολυμορφικές προσεγγίσεις προς καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και Επιστήμονες. Κάθε Συλλογή είναι μια περιπέτεια αναζήτησης -πέραν της τρέχουσας έννοιας & ορισμού- του τι είναι ένδυμα, ανακαλύπτοντας νέες φόρμες θηλυκότητας για μια Μελλοντική Μόδα πιο σημαντική και συνειδητή

Με εκπαίδευση στον κλασσικό χορό η  Iris van Herpen αντιλαμβάνεται τις κινήσεις σαν μια μεταμορφική κίνηση που σε συνδυασμό με την Μόδα μπορούν να επεκτείνουν το ανθρώπινο σώμα. Πρωτοπόρα υλικά και τεχνικές καταλήγουν σε υγροποιημένες φόρμες και σχήματα, πολυεπίπεδες υφές, γλυπτικές κομψές σιλουέτες που αντανακλούν τις μυριάδες γυναικείες κινήσεις. 

Δηλώνει κατακτημένη από την Αρχιτεκτονική και αναγνωρίζει την σύνδεσή Μόδας και Αρχιτεκτονικής  σαν εκφράσεις του εαυτού τους, συνδεμένες με τον ιστό και τον χρόνο της κοινωνίας.  Ξεπερνώντας τα σύνορα της βιομηχανίας του ενδύματος, σπάζοντας τα όρια αίσθηση των ορίων, ο Οίκος είναι γνωστός για την σύνδεση των εκκολαπτόμενων τεχνολογιών όπως το εξεζητημένο 3-D printing και η κοπτική με λέιζερ, μαζί με λεπτεπίλεπτες χειροποίητες τεχνικές όπως το κέντημα ή το ντραπάρισμα, δημιουργώντας  έτσι μια υβριδική Υψηλή ραπτική.  

Αιθέριες δημιουργίες τρισδιάστατης υπόστασης, βασισμένες στην εξέλιξη του χειροποίητου με την  αποδοχή της αλλαγής προσδιορίζουν τον πυρήνα της ταυτότητας του brand.
Μέσα από διασταυρούμενες γονιμοποιήσεις φαινομενικά απομακρυσμένων οντοτήτων το ατελιέ του Αλχημιστή είναι ένα εργαστήριο μιας νέας πολυτέλειας.

Ο οίκος υφαίνει συμβιωτικές συνεργασίες με καλλιτέχνες από παντού όπως τον χορογράφο Damien Jalet, την περφόρμερ καλλιτέχνιδα  Björk, τον κινητικό Καλλιτέχνη Anthony Howe, τον Αρχιτέκτονα  Philip Beesley ή τον υπολογιστή Καλλιτέχνη Neri Oxman  ώστε να επεκτείνει τα σύνορα της Μόδας.

Τις δημιουργίες της θα τις δείτε όχι τυχαία φορεμένες από εμβληματικές γυναίκες όπως η Lady Gaga ή η Tilda Swinton  αλλά και εκτεθειμένες σαν έργα τέχνης  σε παγκοσμίου φήμης Μουσεία όπως το Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης, το Victoria & Albert Museum του Λονδίνου και το Palais de Tokyo στο Παρίσι.  

Συνδυάζοντας στην ουσία την χειροποίητη τέχνη με την πρωτοπορία η Iris van Herpen σ΄αφήνει να αναρωτιέσαι που είναι η γραμμή που ξεχωρίζει την τέχνης και το design.
Υμνώντας την γυναικεία δύναμη και την θηλυκότητα το όραμα της Van Herpen’s το στηρίζουν εμπνευσμένες γυναίκες, μούσες της πολύπαθης εποχής μας όπως η Cate Blanchett, η Beyoncé, η Scarlett Johansson και η Naomi Campbell. 

Αν όλα τα παραπάνω σας έκαναν να αναρωτιέστε , αν τα θεωρείτε μεγαλόστομα και υπερβολικά, δείτε τα χορταστικά video σας έχουμε παρακάτω και …τα λέμε.

Dutch National Ballet. Director Ryan McDaniels, Costume designer Iris Van Herpen, Dancer JingJing Mao

Edward Gordon Craig-αποτυχημένος ηθοποιός, μέγας σκηνογράφος

Ερευνα  Σοφία Γουργουλιάνη

Εάν έχετε συνδέσει τους ελάχιστους ή τους πολλούς 94χρονους που έχετε γνωρίσει με κάποιο αστικό διαμέρισμα στην Κυψέλη και με μεγάλα γυαλιά μυωπίας ή με κάποιο χωριό στο Πήλιο και με μεγάλα γυαλιά μυωπίας, τότε ο Edward Gordon Craig στα 94 του, το 1996, θα σας υποδεχόταν σε κάποιο μεσαιωνικό στενάκι της Vance στη Νότια Γαλλία (μάλλον με μεγάλα γυαλιά μυωπίας). Εκεί θα σας γκρίνιαζε για τον καιρό και για τα κόκκαλα του που πονάνε, θα έπινε κρασί ή θα έτρωγε ένα croissant με βούτυρο και θα σας μιλούσε για θέατρο, γι’ αυτά που έκανε και γι’ αυτά που (του) μείνανε ακόμα να κάνει. Και ίσως εσείς να τον ρωτούσατε για τις μαριονέτες. Ίσως να σας έλεγε όλα του τα μυστικά και ίσως τότε να μαθαίναμε και όλοι εμείς το μεγάλο μυστικό και την αληθινή φύση της uber-marionette που τόσο αγαπούσε αλλά ποτέ δεν αποσαφήνισε.

