Antonin Artaud και το θέατρο της σκληρότητας

Η τρικυμιώδης ζωή, που χάρισε στη θεωρία του σύγχρονου θεάτρου μια μεγάλη κληρονομιά.

Ο Artaud γεννήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας το 1896. Ήταν ένα από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του. Η μητέρα του είχε άλλες τέσσερις αποτυχημένες εγκυμοσύνες και δυο από τα αδέλφια του δυστυχώς έχασαν τη ζωή τους σε παιδική ηλικία. Ο ίδιος ο Artaud σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών πέρασε μια βαριά αρρώστια που επιβίωσε, όμως τον άφησε με εύθραυστη υγεία. Αργότερα αντιμετώπισε μια σειρά καταθλιπτικών επεισοδίων, και πέρασε μέρος της εφηβείας του σε σανατόριο. Μπήκε στο γαλλικό στρατό, αλλά αποστρατεύτηκε επειδή υπνοβατούσε.

Στη συνέχεια ο Artaud ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον σουρρεαλισμό. Οι σουρρεαλιστές όμως κατέληξαν να τον απορρίψουν, καθώς ο ίδιος δε δέχτηκε να αποκηρύξει το θέατρο ως μια μπουρζουά εμπορική μορφή τέχνης. Ο Artaud τότε άρχισε να ταξιδεύει τον κόσμο, ενώ παράλληλα είχε μια δύσκολη ζωή, με βαριές καταχρήσεις. Λόγω μιας σειράς ψυχωτικών επεισοδίων κατέληξε σε ένα σανατόριο, όπου ήταν αναγκασμένος να κάνει θεραπεία με ηλεκτροσόκ. Τελικά, πέθανε από καρκίνο το 1948.

Όμως η ταραχώδης ζωή του, δεν τον εμπόδισε από το να συλλάβει και να καταγράψει ιδέες που έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν τη σύγχρονη δραματουργία και θεωρία του θεάτρου. Μεταξύ πολλών και τη δουλειά των Jean Genet, Samuel Beckett, Peter Brook, Jerzy Grotowski, καθώς και τη θρυλική ομάδα The Living Theater, της Νέας Υόρκης – την πρώτη πειραματική εταιρεία θεάτρου στις ΗΠΑ.

Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, στο θέατρο κυριαρχούσε ο νατουραλισμός και το αστικό δράμα. Έτσι ο Artaud, ορμώμενος από τις σουρρεαλιστικές του επιρροές, ήρθε να υπενθυμίσει πως το θέατρο έχει τις ρίζες του βαθιά μέσα στο μύθο, την τελετουργία και τη μαγεία. Πίστευε πως o ρεαλισμός και το τετριμμένο είχαν αρχίσει να καταβροχθίζουν τους ανθρώπους, και πως η τέχνη και το θέατρο – ως καθαρή δημιουργία – οφείλουν να προσφέρουν έναν ‘μαγικό εξορκισμό’, καθώς τον αποκαλεί, που θα βοηθήσει τους ανθρώπους να απεγκλωβιστούν από την ασφυκτική σφαίρα της κανονικότητας και του καθημερινού. Με το μανιφέστο του για το θέατρο της σκληρότητας, υποστηρίζει πως ο σκοπός του θεάτρου είναι να αφυπνίσει τον άνθρωπο ώστε να εντάξει στη ζωή του τη μαγεία, τη μεταφυσικότητα, την ποίηση.

Όλα ξεκίνησαν το 1931, όταν ο Artaud παρακολούθησε μια ομάδα χορευτών από το Μπαλί, να παρουσιάζουν στο Παρίσι ένα θέαμα που συνδύαζε το τραγούδι, το χορό και την παντομίμα, μέσα από ένα τελετουργικό και παραισθητικό πρίσμα τρόμου. Ένα θέαμα που θόλωνε τις γραμμές ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Αυτό το θέαμα ήταν που πυροδότησε την ιδέα του Artaud για το θέατρο της σκληρότητας, και πάνω στην οποία βασίστηκε το βιβλίο του ‘Το θέατρο και το είδωλό του’ (Le theatre et son double, 1938).

Το θέατρο της σκληρότητας (theatre of cruelty) ορίζεται από τον Artaud σαν ένα θέαμα, πέρα από τη λογική και τον λόγο. Ένα θέαμα όπου ΄βίαιες εικόνες συντρίβουν και υπνωτίζουν τη λογική του θεατή, που γραπώνεται από το θέατρο σαν από έναν ανεμοστρόβιλο υψηλότερων δυνάμεων΄. Ο Artaud δεν εννοούσε απαραίτητα τη σωματική βία, αλλά την πηγαία παρόρμηση, την αιφνίδια – σχεδόν αντανακλαστική – ορμή για δράση, που γεννάει ένα έργο. Ο Artaud βάζει το θέαμα και τα mise-en-scène (=π.χ. φωτισμούς, κοστούμια, σκηνικά αντικείμενα, σκηνογραφία) πάνω από το κείμενο, αλλά ταυτόχρονα απορρίπτει τη σκηνογραφία και τα σκηνικά αντικείμενα. Έτσι, η εστίαση παραμένει πάνω στον ηθοποιό, ενώ η επιφόρτιση του θεατή ενισχύεται με έντονη χρήση των φωτισμών, υπερβολικά κοστούμια, καθώς και δυνατούς, απότομους ήχους.

Κάθε έργο ξεγυμνώνεται από το κείμενό του, οι χαρακτήρες αποδομούνται και η πλοκή κατακερματίζεται. Ο Artaud οραματίστηκε ένα θέατρο όπου οι θεατές τοποθετούνται στο κέντρο ενός μη θεατρικού χώρου (π.χ. μια μεγάλη αποθήκη ή ένα εργοστάσιο), ενόσω η δράση εκτυλίσσεται γύρω τους σε διαφορετικούς, σαφώς ορισμένους, σκηνικούς χώρους. Καθώς αναφέρει και ο ίδιος στο μανιφέστο του: ‘Η δράση θα ξετυλίγεται σε όλα τα επίπεδα και προς όλες τις διευθύνσεις της προοπτικής, σε ύψος και σε βάθος’. Το θέατρο της σκληρότητας βασίζεται στην ιδέα πως ωμές ‘επιθέσεις’ στο ένστικτο του θεατή, μπορούν να τον φέρουν σε μια ευάλωτη κατάσταση, η οποία τον βοηθά να μυηθεί στη μαγεία του θεάτρου, αγνοώντας κοινωνικά φίλτρα και περιορισμούς.

Το θέατρο και το είδωλό του. Όμως, τί εννοεί ως είδωλο ο Artaud; Αν και δεν ορίζεται σαφώς στις εκθέσεις και επιστολές του, μάλλον το είδωλο του θεάτρου είναι τελικά η ίδια η ζωή. Ή μάλλον η νέα ζωή, νέα πραγματικότητα και αντίληψη, στην οποία το θέατρο μπορεί να μας μυήσει, αν εμείς καταφέρουμε να αφεθούμε αληθινά

 

Πατρίδες

Μία γοητευτική παραλλαγή του μύθου του Οδυσσέα λέει ότι πήρε ένα κουπί και είπε θα ριζώσει εκεί που δεν θα αναγνώριζαν το περίεργο αντικείμενο. Κάπου μακριά από τη θάλασσα.

