Το επώδυνο βλέμμα του Sammy

Δεν είμαι λάτρης του επίκαιρου στο θέατρο και δεν ψάχνω φανατικά να βρω τις αντιστοιχίες της κάθε εποχής με την δική μας. Αλλά Οι Ευτυχισμένες μέρες γραμμένες από τον Beckett πριν από 60 χρόνια (1960) μοιάζουν να γράφτηκαν αύριο, ειδικά για την εποχή του δικού μας σήμερα, της δικής μας πανδημίας και κάθε πανδημίας.
Μέσα σε ένα ερημικό περιβάλλον μιας κατεστραμμένης γης, ο παμπόνηρος Sammy  στέκεται  πάνω από τις έρημες πόλεις μας, πάνω από τα έρημα πλάσματα του. Τα βλέπει να βολοδέρνουν και ψάχνουν την ταυτότητα τους στις εγκαταλελειμμένες λέξεις μιας γλώσσας συλημένης και μαγαρισμένης, πάνω από την μίζερη και έρημη ζωή μας. Ρίχνει το ανελέητο σαρκαστικό του βλέμμα μέσα από τα μάτια της Ουϊννυ και τον Ουϊλλυ.
Τα κακόμοιρα πλάσματα του, χωμένα μέχρι τον λαιμό στον τάφο, συνεχίζουν να ζουν, να μιλούν, να ασχολούνται με τις καθημερινές ασήμαντες ασχολίες τους και να ελπίζουν μέσα σε μία βασανιστική και ατέρμονη… αναμονή. Ο λόγος τους σαρκαστικός και κωμικός φέρνει γέλια και δάκρυα, αφήνοντας μια πίκρα στο λαιμό. Ξεγελιόμαστε νομίζοντας ότι είναι η κάπνα από τα αποκαΐδια του πλανήτη μας που καίγεται αλλά είναι το καρβουνιασμένο κατακάθι της δικής μας ζωής και ύπαρξης.
 Το κείμενο του Μπέκετ ούτε λίγο ούτε πολύ γίνεται το μανιφέστο του απόλυτου σήμερα.
Μην ανησυχείτε  θα γελάσετε με τους προβληματισμούς της Ουϊννυ. Καθώς βλέπει τον εαυτό της μέσα από τον καθρέφτη, βλέπουμε και μείς την μοναξιά μας καθώς μετράει και ελέγχει τα σάπια δόντια της αναγνωρίζουμε και μείς την δική μας φθορά και σαπίλα. Καθώς ο Ουϊλλυ διαβάζει τις νεκρολογίες σε μια εφημερίδα του προηγούμενου αιώνα κάνουμε και ‘μεις έναν απολογισμό των δικών μας απωλειών.
Ο πόθος των δύο προσώπων να συν-υπάρξουν, να συν-ομιλήσουν, να συν-εννοηθούν, να συν-κρατηθούν στη ζωή,  αποδεικνύει πόσο απαραίτητο είναι το πρώτο συνθετικό «συν-» και πόσο ανάγκη έχει το άμοιρο ανθρώπινο ον να υπάρξει «μαζί».
Είναι ίσως η μόνη εποχή που τον πρώτο ρόλο δεν παίζουν τα ρήματα, τα ουσιαστικά η τα επίθετα, η έστω οι εγωιστικές αντωνυμίες, αλλά αυτά τα επουσιώδη επιρρήματα.