Τέκνο εκτός γάμου της μεγάλης ηθοποιού Ellen Terry και του αρχιτέκτονα Edward Goldwin, ο Craig θήτευσε δίπλα στον Sir Henry Irving για μια διετία ως ηθοποιός. Εγκατέλειψε, όμως, γρήγορα την υποκριτική καριέρα αναγνωρίζοντας την ανεπάρκεια του και στράφηκε γρήγορα στην σκηνοθεσία και την σκηνογραφία που αποτέλεσαν και την οριστική δημιουργική του πατρίδα. Κατά τη διάρκεια της υποκριτικής του καριέρας πέρα από την εντατική μελέτη σκηνοθετικών τάσεων και απόψεων ανακάλυψε και την τέχνη του ξυλόγλυπτου βρίσκοντας στις ξύλινες φιγούρες και στην αυστηρότητα των μορφών τους την απαρχή του -μετέπειτα- πυρήνα των σκηνοθετικών του απόψεων. Οι ξύλινες φιγούρες και η καινοτόμα αισθητική του διαμόρφωσαν μία νέα σκηνογραφία η οποία απομάκρυνε οριστικά από την σκηνή την νατουραλιστική ομορφιά και από την υποκριτική την υπερβολική έμφαση. Τα σκηνικά του Craig που δομούνταν και υπαγορεύονταν από αυστηρές κι απέριττες φόρμες κι από ανόργανα υλικά ,όπως η πέτρα, έλαβαν αυτομάτως τον χαρακτηρισμό του άσχημου κι ακαλαίσθητου σε μια Βρετανία που φημιζόταν, ακόμα, για την θεατρική της εμμονή στην κλασική ομορφιά.

Εγκαταλείποντας την Αγγλία και την αισθητική της, μετατρέπεται γρήγορα σε έναν, τότε, δημιουργικό πολίτη του κόσμου. Συνεργάζεται, αρχικά, με τον Γερμανό Otto Brahm δίπλα στον οποίο βρίσκει προσωρινό καλλιτεχνικό καταφύγιο. Ο έρωτας του, όμως, με την Isadora Duncan θα τον οδηγήσει στη Μόσχα και στα σκαλιά του Moscow Art Theatre και του Stanislavsky. Μια συνεργασία γεννήθηκε πάραυτα ανάμεσα στους μεγάλους οραματιστές που μέσα από συγκρούσεις και καθυστερήσεις γέννησε ένα ανέβασμα-σταθμό στην ιστορία του θεάτρου του 20ου αιώνα, τον «Άμλετ» στο Moscow Art Theatre το 1911-1912. Εκεί ο Craig εφάρμοσε την θεωρία των αυστηρών του γραμμών επενδύοντας σε μια σειρά από κινούμενες οθόνες από πέτρα και σε μια σειρά κολώνες απογυμνωμένες από περιττά στολίδια. Ενώ, αφαιρώντας ένα πλήθος ενδυματολογικών υπερβολών και από τα κοστούμια των πρωταγωνιστών επένδυσε, εδώ, στην μεγαλοπρέπεια της απλότητας του σκηνικού του. Και είδε για πρώτη φορά την δουλειά του να αναγνωρίζεται απόλυτα και τον ίδιο να αποκτά φανατικούς θιασώτες των θεατρικών του καινοτομιών.

Βρίσκοντας, τελικά, πολυετές καλλιτεχνικό καταφύγιο στην Ιταλία ιδρύει εκεί την δική του  σκηνογραφική σχολή. Η δύστροπή φύση του χαρακτήρα του και η αδυναμία του να συνεργαστεί με όσους δεν υποτάσσονταν απόλυτα στις σκηνοθετικές του επιταγές τον απομάκρυναν από την σκηνή και τον «έριξαν» στα δίχτυα της ανάπτυξης της δικής του προσωπικής θεωρίας. Μιας θεωρίας που εισάγει οριστικά και αμετάκλητα την μεγάλη καινοτομία και το άλυτο ερωτηματικό της uber-marionette. Διατυμπανίζοντας από την αρχή της καριέρας του την απέχθεια του προς τους ηθοποιούς και την αδυναμία τους να υπηρετήσουν το σκηνοθετικό του όραμα, εισάγει σταδιακά την ανάγκη για αντικατάσταση τους από αυτή την υπερ-μαριονέτα. Στα γραπτά του μιλάει για τις αρετές της υπερ-μαριονέτας η οποία είναι σιωπηλή και υπάκουη χωρίς να προσποιείται ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Έχοντας, λοιπόν, αποδομήσει πλήρως την υποκριτική τέχνη και έχοντας αποθεώσει τον αυταρχισμό του σκηνοθέτη ως άνακτα της θεατρικής πράξης, ο Craig δεν έφερε ποτέ στην σκηνή την υπερ-μαριονέτα αφήνοντας θεωρητικούς του θεάτρου ακόμα και σήμερα να διαφωνούν ως προς την φύση της. Με τους μεν να μιλούν για κάποιου είδους υπερμεγέθη μαριονέτα και τους δε να μιλούν για έναν άνθρωπο-υποκριτή ντυμένο ως μαριονέτα, ο θάνατος του Craig στα 94 του έτη, έθαψε έναν πρωτοπόρο πλην αυταρχικό δημιουργό μαζί με τα πάσης φύσεως καλλιτεχνικά του μυστικά.

 

Σκηνική μακέτα για τον Μάκμπεθ

Η αστυνομία της μνήμης

Ερευνα Ειρήνη Γιαβάση

« Αστυνομία της μνήμης. Σηκώστε τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Μην ακουμπήσετε τίποτα. Μην βγάλετε μιλιά μέχρι να τελειώσουμε. Αν δεν υπακούσετε θα συλληφθείτε αμέσως.»