Και τον φαντάζομαι να περιπλανιέται μέχρι να φτάσει στα ευλογημένα μέρη που δεν θα ήξεραν από σχεδίες, σκαριά και βάρκες.
Και εκεί να ακουμπά σε μια άκρη το κουπί και να αναπαύεται. Να αφηγείται ωραίες ιστορίες , πρωτάκουστες στους ανθρώπους που δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα. Για ταξίδια και φουρτούνες, ιστορίες του έρωτα και του πολέμου…
Να περιγράφει ηρωικά κατορθώματα και πώς έφτιαξε το άλογο και πήρανε την Τροία… Πώς γέλασε τον Φιλοκτήτη, πώς κέρδισε από τον Αίαντα τα όπλα του Αχιλλέα κι ύστερα για την Κίρκη και την Καλυψώ και πώς βρέθηκε ολομόναχος χωρίς συντρόφους να παλεύει…
Βασιλιάς θα ήταν ο Οδυσσέας σε κείνα τα μέρη! Θα μαζεύονταν γύρω του παιδιά θαμπωμένα από τα λόγια του και γέροι που θα ‘στεκαν αμίλητοι μπροστά στη σοφία του…
Και θα τον άκουγαν οι νεοφερμένοι, θαυμάζοντάς τον!
Και αυτός ξανά και ξανά θα έλεγε τις ίδιες ιστορίες, στην αρχή ψάχνοντας κάθε φορά και λόγια διαφορετικά και εξηγώντας, στη συνέχεια όλο και με λιγότερη πρωτοτυπία, ώσπου μια μέρα απλά να κουραστεί.
Και τον φαντάζομαι πάλι να κοιτάζει το ξεχασμένο κουπί στη γωνία και να νιώθει νοσταλγία για τη θάλασσα και τους ανθρώπους της. Να σκέφτεται: “Τι νόημα έχει να περνιέμαι για σοφός στους αδαείς;”
Κι έτσι να παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Να κατεβαίνει στη θάλασσα και τ’ ακρογιάλια και κει πια να σμίγει με τους δικούς του.
Οι δικοί του… Οι θαλασσινοί … Αυτοί που ξέρουν τις ίδιες ιστορίες με κείνον! Γνώρισαν τα ίδια πρόσωπα και θα αναγνώριζαν σημάδια του κορμιού και της ψυχής, ουλές στο γόνατο και τη σκληράδα των χεριών. Θα ήξεραν για τον Λαέρτη και την Πηνελόπη κι άλλα πολλά για τους ήρωες της Τροίας. Και ίσως να αφηγούνταν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, ραγίζοντας την πολυμήχανη παντογνωσία του : “Οδυσσέα, αυτή η ιστορία ίσως συνέβη αλλιώς”. Αν του το έλεγαν με τρυφερότητα και σεβασμό, θα τη δεχόταν αυτήν τη μικρή αμφισβήτηση! Από τους θαλασσινούς σαν και κείνον όλα θα τα δεχόταν.

Πατρίδα του τελικά πάντα εκεί και πάντα εκείνοι που θα αναγνωρίζουν τα κουπιά…

Μέρα που έπεσε η Αυλαία

Αυτό που έγινε στις 12 Μαρτίου 2020 για τους ανθρώπους του θεάτρου δεν το έχουμε ακόμα χωνέψει. Κοιτώντας στο παρελθόν δεν το πιστεύουμε ότι συνέβη και κοιτώντας το μέλλον δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει. Κοιτώντας το παρόν είναι η απόλυτη αμηχανία που το ανησυχητικό είναι ότι επικίνδυνα συνεχίζεται. . Αυτή η αναγκαστική παύση έβγαλε στην επιφάνεια παθογένειες που ταλανίζουν το θέατρο και μην αναρωτηθείτε τι εννοώ, ξέρετε.

Προτείνω η 12 Μαρτίου να ονομαστεί « Μέρα που έπεσε η Αυλαία» και 15 μέρες αργότερα να γιορταστεί η ημέρα θεάτρου που θεσμικά γιορτάζετε πάντα στις 27 Μαρτίου.

Η 12η Μαρτίου δεν πρέπει να ξεχαστεί σαν ένα κακό όνειρο. Οι άνθρωποι του θεάτρου δεν μπορούν να πετάξουν από πάνω τους μια τέτοια εμπειρία διάρκειας ενός ολόκληρου χρόνου. Ενός χρόνου πολύ σημαδιακού διότι εκεί που κυνηγούσαν 3-5  παραγωγές τον χρόνο σε διάστημα 8 μηνών περίπου αναγκάστηκαν σε μηδενική συμμετοχή για 12 μήνες. Στη συνέχεια γνώρισαν κάποιες καινούργιες λέξεις και πρακτικές όπως αναστολή, επίδομα ειδικού σκοπού, μητρώο καλλιτεχνών, κώδικας δεοντολογίας, επιδότηση άδειας θέσης και άλλα πολλά που ελπίζουμε ο ιστορικός του μέλλοντος να τα αναλύσει πιο εμπεριστατωμένα  από τον Hamlet. Αυτός (ο Hamlet) προτίμησε να ψάξει και να βρει τις πιο ιδιαίτερες και ενδιαφέρουσες παραστάσεις και να σας τις κοινοποιήσει.

Πριν όμως δεν απέφυγε να σκεφτεί ότι εκείνη την μέρα (την 12η Μαρτίου 2020 ντε) εμφανίστηκε μια ανώτερη δύναμη –όμοια με εκείνη που του εμφάνισε το φάντασμα του πατέρα του κάποτε στα κάστρα της Δανιμαρκίας. Αυτή λοιπόν η μορφή πήρε με τα κοκαλιάρικα χέρια της μία τράπουλα στα χέρια και σαν ατζαμής  ταχυδακτυλουργός της ‘φυγαν τα φύλλα απ΄ τα χέρια, σκόρπισαν και μπερδεύτηκαν.  Τώρα, όταν με το καλό ανοίξουμε, θα βγάλουμε εμείς το φίδι από την τρύπα και θα ξαναμοιράσουμε την τράπουλα.  Θα ξαναορίσουμε τον εαυτό μας, τις σχέσεις μας, τον ρόλο μας, τις τεχνικές, την εμπειρία, τις ικανότητες μας.

Τα πράγματα πια δεν είναι αυτά που ξέρατε και να τα ξεχάσετε.  Δεν γίνονται έτσι πια οι παραστάσεις. Θέατρο δεν γίνεται πια με τον τρόπο που ξέρατε. Κάντε κάτι άλλο. Κάντε το κάπως αλλιώς.