Παρίσι, από τις κάβες του υπαρξισμού στο πηγάδι του φονταμενταλισμού

Τώρα που κατακάθισε  το ξάφνισμα , κι η σκόνη του χρόνου πήρε μαζί της το μύθο της  κατάμαυρης φιγούρας με τα εκφραστικά χέρια  και  τα αμυγδαλωτά μάτια,  τα  τονισμένα με eyeliner σα τοιχογραφία προϊστορικής θεάς, τα συνθήματα που κάποτε την συντρόφευαν, «Η ζωή είναι αλλού»(1) «Να είστε ρεαλιστές , να ζητάτε το αδύνατο» (2) φανερώνονται σήμερα ιδιαίτερα  σκληρά, διαβασμένα από μια οπτική που διόλου δε φαντάζονταν, ούτε η ίδια όταν προκαλούσε το κοινό της , μα ούτε κι αυτοί που κάποτε επιθύμησαν τη «φαντασία στην εξουσία» (3).  Η Juliette Greco, η αντισυμβατική, η  τολμηρή  μούσα του μεταπολεμικού Σεν Ζερμαίν με τα εκατομμύρια ποιήματα στη φωνή της (4) ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν. Μαζί της ένας ολόκληρος κόσμος  ιδεών και αξιών. Γιατί δεν είναι τελικά , μονάχα  το πρόσωπο, ή τη φωνή που ο κόσμος αποχαιρέτησε στις αρχές του Οκτώβρη Κάτω από τον Παρισινό ουρανό, (Sous le ciel de Paris), όπως λέει και ένα από τα  το εμβληματικά  της τραγούδια.  Με την εκδημία της αποχαιρετούσαμε οριστικά μια ολόκληρη εποχή, συνδεδεμένη με την αριστερή όχθη του Παρισιού, με ό,τι αυτό σήμαινε για τη κουλτούρα τα γούστα, και γενικά  τη συγκρότηση  ιδεολογίας  τριών τουλάχιστον γενεών: Το παλιό πέθαινε, το καινούριο γεννιόταν, ζυμωνόταν με την κοινωνία και δημιουργούσε  πολιτισμική επανάσταση. Τώρα,  αυτός ο αποχαιρετισμός ,έμοιαζε τρυφερός φόρος τιμής στην άφθαρτη πανίσχυρη κι ατίθαση νεότητα. “Αν φαντάζεσαι μικρούλα,  πως ο καιρός των ερώτων για πάντα κρατά ,πόσο πολύ απατάσαι …» έγραφε σοφά  ο Ραιμόν Κενό (Si tu t’imagines) Όμως τότε,  η νεότητα της εποχής, Με κομμένη την ανάσα, διεκδικούσε τούς χυμούς της ζωής, κι έψαχνε έναν Τρελό Πιερό να της τραγουδήσει «Γυμνή κάτω απ’ το ρούχο σου όμορφη πιτσιρίκα … στους φίλους χάρισε το ευωδιαστό σου λιβάδι» (Jolie Môme τουLéo Ferré) . Ναι, «Γδύστε με, Γδύστε με λοιπόν, α, μα  όχι αμέσως, όχι τόσο γρήγορα, πρέπει να μ επιθυμήσετε , πολύ…»(Déshabillez-moi), εμένα, που τόσο θυμίζω τη γοητευτική Λόλα του Ζακ Ντεμί! «Ζήστε, ζήστε με όλα σας τα έντερα» (5) , στις γειτονιές μιας  μποέμικης ιντελιγκέντσιας, σημείο αναφοράς  κοινωνικών , φιλοσοφικών,  λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών  ζυμώσεων, σ όλο το  δεύτερο μισό του 20 αιώνα. Η αριστερή όχθη του Παρισιού, από το Μονπαρνάς, και  το μπιστρό Select, σημείο συνάντησης των Παταφυσικών (collège de Pataphysique) Ραυμόν Κενό και Μπορίς Βιάν,  την μπρασερί Coupole, όπου συνήθιζε να δειπνεί  με κρεμμυδόσουπα η πολιτική ιντελιγκέντσια μιας εποχής (αγαπημένο στέκι των Καστοριάδη και Πουλατζά, στη δεκαετία του 70)   την Closerie des Lilas του Βερλέν , του Πικάσο και του Χέμινγουέι, τη rue Dauphine, και τη μπουάτ Ταμπού, όπου  η νεαρή Γκρεκό κάνει τα πρώτα της βήματα ( παίζει εκεί τρομπέτα ο Βιαν που την μυεί και στον κόσμο της τζαζ) , μέχρι το Deux Magots  και  το Café de Flore,  τα αγαπημένα στέκια των  υπαρξιστών , αλλά και  το La palette,  και τη  rue Bonaparte,τα μεγάλα βουλεβάρτα της  αριστερής όχθης , Saint-Germain, και Saint Michel,ναι je t’aime, moi non plus , βουλεβάρτα της πρόκλησης του Γκαίνζμπουργκ,  της Μπαρντό  και της Μπίρκιν ,βουλεβάρτα της αμφισβήτησης του Καμύ και της Ντυράς , της εξέγερσης του Σαρτ, του φεμινιστικού κινήματος της Μποβουάρ, της  υπερρεαλιστικής ποίησης του Πρεβέρ και  της σκοτεινής του Κοκτό , των διανοητών, σαν τον Αλτουσέρ και τον Φουκώ, η αριστερή όχθη της Νουβέλ Βάγκ,  του Γκοντάρ,  του Τρυφώ, του Ριβέτ  , του Σαμπρόλ και της Βαρντά ,  της επανάστασης των  φοιτητών και  της rue del Ecole με το Παν/μιο της Σορβόνης να εγγυάται πως θα χτυπά εκεί η καρδιά της νεολαίας.  Μιας νεολαίας που προετοίμασε κάποτε και έζησε τον Μάη του 68 .Ήταν η εποχή όπου το  προοδευτικό αποδομούσε  τα βάθρα του παραδοσιακού και η αμφισβήτηση κυριαρχούσε σε όλα τα επίπεδα. Αξίες ενός κόσμου που πίστεψε στην ελευθερία της έκφρασης, κι εναντιώθηκε  στον ολοκληρωτισμό της σκέψης. Που φώτισε τη δύναμη της συλλογικής δράσης, και την  ηθική της αλληλεγγύης. Η αποσύνθεση των παραδοσιακών αξιών και η συνειδητοποίηση, πως όταν η προσκόλληση  εξαϋλώνεται, δικαιώνει τη δύναμη και τη δυναμική του πνεύματος. Ήταν η πίστη στο πρότυπο της άμεσης δημοκρατίας σε συνδυασμό με τη διαρκή αμφισβήτηση και κριτική.