Φανταστείτε τα παραπάνω λόγια να εκφέρονται στο σαλόνι σας. Ψηλοί, ψυχροί άντρες, με ατσαλάκωτες πράσινες στολές, δερμάτινες μπότες σας σημαδεύουν με όπλα που βαστούν τα δερμάτινα γάντια τους. Και τώρα, όπως αναγκάζεστε να γονατίσετε στο πάτωμα και βάζετε τα χέρια πίσω από τον σβέρκο, νιώθετε τον φόβο να σας κατακλύζει, φόβο και τύψεις επειδή πράξατε απλώς φυσικά – διατηρήσατε τις αναμνήσεις σας αναλλοίωτες. Παραμένετε ακινητοποιημένοι στο σαλόνι του σπιτιού, ενώ η Αστυνομία της Μνήμης επιθεωρεί το σπίτι για τυχόν αντικείμενα που δεν κάηκαν όταν διατάχτηκε ή κρυμμένα πράγματα που σε όλο το νησί έχουν εξαφανιστεί, αλλά εσείς ως παράνομος διατηρείτε ακόμη σε μία προσπάθεια ανταρσίας προς την φυσική εξαφάνιση των πραγμάτων. Αναρωτιέστε αν ο κόσμος που ζείτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυστοπία, αλλά δεν μπορείτε να την πείτε έτσι, καθώς βρίσκεστε μέσα της και ως εκ τούτου θα πρέπει να κατονομαστεί «πραγματικότητα». Ποιες είναι οι αναμνήσεις που προσπαθείτε με νύχια και με δόντια να διατηρήσετε; Τι είναι αυτό που προσπαθείτε τόσο πολύ να συγκρατήσετε και φοβάστε μήπως αναγκαστείτε να ξεχάσετε;

Οι κάτοικοι του νησιού της ιστορίας βιώνουν κάθε κάποιο καιρό, απροσδιόριστα και αναπάντεχα, την απώλεια. Μικρών ή μεγάλων πραγμάτων. Εισιτήρια φεριμπότ. Ατζέντες και ημερολόγια. Φυσαρμόνικες. Τριαντάφυλλα. Πράγματα που θα φυλάγονταν σε ξύλινα κουτιά κάτω από το κρεβάτι για να τα δείξουμε σε πρόσωπα πολύτιμα. Όλοι διατάζονται να ξεχάσουν. Από μία ανώτερη δύναμη που ποτέ δεν εξηγείται, μια φυσική ανωμαλία που συνιστά κανονικότητα σε αυτό το νησί, πρέπει όλοι σαν ξυπνήσουν μια μέρα, να ξεχάσουν κάτι. Τις μέρες που κάτι εξαφανίζεται από αυτόν τον αόρατο νόμο που κυβερνά το νησί, νιώθεις κάτι παράξενο στην ατμόσφαιρα. Έπειτα, οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε μικρές ομάδες και καίνε ή καταστρέφουν τα απομεινάρια από αυτό το κάτι, γιατί πια, με μία φυσική διαδικασία, δεν έχουν συναισθήματα για αυτό και ό,τι αναμνήσεις είχαν σιγά-σιγά εξανεμίζονται, ώσπου και η ίδια η λέξη του αντικειμένου να αδυνατεί να ανακαλέσει κάποια ανάμνηση.

Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που θυμούνται τα πάντα. Όχι επειδή δεν έκαψαν ή δεν κατέστρεψαν αυτό που εξαφανίστηκε. Είναι πλασμένοι να θυμούνται, ακόμη και αν όλα γύρω τους καταστρέφονται. Όσοι θυμούνται αποτελούν ανωμαλία αυτής της παράξενης φύσης. Η αστυνομία της μνήμης είναι εκεί να τους ανακαλύψει.  Κυνηγιούνται. Κρύβονται για να μην κυνηγιούνται. Το γονιδίωμά τους διερευνάται για να δουν τι φταίει και θυμούνται τους χαρταετούς, τα μήλα, τις σβούρες, τα γογγύλια. Τι θέλουν και θυμούνται; Θα ήταν πιο εύκολο να τα ξεχνούσαν όλα, οπότε τι πρόβλημα έχουν και θυμούνται;

Υπάρχουν αυτοί που λένε πως προτιμούν να προσαρμόζονται σ’ αυτήν την απλούστερη ζωή, που είναι κάθε φορά φτωχότερη. Πως ό,τι δεν γνωρίζουμε δεν έχει και τόσο σημασία καθώς δεν υπάρχει πια χώρος για αυτό στο κεφάλι και στην καρδιά. Εξάλλου, λένε, θα πεθάνουμε και περιμένουν στωικά αυτόν τον παράδοξο θάνατο, θεωρώντας πως οι δυνάμεις της προσαρμοστικότητας θα απαλύνουν την αίσθηση της παντοτινής απώλειας του εαυτού. «Πρέπει να σταματήσεις να ανησυχείς για τέτοια πράγματα. Οι εξαφανίσεις είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Δεν έχουν καμία σχέση με εμάς. Όλοι θα πεθάνουμε άλλωστε κάποια μέρα, άρα ποια η διαφορά; Ας αφήσουμε απλώς τα πράγματα στη μοίρα τους.» θα πει ο γέροντας φίλος της πρωταγωνίστριας, για να την καθησυχάσει.