Τον περασμένο Ιούνιο βγήκαμε από την σπηλιά του COVID-19 και προσπαθήσαμε τρεκλίζοντας και παραπαίοντας  να κάνουμε μερικά βήματα στα επαρχιακά θέατρα κατά την συνήθεια μας.  Παραστάσεις που οι πρόβες έμειναν μετέωρες τον Μάρτιο ολοκληρώθηκαν όπως-όπως και βγήκαν στην γύρα. Χωρίς μπούσουλα χωρίς σημεία αναφοράς χωρίς πυξίδα. Φεστιβάλ που ήταν πράγματι σημεία αναφοράς ακυρώθηκαν με πρώτα και καλύτερα τα Φεστιβάλ Επιδαύρου και Αθηνών. Οι υπόλοιποι μείναμε θεατές να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι μας κρύβει ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης. Σαν Δον Κιχώτες κάναμε μερικές παραστάσεις τον Οκτώβριο όταν το καθ΄ όλα σεβαστό υπουργείο εδέησε να βγάλει υγειονομικά πρωτόκολλα  και αφού έβγαλε κάτι αξιοθρήνητα μέτρα (60% των θέσεων, απολυμάνσεις, θερμομετρήσεις, ηλεκτρονικά εισιτήρια και άλλα αξιοθρήνητα, μας έκλεισε τον Νοέμβριο και μας αποκάρωσε –που λέει και ο Καραγάτσης- με κάτι επιδόματα και Σταϊκούρια μέτρα. Ας είναι.   

Μέχρι τότε ας δούμε τι έγινε στον κόσμο η μάλλον τι δεν έγινε. Ο Hamlet έκανε μια βόλτα και είδε τις προθήκες μερικών κλειστών θεάτρων είδε τις βιτρίνες με τις φωτογραφίες παραστάσεων που ματαιώθηκαν απότομα και έσκυψε στο τζάμι των θεάτρων να δει αν μέσα υπάρχει καμιά κίνηση

 

Στη φωτογραφία η Γεωργιάνα Νταλάρα. Μια παράσταση που δεν έγινε (ΑΙΜΑΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ-Νίκολας Καζάν σε σκηνοθ. ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΤΣΗ στο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Γυναίκα σημαίνει “δύναμη και ελευθερία”

“Είσαι γυναίκα” άκουγα από μικρό κορίτσι, αλλά σε αντίθεση με τα περισσότερα ελληνικά σπίτια, σε μας η λέξη “γυναίκα” σήμαινε “δύναμη και ελευθερία”… Και δεν ήταν αυτά που μου έλεγαν, ήταν οι υπέροχες γυναίκες που έβλεπα: μάνα, θείες…Αλλά και οι νεότερες: ξαδέλφες, οικογενειακές φίλες…

Τα κορίτσια που ερωτεύονταν, σπούδαζαν, χώριζαν, δούλευαν, συνέχιζαν και με μάθαιναν να περνάω καλά και με τον εαυτό μου .. Έπειτα και κείνος ο άγαρμπος Ρουμελιώτης που όλο αγωνιούσε: “Να ξέρεις να φεύγεις: όπου δεν σ αγαπάνε να φεύγεις, όπου δεν αγαπάς να φεύγεις πάλι… Να είσαι γενναία και έντιμη”… Και τούτες δω οι παραινέσεις μπορεί να φαίνονται τσιτάτα ή όπως έλεγε η μάνα μου “Καλά, ας την να μείνει και πουθενά, μαραθωνοδρόμο θα την κάνεις;” αλλά παρ’ όλα αυτά κάτι ήθελε να μου πει, κάτι πολύ δικό του και θα μου το ‘λεγε κι αν ήμουν αγόρι… Δεν έχει τόσο σημασία το πώς μεγάλωσα, ωστόσο, ούτε τα πρότυπά μου, εξάλλου θα μπορούσα να είχα επιλέξει και τα αντίθετα. Νομίζω σημασία έχει το τι θέλησα να γίνω… Θα μπορούσε και αυτό το μοντέλο να μου φαινόταν ασφυκτικό: να πρέπει να αποδεικνύεις συνέχεια τη δύναμή σου κι αυτό σε ψυχαναγκασμό καταλήγει… Αλλά τουλάχιστον μπόρεσα να επιλέξω! Ας πούμε ότι ξεκίνησα μια διαδρομή με συγκριτικό πλεονέκτημα.. Δεν ξέρω αν οδηγεί στη χαρά και την ευτυχία! Ούτε θα πω τα γνωστά για τη μοναξιά των δυναμικών γυναικών κλπ… Έχω δει δυναμικές και ανεξάρτητες γυναίκες μια χαρά συντροφευμένες και πιο παραδοσιακές και συντηρητικές μόνες και το αντίστροφο…

Οπότε ας μείνουμε στο πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο της επετείου: τη χαρά δεν μας την εξασφαλίζει κανείς, την ισονομία και τα δικαιώματά μας όμως μπορούμε και έχουμε υποχρέωση να τα διεκδικούμε…

Το Ζωντανό θέατρο και άλλες ιστορίες από τον παλιό καιρό

Έχεις δει ποτέ ζωντανό θέατρο; Θέατρο ζωντανό. Θέατρο που έχει ανάσα. Θέατρο που έχει παλμό. Έχεις δει; Χαμηλώνουν τα φώτα στην πλατεία. Θέατρο, ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που θα αλλάξει η ζωή της κυρίας που κάθεται πίσω σου, θα κάνει ‘τσκ-τσκ’ και θα ψιθυρίσει χαμηλόφωνα ‘πωπω’ στον εαυτό της. Θέατρο που καμιά φορά ακούγονται σκυλιά να γαβγίζουν απ’ έξω. Θέατρο που κάνει ψύχρα. Θέατρο που έχει ζέστη. Δεν ξέρω αν έχεις δει θέατρο ζωντανό. Να ακούς τη σκηνή να τρίζει. Να βλέπεις τον ηθοποιό να φτύνει. Να μυρίζεις τον ιδρώτα και την υπαρξιακή μας απελπισιά από την τελευταία σειρά. Αλλά αν δεν το έχεις δει, να ξέρεις ότι το έχουμε και σε livestream.

Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει μείνει ανέγγιχτο. Τους τελευταίους μήνες οι συνθήκες, σου έγιναν συνήθειες. Και καθώς ο κόσμος όλος γλιστράει μέσα από τα δάχτυλά σου, εσύ τεντώνεις το χέρι όλο και πιο πολύ. Να πιάσεις ό,τι προλάβεις, που να σου θυμίζει τη ζωή πριν. Ανοίγεις την τηλεόραση και δένεις σφιχτά το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Όμως έρχεται σαββατοκύριακο, και φτιάχνεις τα δικά σου ποπ κόρν. Βάζεις μια καλύτερη μπλούζα πάνω από τη πιτζάμα πίκατσου. Και προσποιείσαι πως πήγες κομμωτήριο (Σούλα κοϊφούρ, αν σε λένε Σούλα). Και πας θέατρο. Όχι netflix. Όχι σήμερα. Σήμερα έχει θέατρο.