Νομίζω εν τέλει  ότι όλα αυτά αποχαιρετούσαμε στο πρόσωπο της θεάς  του Υπαρξισμού Ζ. Γκρεκό  και μαζί της την πικρή διαπίστωση πως δεν υπάρχει συνέχεια , δεν υπάρχει μετά. Τι μας προφήτευε  άραγε  αυτή η γυναίκα μάγισσα, με την ερεβώδη φωνή;

Il n’y a plus d’après À Saint-Germain-des-Prés...

Λίγες ημέρες μετά το θάνατό της, στις 16 Οκτωβρίου του 2020,σ ένα  όμορφο  προάστειο του Παρισιού , εκεί που ο παραπόταμος Ουάζ ειρηνικά συναντά τον Σηκουάνα ,- στο Κονφλάν Σαιντ Ονορίν ένα εντελώς αστικό προάστειο και καθόλου γκέτο – ένας νεαρός Τσετσένος  ισλαμιστής θα αποκεφαλίσει εν ψυχρώ, μέρα μεσημέρι και μέσα στο δρόμο, τον καθηγητή ιστορίας και γεωγραφίας Σαμουέλ Πατί. Πρόκειται για μια κατάφορη επίθεση στην ελευθερία των ιδεών και στις δημοκρατικές αξίες της Ευρώπης.
Το τραγικό  παράπτωμα του θύματος;
Τόλμησε ως εκπαιδευτικός να νομίζει ότι μπορεί να διδάσκει στους μαθητές του την αποδοχή στο διαφορετικό και το σεβασμό στην  ελευθερία της έκφρασης. Το πλήγμα του στυγερού αυτού εγκλήματος, στην καρδιά της Ευρώπης, γίνεται  ακόμη πιο βαρύ αν λάβουμε υπόψιν μας κάποιες  βασικές πληροφορίες . Ο δράστης ήταν ένα  παιδί  18 ετών, ενώ οι ισλαμιστές γονείς μαθητών που αντέδρασαν με μηνήσεις, επικαλούμενοι την πολιτική ορθότητα, είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, όμως  πολίτες ενταγμένοι στη γαλλική κοινωνία. Σε ότι αφορά στο δημόσιο σχολείο του Γαλλικού κράτους, πρέπει να επισημανθεί πως είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα εντελώς ΑΝΕΞΗΘΡΗΣΚΟ, παραμένοντας πιστό στις αρχές του διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Πάνω από την πόρτα των δημόσιων σχολείων  κυματίζει  η Γαλλική σημαία. Οι αρχές «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη»  θυμίζουν στους δημόσιους λειτουργούς, ότι πριν εισέλθουν στο κτίριο, οφείλουν να αποκαθηλώσουν οποιαδήποτε ένδειξη θρησκευτικού προσανατολισμού φέρουν πάνω τους. Το τι όμως συμβαίνει σε αυτά τα παιδιά που μεγαλώνοντας σε άλλες πατρίδες   δεν ανήκουν δυστυχώς  πουθενά, ούτε στη χώρα καταγωγής τους,  ούτε στη χώρα υποδοχής τους, η απάντηση μάλλον βρίσκεται στη διαπίστωση πως μοναδική μας πατρίδα η παιδική ηλικία. Με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τους αδιάκοπους πολέμους , τη φτώχεια, τους δρόμους της προσφυγιάς και των ασυνόδευτων παιδιών. Εντούτοις  και η Δύση οφείλει να ξαναθυμηθεί, να πιστέψει και να υπερασπιστεί τις δικές της αξίες. Γιατί τελικά,  όπως μας δίδαξε ο διαφωτισμός «οι δεσμοφύλακες του πνεύματος  αυτοαιχμαλωτίζονται»