Υπάρχουν αυτοί που διερωτώνται συνεχώς πού θα οδηγήσει αυτή η συστηματική συρρίκνωση. Αντιλαμβάνονται πως οι εξαφανίσεις αντικατοπτρίζουν και μία εσωτερική συρρίκνωση του εαυτού. Μερικοί γραφικοί επαναλαμβάνουν, αλλά γρήγορα συλλαμβάνονται από την αστυνομία της μνήμης: «Κανείς δεν μπορεί να σβήσει τις ιστορίες». Ο καιρός περνά, οι εξαφανίσεις συνεχίζονται, το ερώτημα γιγαντώνεται σελίδα τη σελίδα: χάνοντας τις αναμνήσεις μας, αποτελούμε τους ίδιους;

Ολοκληρώνοντας την τελευταία αράδα και κλείνοντας το βιβλίο προσπαθούσα να καταλάβω τι μου συνέβη. Μετά από ώρα κατάλαβα, καθώς αβίαστα μου ήρθε μια κινηματογραφική σκηνή. Η εικόνα που είχα δει επαναλαμβανόμενες φορές στην οθόνη ήρθε να απεικονίσει αυτό που αισθανόμουν: με είχε διαπεράσει ένα γιαπωνέζικο μαχαίρι, ένα κατάνα* και για τα λίγα λεπτά μετά την τομή το πάνω και το κάτω σώμα ισορροπούσαν το ένα πάνω στο άλλο, μέχρι να αποσχιστούν και να βιώσω εν τέλει τον πόνο, την απώλεια και τον θάνατο. Και ήταν τόσο μαστορικός ο τρόπος που χειρίστηκε αυτό το κατάνα η Ογκάουα: αργά, λιτά, χωρίς φτιασιδώματα, με μια γαλήνια ήρεμη φωνή που θυμίζει την παραδοχή της ματαιότητας των πραγμάτων και την συμφιλίωση του βαρυποινίτη με τον χρόνο, η Ογκάουα τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια μου για να με προσγειώσει στο πάτωμα. Η ψυχραιμία με την οποία παρουσιάζεται όλο το δυστοπικό σκηνικό, η λιτότητα της γραφής, η ψυχραιμία της αποτύπωσης, στην οποία θες να φωνάξεις «πώς γίνεται να τα λες τόσο ήρεμα, δεν βλέπεις τι συμβαίνει γύρω;» συντελούν στο να σε διαπεράσει η θλίψη.

Παρόλο που το βιβλίο εκδόθηκε το 1994, τα άχρονα και μη συγκεκριμένα χωρικά τοπία προσδίδουν στο κείμενο καθολικότητα που συνομιλεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτόματα σχεδόν σκέφτεσαι πως στον αναγκαστικό εγκλεισμό που περνάμε το ξεθώριασμα των διαφόρων αναμνήσεων είναι καθολική διαδικασία, που, όπως και οι κάτοικοι αυτού του νησιού, την αποδέχεσαι. Και καθώς εγκλεισμός σημαίνει λιγότερα κοινωνικά ερεθίσματα, συναντήσεις κόσμων και εντυπώσεις και εξερευνήσεις, αντιλαμβάνεσαι, μετά από έναν χρόνο, πως δεν θυμάσαι την αίσθηση ορισμένων πραγμάτων: πώς κάνουμε αγκαλιές, πως είναι να φοράς μακιγιάζ στις 12 το βράδυ, πως τα μπαρ με χαμηλό φωτισμό σε νυστάζουν, πώς είναι να χορεύεις μέσα σε πλήθος, να βγαίνεις για καφέ μετά τη δουλειά, να μιλάς με όλο σου το πρόσωπο, να διασχίζεις πολύ κόσμο. Αναρωτιέσαι όπως και οι γραφικοί κάτοικοι του νησιού «Συρρικνωνόμαστε;»

Κάθε χάσιμο αναμνήσεων μας βρίσκει πιο αδειανούς . Οι αναμνήσεις μας διαμορφώνουν αυτό που είμαστε, αυτό που είμαστε διαμορφώνει τις αναμνήσεις σας. Τι μένει μετά από αυτές τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις; «Όσο υπέροχη και αν είναι η ανάμνηση εξαφανίζεται αν την αφήσεις στην ησυχία της, αν δεν της δίνεις σημασία. Δεν αφήνουν ίχνη ούτε απόδειξη ότι κάποτε υπήρχαν.»

«Η αστυνομία της μνήμης» βρίσκεται στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Booker Μεταφρασμένου Βιβλίου του 2020. Η συγγραφέας εμπνεύστηκε την «Αστυνομία της μνήμης» από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Μοναξιά, υπαρξιακή αγωνία, αβοήθητη δυσφορία είναι τα θέματα που διαπερνούν το βιβλίο.

«Όλα θα πάνε καλά. Μπορείς να νομίζεις ότι οι αναμνήσεις χάνονται κάθε φορά που συμβαίνει μια εξαφάνιση, αλλά δεν είναι αλήθεια. Επιπλέουν σε μια λιμνούλα όπου δεν φτάνει ποτέ το φως του ήλιου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βουτήξεις το χέρι σου μέσα και σίγουρα θα βρεις κάτι. Κάτι που θα επαναφέρεις στο φως. Πρέπει να προσπαθήσεις. Δεν μπορώ να κάθομαι και να βλέπω την ψυχή σου να μαραζώνει.» λέει ο εκδότης της πρωταγωνίστριας, καταραμένος να θυμάται τα πάντα, και ως εκ τούτου αναγκασμένος να κρύβεται από την Αστυνομία της Μνήμης. Η φωνή του κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος συγκρατεί μια καλά ισορροπημένη ελπίδα στη δυστοπία.