Κάθεσαι στην τηλεόρασή σου για τρεις ώρες. Αν είσαι προσεκτική μπορεί να ακούσεις για μικρές στιγμές φευγαλέα τον ήχο της μηχανής καπνού. Αν είσαι τυχερός μπορεί να ακούσεις τον σκηνοθέτη στο τέλος να ψιθυρίζει ‘τέλος’, κλάσματα δευτερολέπτου πριν διακόψουν το stream. Είσαι άνθρωπος, και δε βλέπεις θέατρο για το ψέμα. Θες την αλήθεια. Ζεις για τη στιγμή που ένας ηθοποιός θα μπερδευτεί και θα ρίξει κατά λάθος το βλέμμα του στην κάμερα. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, ψάχνεις κάτι. Τώρα είναι που παραδέχεσαι στον εαυτό σου ότι αυτός είναι ο λόγος που έκατσες να δεις θέατρο. Ψάχνεις να βρεις κάτι ανθρώπινο, να πιαστείς. Κάτι να σου υπενθυμίσει πως δεν είσαι ο τελευταίος άνθρωπος στη γη. Όταν σε κοιτάξει ο ηθοποιός στα μάτια, ξέρεις πως τον κοίταξες κι εσύ. Ανεπανόρθωτα.

Όχι, το livestream δεν είναι σαν το ζωντανό θέατρο. Και σε τί διαφέρει από το netflix; Ό,τι σου συμβαίνει από αυτήν την εμπειρία, συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο. [Από όταν ήμουν έντεκα χρονών, πίστευα ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος στον κόσμο, που ανοιγοκλείνει τα μάτια του πάντα ταυτόχρονα με μένα. Δε θα τον συναντήσω ποτέ, ή κι αν τον συναντήσω δε θα το ξέρω – όπως γίνεται πάντα και με κάθε θεατρικό χαρακτήρα που έχω ‘γνωρίσει’.] Χάσαμε τη συνθήκη του χώρου, αλλά τουλάχιστον παραμένει η συνθήκη του χρόνου. Παραμένουμε παράλληλοι ταξιδευτές στην ίδια εμπειρία. Σε διαφορετικά μέρη, αλλά πάντα στo τώρα. Στο κοινό μας τώρα. Στο εν όσω.

Δεν είναι ότι ήρθε η ώρα να εξελιχθεί το θέατρο σε livestream, απλά προσπαθεί να διατηρηθεί. Να επιβιώσει για να επιστρέψει πιο δυνατά. Όπως κι εμείς αυτόν τον καιρό, ζούμε μέρα τη μέρα, σε μια διαδικασία διατήρησης. Έτσι, το θέατρο πάει χέρι-χέρι με τη ζωή. Και όταν εμείς κάνουμε πρωτοχρονιά από το skype, και όλες μας τις συνεργασίες από zoom, δε μένει και από το θέατρο να καθρεφτίσει τη ζωή μας όπως ακριβώς είναι. Όπως κάνει πάντα, άλλωστε.

Και όσο θα ακούμε τις κυρίες στη λαϊκή της γειτονιάς μας – χωρίς να γνωρίζουν καν η μια την άλλη – να συζητάνε δυνατά αν τους άρεσαν τα μανταρίνια που πήραν την τελευταία φορά. Έτσι ακριβώς, θα είμαστε πάντα ευλογημένοι με το θέατρο. Ευλογημένοι με την αλήθεια του. Την αλήθεια των ανθρώπων. Όσο άσχημη κι αν είναι αυτή τη στιγμή – αυτή είναι η αλήθεια μας. Και κάθε σαββατοκύριακο θα φτιάχνουμε τα δικά μας ποπ κορν και τα μαλλιά μας, και θα συντονιζόμαστε να την παρακολουθήσουμε και να τη διατηρήσουμε.

Τι απέγινε ο Βαλκανικός κινηματογράφος?

Από την Σοφία Γουργουλιάνη

Τι έγινε άραγε ο Βαλκανικός κινηματογράφος που πριν από καιρό εισέβαλε δυναμικά στον κινηματογραφικό μας ορίζοντα με τα «Όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται» από τη Βοσνία, το Bal-can-can από τα Σκόπια, το No man’s land του Danis Tanovic επίσης από την Βοσνία και βέβαια τι έγινε ο κυριότερος εκπρόσωπος του και πολυπράγμων ο Εμιρ Κοστουρίτσα. 

Ξεκινώντας από το Σεράγεβο και ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στη διάσημη σχολή FAMU της Πράγας, πραγματοποίησε την πρώτη του κινηματογραφική έκρηξη με τη μικρού μήκους «Guernica». Ενώ, η είσοδος του στην 7η τέχνη αναδείχτηκε τα επόμενα χρόνια σε μόνιμη εγκατάσταση σε φεστιβαλικά σαλόνια και βραβεία. Η δεύτερη, λοιπόν, μεγάλου μήκους του ταινία «Ο πατέρας λείπει για δουλειές» θα αποσπάσει το 1985 τον πρώτοτου Χρυσό Φοίνικα, μετον δεύτερο να έρχεται μια δεκαετία μετά, το 1995, με το επικό «Underground».

Το «Underground»θα του χαρίσει εκτός από το πολυθρύλητο αγαλματάκι των Καννών και μία φιλοσοφική και κινηματογραφική κόντρα που θα του αποδώσει, από φιλοσόφους και κινηματογραφικούς σχολιαστές, την ταμπέλα του οπαδού του Μιλόσεβιτς και την πρόθεση αθώωσης των Σέρβων για τα εγκλήματα πολέμου της δεκαετίας των ‘90s.Η συνέχεια διαγράφηκε χωρίς μεγάλα βραβεία και αδιαφιλονίκητα αριστουργήματα για έναν δημιουργό που έχει αφήσει, όμως, ως πολύτιμη παρακαταθήκη στην κινηματογραφική ιστορία το προσωπικό του σκηνοθετικό στίγμα. Ένα στίγμα με ρίζες γερά φυτεμένες στα Βαλκάνια, που δε διαπραγματεύτηκε να μπαρκάρει άνευ όρων για το αδυσώπητο και –ίσως- εύκολο χρήμα του Χόλιγουντ.

Πιστεύοντας πως οι σκηνοθετικοί και σεναριακοί «χυμοί» του Κουστουρίτσα προήλθαν από την εποχή της ωριμότητας του, θα μιλήσουμε για τις τρεις ταινίες της περιόδου 1988 έως και 1985.

Ο καιρός των τσιγγάνων

‘Η αλλιώς η στρογγυλή διαλεκτική τράπεζα της Κάριλ Τσέρτσιλ και των Top Girls με εκλεκτούς, όμως, συνδαιτυμόνες τους Φελίνι, Ντίκενς, Κόπολα και Κουστουρίτσα σε μια σχεδόν διονυσιακή τελετή με αλκοόλ και πολιτισμικές ζυμώσεις.