Dans la rue des Blancs-Manteaux
Dans la rue des Blancs-Manteaux
c’était un échafaud

Dans la rue des Blancs-Manteaux
Le bourreau s’est levé tôt
C’est qu’il avait du boulot
Faut qu’il coupe des généraux
Des évêques, des amiraux,
Dans la rue des Blancs-Manteaux (6)

Η ημέρα γέρνει , η αριστερή όχθη ετοιμάζεται να υποδεχτεί την Παρισινή  νύχτα με τους λιγοστούς τουρίστες, περιπατητές των μεγάλων βουλεβάρτων. Η τελετή έχει τελειώσει, η αυλαία πέφτει, το χειροκρότημα σιγά -σιγά σβήνει και χάνεται, μαζί με τον αιώνα που έφυγε.

Σημειώσεις

1,2,3,4 Συνθήματα του Γαλλικού Μάη.
4. Έτσι μιλούσε ο Ζ.Π.Σαρτρ για την Ζ. Γκρεκό

5. Τραγούδι της Γκρεκό σε στίχους του Σαρτ γραμμένο το 1944 για την παράσταση του έργου «Κεκλεισμένων των θυρών» Το τραγούδι , ένα κλείσιμο ματιού στη Μασσαλιώτιδα και τη Γαλλική επανάσταση ,είναι ένα καυστικό σχόλιο   για τη θανατική ποινή με λαιμητόμο. Στη Γαλλία  η εσχάτη των ποινών καταργήθηκε το 1984.

  • Ελεύθερη Μετάφραση των στίχων

      • Στη οδό των Blancs-Manteaux
        στημένο το ικρίωμα
        Στη οδό των Blancs-Manteaux,
        ο δήμιος ξύπνησε νωρίς
        Σημαίνει, είχε δουλειά:
        Να αποκεφαλίσει στρατηγούς,
        επισκόπους, και ναυάρχους 