«Αν θυμηθούμε κάτι» είπε ο γέρος παλεύοντας να βρει τις λέξεις «τι θα πρέπει να κάνουμε;»

«Τίποτα ιδιαίτερο. Είμαστε όλοι ελεύθεροι να κάνουμε τις δικές μας αναμνήσεις ό,τι θέλουμε». Ας τις φυλάξουμε καλά λοιπόν, όσο τις έχουμε ακόμη.

  • κατάνα=παραδοσιακό Γιαπωνέζικο μαχαίρι.

Εκδόσεις Πατάκη , μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου

30 Οκτωβρίου 1938: Οι Εξωγήινοι στην Νέα Υόρκη

Στις 30 Οκτωβρίου 1938, η Αμερική τρώει τα νύχια και τις σάρκες της παρακολουθώντας τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα και τις χιτλερικές εξελίξεις.

Στο Μανχάταν ένας κάποιος Τζον ή Τζακ παντρεύεται μια κάποια Μέρι ή Κάθυ. Το ερωτευμένο ζευγάρι, ως μη αναμενόταν, αμέσως μετά την τελετή, βρίσκεται στον χώρο της δεξίωσης ανήσυχο και μόνο. Σε λίγα λεπτά, ο Τζον και η Μέρι βλέπουν ανακουφισμένοι τους πρώτους καλεσμένους να φτάνουν, χαμογελούν και φιλιούνται βιαστικά στο στόμα. Ο Τζακ και η Κάθυ βλέπουν ανακουφισμένοι τους πρώτους καλεσμένους να πλησιάζουν, κρατιούνται χέρι-χέρι και ψιθυρίζουν σ’ αγαπώ. Το πρώτο τραγούδι της βραδιάς του γάμου ακούγεται και το ζευγάρι κουνάει διακριτικά χέρια και πόδια στο ρυθμό του. Ξαφνικά, πέντε ή έξι από τους καλεσμένους που μόλις πάτησαν το πόδι τους στην αίθουσα, αρπάζουν το μικρόφωνο από τα χέρια της νύφης και έντρομοι πληροφορούν το ζευγάρι και τους ελάχιστους καλεσμένους ότι το Μανχάταν βιώνει την πρώτη ,στην ιστορία του, επιδρομή εξωγήινων.

Αν, λοιπόν, τα fakenews και η χειραγώγηση των μαζών σας μοιάζουν γέννημα και θρέμμα της ψηφιακής μας εποχής, η ιστορία της ραδιοφωνικής εκπομπής του Όρσον Γουέλς, στις 30 Οκτωβρίου 1938, αποτελεί απτή απόδειξη της ευκολίας παραγωγής μαζικής τρομολαγνείας.

Ο 23χρονος, λοιπόν, Όρσον γνωρίζει μικρή, ακόμα, επιτυχία διασκευάζοντας διάσημα λογοτεχνικά έργα για την ραδιοφωνική του εκπομπή. Η επιτυχία αυτή θα γιγαντωθεί ξαφνικά το εν λόγω βράδυ, όταν ο Όρσον και οι συνεργάτες του, θα παρουσιάσουν στο κοινό το μυθιστόρημα του X. Tζ. Γουέλς, «Ο πόλεμος των κόσμων». Διακόπτοντας, λοιπόν, την ροή της λογοτεχνικής αφήγησης, ακούγεται ανήσυχη η βαριά φωνή του Όρσον Γουέλς «Κυρίες και κύριοι, πρέπει να σας κάνω μια σοβαρή ανακοίνωση. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, τόσο οι παρατηρήσεις της επιστήμης όσο και όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάποια περίεργα όντα που προσγειώθηκαν στα χωράφια του Τζέρσεϋ απόψε αποτελούν στρατό εισβολής από τον πλανήτη Άρη.». Ένας μεγάλος αριθμός ακροατών, υπό την επήρεια της αληθοφάνειας της περιγραφής και του συνακόλουθου πανικού, δεν άλλαξε ποτέ ραδιοφωνική συχνότητα. Έτσι, ενώ η υπόλοιπη Αμερική ασχολείται με κολοκύθες και αμέριμνες βόλτες στην γειτονιά γιορτάζοντας ήσυχη και ευτυχισμένη τοHalloween, οι ακροατές του Όρσον Γουέλς παρακολουθούν τους εξωγήινους να προχωρούν ακάθεκτοι προς την Νέα Υόρκη διαλύοντας τα αμερικανικά στρατεύματα και απειλώντας άμεσα πλέον οικογενειακές εστίες και ζωές.

Ενώ, τελικά, οι χαμογελαστές κολοκύθες (λόγω του Halloween) στους δρόμους του Νιού Τζέρσει και της Νέας Υόρκης θα τσαλαπατηθούν από παπούτσια κι από ρόδες αυτοκινήτων, περίπου 1,2 εκατομμυρίων πολιτών που θα σπεύσουν πανικόβλητοι να συνδράμουν στον πόλεμο κατά των εξωγήινων.

Ανά τα χρόνια, ο ίδιος ο Γουέλς, ο αρχιτέκτονας του οικοδομήματος της πρώτης μαζικής μιντιακής τρομολογανείας, δεν έχει διασαφηνίσει εάν ο απόλυτος αυτός πανικός ήταν αποτέλεσμα δαιμόνιου σχεδιασμού ή παρελκόμενο της μοιραία ισχυρής απήχησης ενός νέου μέσου ενημέρωσης, του ραδιοφώνου. Με φίλους του Γουέλς να δηλώνουν θιασώτες και των δύο απόψεων, 83 χρόνια μετά, το εκούσιο ή ακούσιο αυτό εγχείρημα μοιάζει να αποκτά απόλυτη επικαιρότητα.