Πρωταγωνιστής μας, ο έφηβος Perhan που πέφτει θύμα του θεού έρωτα για να βρει την Ιουλιέτα του στα μάτια και στο κορμί μιας εξίσου νεαρής γειτόνισσας. Όταν η μητέρα της Ιουλιέτας του, θα αρνηθεί το γάμο των δύο νεαρών στο βωμό της φτώχιας του Perhan, ο πρωταγωνιστής μας, θα μπαρκάρει για ένα ταξίδι στην παρανομία και το εύκολο χρήμα.

Το σουρεαλιστικό μεγαλείο του Φελίνι, η ένοχη αθωότητα του Όλιβερ Τουίστ και ο αισθηματίας πλην μαφιόζος του Κόπολα συναντιούνται σε καταυλισμούς τσιγγάνων σε μια κατακερματισμένη Γιουγκοσλαβία. «Ο καιρός των Τσιγγάνων» είναι μια ρεαλιστική σκληρή κατάδυση σε ένα κόσμο καταδικασμένο να ζει αιωνίως στο μεταίχμιο δύο πολιτισμών. Ένας, λοιπόν, Κουστουρίτσα που έρχεται με φόρα και με μαγευτικά οπτικά μέσα να μας πει πως αν για την Ευρωπαία γιαγιά, ο «Γύφτος» απειλεί να φάει το λευκό εγγόνι, τότε για την Τσιγγάνα γιαγιά το φοβικό αντικείμενο που απειλεί να κατασπαράξει το εγγόνι δεν μπορεί παρά να είναι ο «Μπαλαμός».

Arizona Dream

Με το πρώτο –και ίσως τελευταίο- κινηματογραφικό του ταξίδι στο Χόλιγουντ, ο Κουστουρίτσα υπερέβη κάθε τρικλοποδιά της Χολιγουντιανής γραφειοκρατίας, δημιουργώντας μια ταινία την οποία η ίδια αυτή γραφειοκρατία έχει δομηθεί για να αποφεύγει με κάθε κόστος.

Παίρνοντας στα σκηνοθετικά του χέρια αστέρες όπως ο Βίνσεντ Γκάλο, η Φέι Νταναγουεί και ο Τζόνι Ντεπ, ο Κουστουρίτσα, τους τοποθετεί στο κινηματογραφικό του σύμπαν και τους απογυμνώνει από κάθε χολιγουντιανό στερεότυπο.

Ο Axel (Τζόνι Ντεπ), αποφασίζει, μια κάποια ωραία πρωία, να εγκαταλείψει στρωμένη δουλειά και μέλλον για χάρη των ματιών μιας πανέμορφης 50άρας (Φέι Νταναγουέι), αλλά και των θελγήτρων της  νεαρής θετής κόρης της (Λίλι Τέιλορ). Τότε, ισόπλευρα και ενίοτε ανισόπλευρα τρίγωνα εμφανίζονται ταχύτατα στις ζωές των πρωταγωνιστών με τις πλευρές να φέρουν τα ονόματα ονείρων, ανδρών και γυναικών σε μια ταινία με καταιγιστικό ρυθμό.

Κι αν ακόμα αναρωτιέστε αν η ενηλικίωση είναι μοίρα ή η παιδικότητα επιλογή, ο Κουστουρίτσα, ίσως, απαντά πως η εμπιστοσύνη στην ίδια τη ζωή είναι μονόδρομος.

Underground

Ο Κουστουρίτσα, εδώ, πιάνει στα χέρια του την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας από το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο έως τους Βαλκανικούς Πολέμους. Αφορμή για να ξετυλίξει το μίτο του αποτελεί ένα ερωτικό τρίγωνο. Ενώ, άκρη του μίτου αποτελεί η απεικόνιση ενός λαού κατακερματισμένου στο βωμό ανώτερων –πάντα- συμφερόντων.   

Μέσα στη βία και στη φούρια του πολέμου, η καλλιτεχνική «αυθάδεια» του Κουστουρίτσα μας χάρισε μια δική του εκδοχή για τον ίδιο το λαό που τον μεγάλωσε. Κι αν ο ίδιος αποκήρυξε ,τελικά, τη Βοσνιακή του καταγωγή για να ασπαστεί τη Σέρβο-Χριστιανική, η ταινία δεν αναλώνεται σε εύκολες σεναριακές αθωώσεις, αλλά με τάση μηδενιστική για τους εκάστοτε κρατούντες μιλά για ένα λαό που υποφέρει διαχρονικά.

Κι αν το «αγαπώ την πατρίδα μου», καταλήγει εύκολα σε τάσεις εθνικής και πολιτισμικής ανωτερότητας, ο Κουστουρίτσα πιάνει την έννοια της πατριδολατρίας και ως πλαστελίνη τη μετατρέπει σε αναζήτηση ταυτότητας και μεγαλεπήβολο αντιπολεμικό «κατηγορώ».