        Στη οδό των Blancs-Manteaux

Μια φορά κι έναν καιρό μια υπουργός Πολιτισμού

Της Β. Δραγάτση

Δεν θα παραστήσω τη θεωρητικό του Πολιτισμού, γιατί δεν είμαι εξάλλου… Ούτε, βεβαίως, θα ρίξω την αναλυσάρα μου για τη βάση και το εποικοδόμημα κατά πώς τα λέει ο Μαρξ…  Όχι! Απλά θα πω τι περίμενα από τον/την εκάστοτε υπουργό Πολιτισμού σε αυτή τη χώρα των χαμηλών προσδοκιών. Λίγα, πολύ λίγα, περίμενα  η ολιγαρκής:  να μείνουν στοιχειωδώς όρθια τα αρχαία μνημεία, να γίνονται τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, να στηριχθεί κάπως η σύγχρονη πολιτιστική δραστηριότητα…  Τα άλλα είναι τόσο δύσκολα που θα συνιστούσαν Επανάσταση…
Και εκεί που έτρεφα  τις χαμηλές μου προσδοκίες  ακούω το όνομα «Μενδώνη». Η αλήθεια είναι ότι περίμενα μεν μια συντηρητική κυρία, σοβαρή και χαμηλοβλεπούσα, από την άλλη άφηνα και ένα περιθώριο, γιατί έχω γνωρίσει πολύ ενδιαφέρουσες συντηρητικές κυρίες… Γρήγορα διαπίστωσα ότι η Μενδώνη δεν συγκαταλέγεται σε αυτές.
Η αλήθεια είναι ότι έκανε εντυπωσιακή πρεμιέρα, κυνηγώντας ανήλικα στους κινηματογρά- φους που έβλεπαν το «Τζόκερ». Τότε είπαμε ότι μπορεί απλά να ευθυνόταν ένας στενοκέφαλος υπάλληλος. Κρατήσαμε βέβαια στον νου ότι ουδείς στενοκέφαλος προβαίνει σε κάτι τόσο ακραίο, αν δεν πιστεύει ότι έχει την κάλυψη του/της πολιτικού του προϊσταμένου.
Το άστρο, όμως, της υπουργού έλαμψε στη συνέχεια, στην καραντίνα. Κατ’ αρχάς έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της το προσωπικό του ίδιου της του υπουργείου, μην μεριμνώντας για οδηγίες αντιμετώπισης του ιού. Στην πορεία, έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της τους ανθρώπους της Τέχνης, μην διεκδικώντας το ελάχιστο για αυτούς. Αντιθέτως, ένευσε με περιφρόνηση για τον Ξαρχάκο, στραβομουτσούνιασε με τον Δεληβοριά και γενικά με κάθε τρόπο περιφρόνησε οτιδήποτε δεν άπτεται της δικής της αντίληψης για τον Πολιτισμό!
Ουπς! «Δική της αντίληψη για τον Πολιτισμό» είπα; Η κυρία Μενδώνη τυγχάνει αρχαιολόγος και μάλιστα με καλή φήμη, φανταζόμουν, λοιπόν, ότι το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» θα είναι –έστω με τον πιο αρτηριοσκληρωτικό τρόπο- στις προτεραιότητες της… Όχι και τόσο! Ας πούμε συναίνεσε, από πολιτικό μένος και μόνο,  σε ένα τεράστιο πολιτιστικό έγκλημα: στην απόσπαση των αρχαίων από τον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Μιλάμε στην ουσία για τη πρωτοβυζαντινή Μέση Οδό, για μια πόλη κάτω από την πόλη, για τις απαρχές και τη συνέχεια της… Εκείνη πρώτη θα έπρεπε και ως επιστήμονας και ως “πατριώτισσα” να υπερασπιστεί τα ευρήματα, αλλά ο πατριωτισμός ενίοτε είναι τζάμπα, περιορίζεται στην πλαστική περικεφαλαία και τη νάιλον σημαία…
Όσο για τη στήριξη της σύγχρονης πολιτιστικής δραστηριότητας, ας γελάσω δις… Στα τελευταία της  κατορθώματα συγκαταλέγονται  η παραίτηση του Προέδρου και σύσσωμου του ΔΣ του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και οι αντιφατικές οδηγίες για συναυλίες, θέατρα, σινεμά… Κι ενώ κώφευε σε κάθε απεγνωσμένη έκκληση ανθρώπων της Τέχνης, ήταν αρκετό ένα τηλέφωνο ηθοποιού-προσωπικού φίλου του πρωθυπουργού για να πάρει αποφάσεις σχετικά με τα θέατρα, τις οποίες μετά απέσυρε κλπ… Όλη δε αυτή την τρυφερή μέριμνα για τους δημιουργούς την στόλισε σε μία μνημειώδη ομιλία της στη βουλή λέγοντας ότι οι καλλιτέχνες κινούνται στο χώρο της «μαύρης οικονομίας» κερδίζοντας το χειροκρότημα των άλλων ταγών της πολιτικής.  
Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον απαξιωτικό τρόπο με τον οποίο απαντάει σε κάθε αιτίαση της όποιας αντιπολίτευσης, σε κάθε κριτική που της ασκείται… Λεπτομέρειες θα πει κάποιος, αλλά ως γνωστόν, εξ΄  όνυχος τον λέοντα!
Αυτά τα πολύ θλιβερά, λοιπόν, συμβαίνουν… Αποτυχημένη και πολιτικά και διοικητικά, η κυρία υπουργός περιφέρει την αναιτιολόγητη έπαρσή της.  Τουλάχιστον φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη με λαμπτήρες χαμηλής κατανάλωσης. Κάτι είναι κι αυτό, μην είμαστε και πλεονέκτες!