Σε ένα, λοιπόν, διεθνές μιντιακό πεδίο όπου ο σχηματισμός της κοινής γνώμης μοιάζει με παιχνίδι στα χέρια των λίγων και των ισχυρών και η αλήθεια προνόμιο των μικρών και των «τρελών», μερικές τσαλαπατημένες κολοκύθες μοιάζουν, πια, με άκακο πρόγονο της καλπάζουσας τρομολαγνείας και χειραγώγησης του 21ου μας αιώνα.

Hamlet του Shakespeare και της RUTH NEGA

 

Ο δικός μας Hamlet δεν ήταν δυνατόν να μην σταματήσει έξω από το …….. και να μην μνημονεύσει εδώ μία παράσταση του ….Hamlet.

Δεν ήταν δυνατόν να μην επισημάνει και θαυμάσει μία ηθοποιό ελάχιστα γνωστή– για να μην πω καθόλου- στο Ελληνικό κοινό: RUTH NEGGA το όνομα της και το μικρό και αδύνατο σώμα της έβγαλε μια πρωτόγνωρη δύναμη. Την δύναμη του Σαιξπηρικού κορυφαίου ήρωα. Ο Hamlet της Negga είναι παραγωγή του  Dublin Gate theater μεταφέρθηκε και έκανε πρεμιέρα στο St Ann’s Warehouse του Μπρούκλιν στις 9 Φεβρουαρίου 2020 και έκλεισε στις 8 Μαρτίου.

Πρόλαβε ωστόσο να ταράξει τα νερά και να αναδείξει τόσο την Negga σε έναν πρωτόγνωρο και καταπληκτικό Hamlet αλλά και την σκηνοθεσία της Yaël Farber σε μία εμπνευσμένη σκηνοθεσία.

Η Ruth Negga Ιρλανδή με ρίζες από την Αιθιοπία, κατάφερε να δώσει ένα Αμλετ  μεγάλης έξαρσης μέσα στη μελαγχολία του. Με μια ενστικτώδη νεανική οργή εκφράζει μια αηδία που φτάνει μέχρι τις πίσω σειρές του θεάτρου για τον διεφθαρμένο πολιτικό κόσμο που μπορεί κορυφαίο ρόλο να παίζει ο θειος του και η  ίδια η μητέρα του αλλά μέρος του αποτελεί και αυτός ο ίδιος  τον Θείο του και τώρα πατριό του μέρος του είναι και αυτός ο ίδιος.   Το υπαρξιακό στοιχείο λοιπόν που έτσι και αλλιώς δεσπόζει στον Σαιξπηρικό ήρωα αποκτάει μια έντονη πολιτική διάσταση και γίνεται καταγγελία των πολιτικών ηθών και πρακτικών.

Ας μην ξεχνάμε την καλή Γαλλική λογοτεχνία…!

Της Μάρθας Αρβανιτίδου

Βραβείο Goncourt… Τι πιο τιμητικός έπαινος για έναν Γάλλο συγγραφέα;!

Το πεζό έργο μυθοπλασίας που καταφέρνει να «φορέσει»  αυτό τον τίτλο στον ετήσιο διαγωνισμό Goncourt θεωρείται το κορυφαίο της χρονιάς και όχι μόνο… ίσως κι ένα από τα καλύτερα έργα που γεννήθηκαν ποτέ στους κόλπους της γαλλικής λογοτεχνίας! Βέβαια τα πολλά συγχαρητήρια που απονέμονται στον δημιουργό, από την ακαδημία Goncourt, συνοδεύονται από ένα συμβολικό χρηματικό ποσό αλλά και από μια μεγάλη αναγνώριση τόσο στη Γαλλία όσο και παγκοσμίως.

Αυτή η δόξα και τιμή ενδεχομένως να αποτέλεσαν ένα αρκετά ικανοποιητικό κίνητρο ώστε να «τρέξουν» και οι περσινοί (2020) «καταδρομείς»- υποψήφιοι συγγραφείς σε αυτό τον λογοτεχνικό αγώνα, με στόχο να σηκώσουν το νικητήριο λάβαρο της απόλυτης έγκρισης της  λογοτεχνικής κοινότητας.

Η ψηφοφορία έχει προφορικό χαρακτήρα και λαμβάνει χώρα σε τρία στάδια.

Στον πρώτο γύροεπιλογής αναδεικνύονται τα πρώτα 14 λογοτεχνικά έργα.

Στον δεύτερο, συνεχίζουν τα μισά σε αριθμό,

Και στον τρίτο αναλόγως.

Το 2020, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο ψηφοφορίας κλήθηκαν να αγωνιστούν οι: Djaïli Amadou Amal, HervéLe Tellier, Maël Renouard και Camillede Toledo,

με τα εξής έργα αντίστοιχα: Les Impatientes, L’Anomalie, L’Historiographe du royaume, Thésée, savie nouvelle.

Girl From the North Country, ένα Jukebox musical

Ένα έθνος καταρρακωμένο. Αποταμιεύσεις μιας ζωής εξαφανισμένες σε μια νύχτα. Το σπίτι που νόμιζες ότι θα ζεις για πάντα δεν υπάρχει πια. Οι άνθρωποι αντί να έρχονται σε επαφή , έρχονται σε σύγκρουση, ακόμη και μέλη της ίδιας οικογενείας. Και ο χειμώνας φαίνεται ατελείωτος.