Όχι άλλο “μάστορες και κάλφες”…

“Ηθοποιός σημαίνει φως”, έλεγε ο Χορν και οι ηθοποιοί συμπληρώνουν “και νερό, τηλέφωνο και νοίκι”… Γιατί ξεχνάμε ότι οι ηθοποιοί είναι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, με σωματική και πνευματική κόπωση, σε μόνιμη εργασιακή ανασφάλεια και πολλές φορές με ημερομηνία λήξεως. Όπως σε όλα τα επαγγέλματα του θεάματος μπορεί να μείνουν απλήρωτοι, χρόνια άνεργοι και -το χειρότερο- να ξεχαστούν. Οι συνθήκες εργασίας τους παραμένουν εν πολλοίς μεσαιωνικές, γιατί κινούνται ακόμα στο σχήμα μάστορας και κάλφας, όπου ο μάστορας έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω στον μαθητευόμενο, μέχρι να αναχθεί και αυτός σε μάστορα του είδους (παραπέμπω στην εξαιρετική δήλωση του Δημήτρη Καταλειφού https://www.news247.gr/…/dimitris-kataleifos-proteino…)Θυμίζω στους εφήβους της γενιάς μου πώς άρχιζε το Fame, με την υπέροχη Debbie Allen να λέει στους μαθητές της :” Θέλετε φήμη; Η φήμη πληρώνεται, ξεκινώντας από εδώ και θα την πληρώσετε με ιδρώτα”…. Να θυμίσω το Whirlsplash την ταινία για τον ντραμίστα που ματώνουν τα χέρια του πάνω στα ντραμς; Ή μήπως ακόμα ακόμα και την “Ωραία μου Κυρία” όπου η τελειότητα επιτυγχάνεται μόνο μέσω της αυστηρότητας και της ταπείνωσης; Αλλά ας δούμε και πιο κοντινά παραδείγματα: πόσα κοριτσίστικα ποδαράκια δεν στραμπουλίχτηκαν πάνω σε πουέντ και πόσα παιδικά δάκτυλα δεν μάτωσαν πάνω σε χορδές και πλήκτρα… Με θυμάμαι μικρό κορίτσι να ξεσπάω σε κλάματα μετά από κάθε μάθημα μπαλέτου από τη συμπεριφορά ενός εξαιρετικού κατά τ’ άλλα δασκάλου και ανθρώπου που ήθελε “να με δυναμώσει” και τη χαρά μου, όταν επιτέλους ερχόταν η ακριβή του επιβράβευση. Αν διαβάσουμε τις αυτοβιογραφίες και κείμενα ανθρώπων όπως ο Olivier και ο Bergman θα σοκαριστούμε από τη σκληρότητα με την οποία μιλάνε για τη δουλειά τους, τους ηθοποιούς, αλλά και τους δικούς τους ανθρώπους.. Και ο Κιούμπρικ και ο Χίτσκοκ έφταναν τους ηθοποιούς στα άκρα, για να μην πάμε στην άπω ανατολή και στην Οπερα του Πεκίνου. Αλλά και στα καθ’ ημάς όλοι ξέρουμε για μεγάλους θεατρανθρώπους που επέβαλαν σκληρή μοναστική ζωή στους ηθοποιούς και μαθητές τους, άτεγκτη πειθαρχία και ήλεγχαν μέχρι και την προσωπική τους ζωή, ώστε να μην ξεφύγουν από τον σκοπό τους ή για άλλους επίσης τεράστιους που έτρωγαν καταγγελίες για εξαντλητική υπέρβαση των ωρών πρόβας… Αλλά αυτούς τους θαυμάζουμε και τους αναλογιζόμαστε με σεβασμό, όπως και πολλούς άλλους από άλλες Τέχνες που ξέρουμε ότι έχουν καταστρέψει ό, τι αγγίζουν, ακόμα και τα παιδιά τους…Αλλά αν τους ρωτήσουμε όλους και όλες αυτές θα μας πουν ότι το θέατρο είναι για γερά στομάχια … Ότι θέατρο είναι η Παξινού που την ίδια μέρα που έθαψε την κόρη της βγήκε και έπαιξε, τη Μάνα Κουράγιο… Ότι οι ηθοποιοί παίζουν με πυρετό, ακόμα κι αν σπάσουν πόδια και κεφάλια πάνω στη σκηνή… Γιατί το θέατρο είναι η ζωή τους, γιατί δεν υπάρχει ζωή εκτός σκηνής…..Αλλά υπάρχουν και άλλες λιγότερο ρομαντικές ιστορίες: για σκηνοθέτες και θεατρώνες που στριμώχνουν κορίτσια κι αγόρια στα καμαρίνια, και για κορίτσια κι αγόρια που το δέχονται , για καταξιωμένους σκηνοθέτες που είχαν ως πρωταγωνίστριες τελείως ατάλαντες περιστασιακές συντρόφους ή μόνιμες συζύγους… Κι επίσης για άλλους πανταχού παρόντες και “συμπαθέστατους” σκηνοθέτες και θεατρανθρώπους που οδήγησαν από αντιζηλία άξιους συναδέλφους τους στην απομόνωση και κάποιες φορές στην αυτοκτονία… Και ναι η βία απέναντι στις γυναίκες είναι διπλή, όπως παντού… Και θα αναρωτηθεί κάποιος: είναι λοιπόν το θέατρο όλη αυτή η φρίκη και το βάσανο; Όχι το θέατρο είναι αυτό που προσφέρεται στο αδηφάγο κοινό, είναι η αισθητική απόλαυση και η μέθεξη εκείνου του υπέροχου διώρου…. Και είναι εκείνη η ακριβή στιγμή του χειροκροτήματος, όπου πια φαίνεται όλη αυτή η κούραση στα πρόσωπα των ηθοποιών…Θα πρέπει λοιπόν να αλλάξει ο τρόπος που κατ αρχάς οι ίδιοι οι ηθοποιοί αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους… Δεν είναι μόνο καλλιτέχνες ή λαμπερά πρόσωπα της επικαιρότητας, είναι εργαζόμενοι και εργαζόμενες με δικαιώματα τα οποία πρέπει να γίνονται σεβαστά και από τους εργοδότες τους και από τους/τις συναδέλφους τους όσοι σπουδαίοι και σπουδαίες κι αν είναι. (Η χρονιά που πέρασε τους το έδειξε αυτό) Άλλοι συνάδελφοί τους είχαν καταφέρει να υπηρετήσουν αυτόν τον διπλό ρόλο: η Παξινού και ο Μινωτής πρωτοστάτησαν στους αγώνες για την αργία της Δευτέρας και για τις οκτώ παραστάσεις, αντί για δεκατέσσερεις και το κέρδισαν για όλους. Αλλά θα παρακαλούσα τα κορίτσια του θεάματος, να μην λένε με τόση ευκολία ότι τον άντρα τον θέλουν άντρα και ότι δεν ξέρουν από φεμινισμούς κι επίσης τα αγόρια και τα κορίτσια να μην δηλώνουν άγνοια περί της πολιτικής, γιατί όλα στην πολιτική καταλήγουν… Οι ηθοποιοί έχουν ένα από τα πιο δραστήρια σωματεία, ας το αξιοποιήσουν και ίσως έτσι αλλάξουν και οι ίδιοι το επάγγελμά τους, αλλά και πώς το αντιμετωπίζουμε κι εμείς…. Ας σπάσει η σιωπή, λοιπόν, για όλους και για όλα αλλά να ξέρουμε πού στοχεύουμε Αλλιώς θα καταντήσουμε ένα απέραντο Espresso και θα χαθεί το νόημα της όποιας καταγγελίας και της δικαιολογημένης αγανάκτησης… Ας ελπίσουμε οι νέες γενιές να είναι αλλιώς και εν πολλοίς το πιστεύω και το βλέπω…

ΥΓ: Διαβάζω κάτι ηρωικά, ότι δεν μας ενδιαφέρει η αξία κάποιου αλλά ο χαρακτήρας του κλπ… Τότε παιδιά να μην ξαναπάμε σε μουσεία, θέατρα, κινηματογράφους, να μην ξανακούσουμε μουσική και να μην ξαναδιαβάσουμε βιβλία, αν δεν έχουμε πλήρες βιογραφικό του δημιουργού…

ΖΑΝ και ΝΕΛΛΗ

Δύο αγαπημένες  ταινίες και μια εξαίσια σύμπτωση: οι ήρωες έχουν τα ίδια ονόματα και συναντιούνται σε μια ιστορία σκληρότητας και σε μια άλλη άφατης τρυφερότητας…