(Παραθέτουμε φωτογραφία της φωταγωγημένης Ακροπόλεως)

Ονομάζοντας το ακατανόμαστο

Οι «Ευτυχισμένες ημέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ είναι το έργο που συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο την εργογραφία του. Τα μοτίβα και τις θερμοκρασίες, τις προοπτικές και τις καθηλώσεις, το παράλογο και την υπέρβασή του. Έργο εξαντλητικό και απαιτητικό ταυτόχρονα για τον ηθοποιό και το θεατή όσο και για τον αναγνώστη του, πυκνό σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταργεί τη διάκριση λεπτομέρειας και συνόλου, συμπυκνώνει το μπεκετικό σύμπαν χωρίς να εξαρτάται από αυτό, σε μια συγγραφική χειρονομία που ανοίγει τον θεατρικό λόγο προς το μέλλον του.
Ο μοντερνισμός του Μπέκετ είναι παράλληλος με αυτόν του μεγάλου δασκάλου του, του Τζαίημς Τζόυς. Αλλά αν και παράλληλοι ακολουθούν την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Ο Τζόυς κινείται προς τη σύνθεση, προς το μεγάλο οικοδόμημα, προς ένα έργο που το μέγεθός του θα μπορούσε να αναμετρηθεί με το ίδιο το μέγεθος της ζωής. Με το Finnegans Wake, το τελευταίο έργο του, ο Τζόυς επιτυγχάνει ίσως το πιο πολύπλοκο έργο της δυτικής γραμματείας. Βαθύς γνώστης του έργου αυτού και συνεργάτης του Τζόυς, ο Μπέκετ είδε έναν ολόκληρο λογοτεχνικό τρόπο να εξαντλείται στο αποκορύφωμά του. Και σοφά διάλεξε να δημιουργήσει με τρόπο αντίστροφο. Ο Μπέκετ κινείται προς την αφαίρεση, το λίγο που γίνεται ξαφνικά πολύ. Η γλώσσα του είναι η έλλειψη, αυτό που συνεχώς μικραίνει, αυτό που συνεχώς χάνεται. Μια απουσία που θα μπορούσε να αναμετρηθεί με το ίδιο το τίποτα του θανάτου. Και με την ζωή ιδωμένη από τη στιγμή αυτή προς τα πίσω.Μια αφαίρεση που ως διαδικασία είναι ίσως περισσότερο από οπουδήποτε εμφανής στο πέρασμα από την πρώτη στη δεύτερη πράξη του «οι ωραίες ημέρες», του πιο κλινικούαπό τα έργα του. Η ερημιά του τοπίου, η οποία μέσα από την ακινησία της Ουϊννυ γίνεται σχεδόν απέραντη είναι το λίγο που γίνεται πολύ. Και θα γίνει ακόμα περισσότερο όταν η ακινησία θα κυριαρχήσει σχεδόν απόλυτα με το πέρασμά μας στη δεύτερη πράξη. Αυτό το κεφάλι μέσα στο χώμα δεν αντιπροσωπεύει μόνο τον ρόγχο της ανθρώπινης γενιάς. Είναι μαζί και ένα ταξίδι του ίδιου του λόγου λίγο πριν τον βαθμό μηδέν, μια αποτύπωση της μπεκετικής διαδικασίας προς την πιο πυκνή και πιο επείγουσα γλώσσα. Μέσα στην επικράτεια αυτή του ελάχιστου, κάθε τι μεγεθύνεται. Παίρνει διαστάσεις σχεδόν αρχετύπου. Το σώμα και η γη, το ανδρόγυνο, το γήρας, το γέλιο, η φθορά, η ανάγκη του ανθρώπου για τον άνθρωπο, η προσδοκία, η μοναξιά, η ανάμνηση. Και ανάμεσά τους το πρωταρχικό σύμβολο, η δραματική όψη του έργου, η γυναίκα θαμμένη μέχρι την μέση, γίνεται σημείο. Ένα σημείο ανοιχτό προς κάθε είδους ερμηνεία και νοηματοδότηση. Ο άνθρωπος όπως βυθίζεται στον χρόνο, η ύλη που συγκρατεί τον άνθρωπο στη γη, η φθορά του σώματος που τον καθηλώνει στο γύρας, η μόνιμη ακινησία του ατόμου σε έναν κόσμο χωρίς επιλογές και τόσα ακόμη. Όχι διαφορετικές ερμηνείες, αλλά ερμηνείες ίσες και ταυτόχρονες, ερμηνείες που υπάρχουν την ίδια στιγμή φορτίζοντας την όψη με νόημα και πολλαπλά νοήματα μαζί. Όλα βαλμένα σε μια αλληλουχία με μόνη σκαλωσιά τους κινήσεις τυποποιημένες, χειρονομίες που επαναλαμβάνονται μέσα στους αιώνες, άδειες από νόημα ή λειτουργικότητα, αναμνήσεις ενός ξεθυμασμένου «ορθού τρόπου», απαραίτητες όμως μέσα στην κοινοτοπία τους. Σαν να επιβεβαιώνουν στην κάθε τους εκδοχή πως η ζωή συνεχίζει να συμβαίνει, πως η ρουτίνα έχει χώρο ακόμα και εδώ, ανάμεσα στα καμένα χορτάρια. Ένα τελετουργικό των μικρών τρόπων, μιας ζωής που ενώ εξαντλήθηκε επιμένει, ακόμα και αν έχει μείνει μόνο ο σκελετός της αρχικής του όψης.