Αυτή είναι η οπτική του Ιρλανδού δραματουργού  Connor McPherson, από το Ντουλούθ της Μινεσότα του 1934, όπως το συνοψίζει στο βαθύτατα όμορφο  “Girl From the North Country,”  (Το κορίτσι από τα Βόρεια)). Το έργο θα ήταν άλλος ένας τίτλος στους χιλιάδες της αμερικάνικης κινηματογραφικής παραγωγής, αν δεν ήταν βασισμένο σε παλιά τραγούδια του Bob Dylan.  Θα νομίζετε ότι μια τόσο σκληρή οπτική ενός Αμερικάνικου χθες μοιάζει και χωράει τόσο άβολα σε ένα κοντινό αύριο.  Ποιος θα ήθελε να κοιτάξει μέσα σε ένα τόσο σκοτεινό καθρέπτη.

Το έργο έκανε πρεμιέρα μερικές μέρες πριν στο Belasco Theater  υπό την αστραφτερή σκηνοθεσία του McPherson’s και παρόλο που αυτή η παραγωγή , περιγράφει  την περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης με υπερβολικά αρνητική γλαφυρότητα, ωστόσο είναι το απόλυτα αντίθετο της κατάθλιψης.  Και αυτό γιατί ο McPherson αφουγκράζεται την Αμερική που τραγουδάει μέσα στο σκοτάδι. Και οι φωνές της φωτίζουν την νύχτα με μια θεϊκή ακτινοβολία.

Το “Girl From the North Country,” είναι μια μίξη φαινομενικά ασύνδετων στοιχείων που μιλάει την δική του γλώσσα και ρέει αβίαστα και μάλιστα σε εδάφη αχαρτογράφητα για τα ήθη του Broadway.  Τεχνικά , θα έλεγε κανείς ότι ανήκει σε ένα είδος που αποκαλούν στο Broadway: the jukebox musical, διότι βασίζεται σε  λίστες γνωστών ηχογραφήσεων καλλιτεχνών σαν λόγια κειμένου.

Ritu Kumar η Μόδα για Ινδικά παλάτια

Ερευνα Μίκα Πανάγου

Το όνομα Ritu Kumar δεν λέει τίποτα για τους Έλληνες σχεδιαστές και όλους όσους περί την μόδα τυρβάζοντες.  Εάν όμως κανείς βρεθεί στον οίκο Christies θα δει το βιβλίο της “Costume and textiles of Royal India” που κοσμεί τις εκδόσεις του.

Η Ritu Kumar είναι η σχεδιάστρια με την μεγαλύτερη αποδοχή στην Ινδία. Η γνώση της των υφασμάτων και της επεξεργασίας τους είναι μοναδική. Η επιτυχία της να φέρει κοντά και να συνδυάσει την παραδοσιακή ινδική τέχνη και τις  παραδοσιακές φορεσιές με τις μοντέρνες φόρμες της μόδας σήμερα, την αναδεικνύουν εδώ και πολλά χρόνια ως μια επιτυχημένης  σχεδιάστρια και επιχειρηματία.
Ξεκίνησε το 1969 με όλο κι όλο τέσσερις χειροποίητες σφραγίδες υφάσματος και δύο τραπέζια σε ένα μικρό χωριό κοντά στην Καλκούτα. Σήμερα έχει 55 Καταστήματα λιανικής πώλησης σε όλη τη χώρα.
Οι κολεξιόν της είναι πραγματικά υψηλής αισθητικής καθώς κατάφερε να συνδυάσει τα ινδικά μοτίφ, σχέδια και κεντήματα με τις δυτικές σιλουέτες.
Με σπουδές στην ιστορία της τέχνης και στην Μουσειολογία και ενώ πέρασε την παιδική της ηλικία στα ήρεμα βουνά της Σίμλα, πήγε στο Δελχί για τις ανώτερες  σπουδές όπου συνάντησε το μελλοντικό της σύζυγο.   
Η οικογένεια της πίστευε ότι οι γυναίκες έπρεπε να σπουδάζουν και να είναι ανεξάρτητες αντίθετα με τα επίσημα ήθη της Ινδίας του ‘60. Έτσι σπούδασε στο Lady Irwin college στο Δελχί το 1964 και μετά πήρε υποτροφία στη Νέα Υόρκη στο Briarcliff college όπου έκανε ιστορία της Τέχνης. Τα σάρι της από πολυτελή υφάσματα και εκπληκτικά κεντήματα αναδεικνύουν την μοναδικότητα τους με τον απόλυτο (και επιτυχημένο) συνδυασμό του παραδοσιακού κλασικού ινδικού πολιτισμού και των σημερινών στοιχείων της μόδας.

Θέατρα κλειστά, βραβεία Tony μελαγχολικά

Στη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο, κορίτσια με σορτς και businessmen με λεπτά σακάκια τρώνε το μεσημέρι στο Central Park. Τουρίστες φωτογραφίζονται με κοντομάνικα και καπέλα «I love New York» με φόντο το Άγαλμα της Ελευθερίας. Κάποιοι Νεοϋορκέζοι λιάζονται στη Μύκονο ή στην Ανάφη. Ενώ στο Radio City Music Hall, το αμερικάνικο θέατρο φοράει τα καλά του και υπέρλαμπρο, εμφανίζεται μπροστά σε κοινό και κριτικές επιτροπές για ένα πολυπόθητο βραβείο Tony. Κι αν ,φέτος, ο Ιούνιος βρήκε τους Νεοϋορκέζους στα σπίτια τους και το Άγαλμα της Ελευθερίας μακριά από τα φωτογραφικά φλας, το θέατρο επιχειρεί αποφασιστικά να εγκαταλείψει το λαγούμι το, ανακοινώνοντας τις υποψηφιότητες για τα φετινά αναβληθέντα βραβεία Tony. Ενώ ανακοινώνει παράλληλα πως η αναβολή δεν ήταν παρά πρόσκαιρο σημάδι αβέβαιων καιρών και πως η τελετή θα λάβει χώρα διαδικτυακά κατά την διάρκεια του χειμώνα.