«Το τραγούδι του Φοίνικα» (Phoenix), Κρίστιαν Πέτζολντ, 2014

1945, η Νέλλη απελευθερώνεται από στρατόπεδο συγκέντρωσης, παραμορφωμένη… Έχει κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία και κάνει πλαστική… Μπορεί να φύγει, να πάει στο Ισραήλ, οπουδήποτε!  Η Νέλλη, όμως,  πρέπει να γυρίσει στο Βερολίνο, να βρει τον Γιοχάνες, που εκείνη μόνο φώναζε Τζόνυ!
Τον Τζόνυ, τον πιανίστα, τον άντρα της…  Σε ένα ξεπεσμένο καμπαρέ για μεθυσμένους Αμερικάνους… Ο Τζόνυ δεν είναι πια πιανίστας, παιδί για όλες τις δουλειές κατάντησε… «Μοιάζεις με κάποια που πέθανε, θες να παραστήσεις ότι είσαι εκείνη, να πάρω την περιουσία της; Θα σου δώσω αμοιβή!»… Του συστήνεται ως Εσθήρ…
Όχι, δεν είναι μια ταινία για το Ολοκαύτωμα αυτή… Είναι μια ταινία για τους δυο τους. Εκείνου η μόνη αγωνία να μεταμορφώσει την Εσθήρ σε Νέλλη, εκείνης αν θα μπορέσει ο Τζόνυ να διακρίνει ότι Εσθήρ δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο η γυναίκα του, η τραγουδίστρια Νέλλη..
Υπακούει στις εντολές του, τον ρωτάει επίμονα αν θυμάται, τι θυμάται…  Τις μόνες φορές που λάμπουν τα μάτια του είναι από ενθουσιασμό για τη σίγουρη  επιτυχία του σχεδίου, αλλά δεν την αναγνωρίζει… Το κορμί της, τη φωνή της, τις χειρονομίες της… Τίποτα! Ο Τζόνυ έχει μπει οριστικά στον κόσμο της λήθης!
«Κανείς δεν θέλει να βλέπει αυτούς που γυρίζουν από τα στρατόπεδα… Είναι παραμορφωμένοι, άσχημοι», της λέει. Και η Νέλλη σιωπά και μες τη σιωπή της θρέφει την αγάπη της, θρέφει την προσμονή της, θρέφει τη δύναμή της, προετοιμάζεται για την αλήθεια. Η Νέλλη είναι ο κόσμος της ανελέητης μνήμης…
Η λίστα του μπακάλη με τα γράμματα της Νέλλης… «Προσπάθησε να μιμηθείς τον γραφικό της χαρακτήρα»… Και η Νέλλη/Εσθήρ από την πρώτη στιγμή γράφει τέλεια, ο Τζόνυ ενθουσιάζεται και πάλι δεν καταλαβαίνει… «Μόνο τη λίστα του μπακάλη κράτησες από κείνη;», τον ρωτάει! Η Νέλλη τα γράμματα του Τζόνυ θα τα αναγνώριζε όπου και να τα έβλεπε… Η Νέλλη παραμένει προπολεμική, συναισθηματική φιγούρα, ο Τζόνυ έχει εισέλθει οριστικά στην επικράτεια του κέρδους…
Βήμα, βήμα η αποκάλυψη … Βήμα, βήμα η βουβή απογοήτευση της Νέλλης, μέχρι την ώρα που θα φύγει, αποκαλύπτοντάς του πάλι βουβά την αλήθεια… Ο Τζόνυ όλα τα είχε υπολογίσει, εκτός από ένα:  Αν η Νέλλη που νόμιζε ότι κατασκεύασε, θα μπορούσε να τραγουδήσει… Μα ναι, μπορούσε! Η σιωπή της ήταν απλά η δύναμή της…

Λιμάνι των Αποκλήρων

Και η ιστορία της τρυφερότητας…
«Λιμάνι των Αποκλήρων»(Quai des Brumes) , Μαρσέλ Καρνέ, 1938
Η Χάβρη του μισοσκόταδου και της ομίχλης, των τυχαίων συναντήσεων του λιμανιού… Εκεί θα συναντηθούν ο λεγεωνάριος Ζαν και η μικρή Νέλλη…  Έτσι την αποκαλεί εκείνος: «Μικρή». Δεν είναι και τόσο βέβαια… Ένα πλάσμα μόνο και μελαγχολικό είναι και ο Ζαν το ξέρει.

Ο έρωτάς τους κρατάει ένα βράδυ: ένα πανηγύρι, μια βόλτα, το ξενοδοχείο, το ξημέρωμα…  Ο συμπυκνωμένος χρόνος της τραγωδίας…
-Χθες το βράδυ μου είπε ότι μ’ αγαπάς
– Στον ύπνο σου θα το είδες, μικρή…
Μα και βέβαια την αγαπάει, θα δώσει τη ζωή του για να τη σώσει… Την αγαπάει υπόκωφα, χωρίς να το κραυγάζει, είναι ό,τι τον συνδέει με τον κόσμο της τρυφερότητας που στις περιπέτειές του έχει ξεχάσει. Είναι ό,τι τον συνδέει με την ανθρωπιά!
Ω ναι, θα μπορούσε να είναι κυνικός με τη μικρή του, θα μπορούσε να σταθεί στην απόκοσμη ομορφιά της ή στις φήμες που κυκλοφορούν για κείνη… Αλλά ο Ζαν είναι γενναίος και καταδικασμένος και αναγνωρίζει εντός της μια αθωότητα που θα μπορούσε να είναι και δική του..
«Αν μου’ λεγε μια άλλη ότι μ’ αγαπάει θα γέλαγα, αλλά με σένα είναι όμορφα»… Αξίζει κάθε χιλιοστό της αγάπης της, κάθε της βλέμμα , κάθε χάδι της… Εκείνη ίσως διακρίνει σ’ αυτόν τον σωτήρα της, εκείνος βλέπει το τέλος του, αλλά τουλάχιστον να είναι ηρωικό!
Κι  έπειτα οι γύρω, ένας κόσμος που κινείται εναντίον τους και τους αφήνει χωρίς ανάσα…  Το κορίτσι όμως σώζεται, το κορίτσι θα ζήσει φέροντας εντός της την ανάμνηση εκείνου του άντρα που ένα βράδυ πέρασε, της άλλαξε τη ζωή για πάντα κι εξαφανίστηκε στην ομίχλη..
-Έχεις ωραία, μάτια, ξέρεις!
-Φιλήστε με
-Νέλλυ
-Φίλησέ με πάλι..

Μια συγκλονιστική κινηματογραφική σκηνή, ένα πρώτο φιλί σε έναν τοίχο και τα δεκαεννέα δευτερόλεπτα που είναι πάντα αρκετά… Κτήμα ες αεί!

Χρονικό μιας προαναγγελθείσας εκτέλεσης

Ο Σαμουέλ Πατύ ήθελε να κάνει μάθημα για την ελευθερία έκφρασης και τη μισαλλοδοξία.
Το ίδιο μάθημα το είχε κάνει και πέρυσι, χρησιμοποιώντας τα ίδια παραδείγματα, τις γελοιoγραφίες από το Charlie Hebdo
Θα μπορούσε να επιλέξει κάτι πολύ παλιό, κάτι που να μην θυμίζει “οικεία κακά”, που να καθησυχάζει ότι όλα αυτά συνέβαιναν πολύ πολύ παλιά σε χώρες πολύ μακρινές.
Όχι, ο Σαμουέλ Πατύ μίλησε για το σήμερα
Ένας μαθητής κάτι είπε, ένας πατέρας κάτι κατάλαβε λάθος ή δεν μπήκε καν στον κόπο να καταλάβει
Ο πατέρας έκανε ανάρτηση στο fb, μετά βίντεο, στα σχόλια αναφέρθηκε το όνομα του καθηγητή και του σχολείου.
Κάποιοι άλλοι γονείς προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, να πουν τα γεγονότα όπως έγιναν. Αλλά οι υπόλοιποι του έγραφαν “ζήτω” και “μπράβο” και “πέστα”.
Ο Σαμουέλ Πατύ έκανε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση, στο συνδικάτο…
Το μέρος είναι μικρό, τα νέα διαδίδονται γρήγορα
Ένας δεκαοχτάχρονος Τσετσένος που κάτι άκουσε, ότι κάποιος κορόιδευε τον Μωάμεθ, ζήτησε να του δείξουν τον Σαμουέλ Πατύ… Τους πρόλαβε όλους..
‘Ενας δεκαοχτάχρονος Τσετσένος που δεν είχε την τύχη να έχει για δάσκαλο κάποιον σαν τον Σαμουέλ Πατύ… Αν πήγε ποτέ σχολείο..