Με τις υποψηφιότητες να ανακοινώνονται στις 15 Οκτωβρίου ,και να λαμβάνουν για φέτος υπ’ όψιν τους μόνο όσες παραστάσεις έκαναν την πρεμιέρα τους έως τον Φεβρουάριο του 2020, οι παραστάσεις που σέρνουν την κούρσα των βραβείων στην κατηγορία του καλύτερου μιούζικαλ είναι το «Jagged Little Peel» και το «Moulin Rouge! The Musical». Το πρώτο, βασισμένο σε τραγούδια της Alanis Morissette εκκινώντας από μία φαινομενικά αγία αμερικανική οικογένεια εμπλέκει στα αστικά της δίχτυα μία ιστορία βιασμού, ενός εθισμού στα ναρκωτικά και κάποιων ενδοσυζυγικών τριγμών. Και με χειρουργική ακρίβεια την ανατέμνει ,αναπόδραστα, στα εξ’ων (κακώς) συνετέθη.  Ενώ, το δεύτερο, το «Moulin Rouge! The Musical» έδωσε νέα θεατρική πνοή στα μοιραία πάθη του πολυαγαπημένου κλασικού μιούζικαλ.

Στην κατηγορία, τώρα, του νέου θεατρικού έργου η παράσταση «Slave Play»του νεαρού συγγραφέα Jeremy O. Harris και το «Inheritance» του Matthew Lopez υποδέχονται τους προβολείς των θεατρικών βραβείων Tony. Το «Slave Play» λαμβάνοντας τον τίτλο του πλέον προκλητικού έργου του περσινού Broadway, με χρονικό φόντο τον 19ο αιώνα, επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα των διαφυλετικών σχέσεων μέσα από μια σειρά σεξουαλικών παιχνιδιών ανάμεσα στα μέλη «μικτών» ζευγαριών. Ενώ, το «Inheritance» χάρισε στο Broadway μια σύγχρονη εκδοχή του «Howards End» του E. M. Forster μεταφέροντας την αναζήτηση ταυτότητας, κοινότητας και –εν τέλει- σπιτιού τριών γενεών γκέι ανδρών στην Νέα Υόρκη του 20ου και 21ου αιώνα.

Το Broadway βραβεύοντας, κάθε χρόνο, τις αναβιώσεις και διασκευές κλασικών έργων, μοιάζει να βρίσκει τον φετινό ιδανικό υποψήφιο του στην παράσταση «A soldier’s play», διασκευή του ομότιτλου έργου του Charles Fuller. Το έργο μας μεταφέρει στο 1944, στην στρατιωτική βάση της Λουϊζιάνα και στον φόνο ενός μαύρου λοχία. Ξεκινώντας, λοιπόν, από την αγωνιώδη αναζήτηση του δολοφόνου εμπλουτίζει την κλασική φόρμα του who dunit με καίρια σχόλια για την ρατσιστική αλλοτρίωση του δυτικού κόσμου και την ενσωμάτωση των εθνικιστικών διδαγμάτων.

Αναφορικά με τα βραβεία ερμηνειών, στις υποψηφιότητες των ανδρών θα βρει κανείς τους Χολιγουντιανούς αστέρες Jake Gyllenhaal για την παράσταση «Sea Wall/ALife» και Tom Hiddleston για την πρόσφατη διασκευή του «Betrayal» του Χάρολντ Πίντερ. Αλλά και τους πρωταγωνιστές του «Inheritance», Andrew Burnap, και του «A soldier’s play»,Blair Underwood.

Στις γυναίκες, το Χόλυγουντ εκπροσωπεί η Laura Liney για την ερμηνεία της στην παράσταση «My Name is Lucy Barton». Ενώ και η πρωταγωνίστρια του «Inheritance», Joaquina Kalukango, βρέθηκε υποψήφια σε αυτή την κατηγορία.

Στις υπόλοιπες κατηγορίες ερμηνειών, σε μιούζικαλ και σε θεατρικό έργο (εκτός μιούζικαλ) τις υποψηφιότητες μονοπωλούν οι πρωταγωνιστές των ««Jagged Little Peel», «Moulin Rouge! The Musical», «A soldier’s play», «Inheritance»και «Slave  Play». Τέλος, το ίδιο συμβαίνει στις κατηγορίες της σκηνογραφίας, των κοστουμιών και του φωτισμού.

Με τα θέατρα του Broadway να παραμένουν κλειστά από τον Μάρτιο και να συνεχίζουν, σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις, να κρατάνε κατεβασμένα τα ρολά τους τουλάχιστον μέχρι και τον Μάιο του 2021, η ίδια η θεατρική σάρκα και ψυχή μοιάζει να προσπαθεί να βγει ξανά στην επιφάνεια. Ακόμα και χωρίς πρόβες, ακόμα και χωρίς φιλιά στα καμαρίνια, ακόμα και χωρίς σφηνάκια πριν την παράσταση και κρασιά μετά. Έστω με βραβεία, κόκκινα χαλιά και πανάκριβα φορέματα.

Scroll to top