… Και η κρατική υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου


Το Charlie Hebdo είναι ένα έντυπο του οποίου η αισθητική και η άποψη που προέκυπτε από αυτήν την αισθητική, με ενοχλούσε πάντα… Απαξιωτικό για κάθε τι πολιτικό, χυδαίο, μηδενιστικό, υβριστικό… Πολλές φορές αναρωτιόμουν τι ακριβώς πρέσβευε και αν υπερασπιζόταν κάτι και τι ήταν αυτό… Φυσικά όταν δέχτηκε την δολοφονική επίθεση στα γραφεία του, ένιωσα αποτροπιασμό. Αυτά είναι τα αυτονόητα για κάθε εχέφρονα, δημοκρατικό άνθρωπο. Επρόκειτο για κτηνωδία.
Αντίστοιχα στην Αμερική, και τηρουμένων των αναλογιών, ο εκδότης του χυδαιότατου πορνοπεριοδικού Hustler, δέχτηκε δολοφονική επίθεση, που τον άφησε παράλυτο, από ρατσιστή, επειδή είχε παρουσιάσει έγχρωμο άντρα να κάνει σεξ με λευκή γυναίκα. Οι δίκες του Λάρυ Φλυντ είναι από τις εμβληματικές για την υπεράσπιση της ελευθεροτυπίας στις ΗΠΑ.
Σε δημόσια κτίρια στη Γαλλία, στη μνήμη του Samuel Paty και με στόχο την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, αναρτήθηκαν γελοιογραφίες του Charlie Hebdo Αναρωτιέμαι όμως είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε την αισθητική του Charlie Hebdo ως σύμβολο του κοσμικού κράτους και του Hustler ως σύμβολο της ελευθεροτυπίας;
Ένα από τα σκίτσα γράφει: “Στις χέστρες όλες οι θρησκείες!”… Αυτό σημαίνει κοσμικό κράτος; Όχι, κοσμικό κράτος σημαίνει ο καθένας να είναι ελεύθερος να έχει όποιο θρήσκευμα επιλέγει ή και κανένα και αυτή του η πεποίθηση να μην υπεισέρχεται στη λειτουργία του κράτους και να μην του δημιουργεί προβλήματα στη ζωή του ως πολίτη.
Ειλικρινά, στο όνομα της ανεκτικότητας δεν θα υιοθετήσω άκριτα την αισθητική του Charlie Hebdo, γιατί και αυτή οδηγεί σε ένα άλλο είδους μίσος… Η Γαλλική Δημοκρατία ευτυχώς δεν στερείται συμβόλων, μύθων και εμβληματικών μορφών. Θα μπορούσε να καταφύγει σε αυτά, ξεκινώντας από το “Να φάμε του Ιησουίτες” του Βολταίρου…
Η εύκολη λύση σε τέτοια περίπλοκα ζητήματα, σχεδόν ποτέ δεν είναι λύση…

Το επώδυνο βλέμμα του Sammy

Δεν είμαι λάτρης του επίκαιρου στο θέατρο και δεν ψάχνω φανατικά να βρω τις αντιστοιχίες της κάθε εποχής με την δική μας. Αλλά Οι Ευτυχισμένες μέρες γραμμένες από τον Beckett πριν από 60 χρόνια (1960) μοιάζουν να γράφτηκαν αύριο, ειδικά για την εποχή του δικού μας σήμερα, της δικής μας πανδημίας και κάθε πανδημίας.
Μέσα σε ένα ερημικό περιβάλλον μιας κατεστραμμένης γης, ο παμπόνηρος Sammy  στέκεται  πάνω από τις έρημες πόλεις μας, πάνω από τα έρημα πλάσματα του. Τα βλέπει να βολοδέρνουν και ψάχνουν την ταυτότητα τους στις εγκαταλελειμμένες λέξεις μιας γλώσσας συλημένης και μαγαρισμένης, πάνω από την μίζερη και έρημη ζωή μας. Ρίχνει το ανελέητο σαρκαστικό του βλέμμα μέσα από τα μάτια της Ουϊννυ και τον Ουϊλλυ.
Τα κακόμοιρα πλάσματα του, χωμένα μέχρι τον λαιμό στον τάφο, συνεχίζουν να ζουν, να μιλούν, να ασχολούνται με τις καθημερινές ασήμαντες ασχολίες τους και να ελπίζουν μέσα σε μία βασανιστική και ατέρμονη… αναμονή. Ο λόγος τους σαρκαστικός και κωμικός φέρνει γέλια και δάκρυα, αφήνοντας μια πίκρα στο λαιμό. Ξεγελιόμαστε νομίζοντας ότι είναι η κάπνα από τα αποκαΐδια του πλανήτη μας που καίγεται αλλά είναι το καρβουνιασμένο κατακάθι της δικής μας ζωής και ύπαρξης.
 Το κείμενο του Μπέκετ ούτε λίγο ούτε πολύ γίνεται το μανιφέστο του απόλυτου σήμερα.
Μην ανησυχείτε  θα γελάσετε με τους προβληματισμούς της Ουϊννυ. Καθώς βλέπει τον εαυτό της μέσα από τον καθρέφτη, βλέπουμε και μείς την μοναξιά μας καθώς μετράει και ελέγχει τα σάπια δόντια της αναγνωρίζουμε και μείς την δική μας φθορά και σαπίλα. Καθώς ο Ουϊλλυ διαβάζει τις νεκρολογίες σε μια εφημερίδα του προηγούμενου αιώνα κάνουμε και ‘μεις έναν απολογισμό των δικών μας απωλειών.
Ο πόθος των δύο προσώπων να συν-υπάρξουν, να συν-ομιλήσουν, να συν-εννοηθούν, να συν-κρατηθούν στη ζωή,  αποδεικνύει πόσο απαραίτητο είναι το πρώτο συνθετικό «συν-» και πόσο ανάγκη έχει το άμοιρο ανθρώπινο ον να υπάρξει «μαζί».
Είναι ίσως η μόνη εποχή που τον πρώτο ρόλο δεν παίζουν τα ρήματα, τα ουσιαστικά η τα επίθετα, η έστω οι εγωιστικές αντωνυμίες, αλλά αυτά τα επουσιώδη επιρρήματα.

Scroll to top