Ανάμεσα στις οπτικές πληροφορίες- πράξεις και τον σκηνικό χώρο (που μπαίνουμε στον πειρασμό να περιγράψουμε και ως αποτύπωση του ψυχικού χώρου της Ουϊννυ ή ακόμη και της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών) υπάρχει η ροή των λέξεων. Οι λέξεις της Ουϊννυ δίπλα στο απομεινάρι του άντρα της, τις κινήσεις κονσέρβα και το θαμμένο της σώμα είναι το μόνο ζωντανό στοιχείο. Σε τέτοιο βαθμό που σχεδόν ταυτίζονται με την ίδια τη ζωή. Η Ουϊννυ μπορεί να είναι θαμμένη μέχρι την μέση, η Ουϊννυ μπορεί να είναι θαμμένη ολόκληρη. Αυτό που έχει σημασία είναι να συνεχίσει να μιλά. Γιατί όσο μιλά συνεχίζει να υπάρχει. Ακόμα και αν οι λέξεις της ακούγονται κωμικές ή αφελείς. Ο λόγος της Ουϊννυ είναι ο κόσμος που συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και αν σταδιακά χάνεται στην ανυπαρξία. Γιατί όσο η Ουϊννυ μιλά μας επιτρέπει να υπάρχουμε. Λοιπόν, «άρχισε την μέρα σου Ουϊννυ», γιατί όσο υπάρχουν οι λέξεις, μπορούμε και εμείς να υπάρχουμε.

ΡΟΖΑΜΟΥΝΤΑ

Αυτή δεν είναι η χώρα μου, η χώρα που αγαπώ…  Στη δική μου χώρα για το  χατίρι ενός κοριτσιού «τα περβόλια μπαίνουνε στη θάλασσα» και τα παιδιά κατρακυλάνε παίζοντας στις πλαγιές με τις ελιές αιώνες τώρα … Στη δική μου χώρα, ο Όμηρος και ο Ευριπίδης θρηνούν μαζί με τους ηττημένους  στα αποκαΐδια της Τροίας. Κι ο θρήνος της Εκάβης είναι ο δικός τους θρήνος. Στη δική μου χώρα ο πρόσφυγας είναι πρόσωπο ιερό και καθαγιασμένο και ο πόνος και τα πάθη των ανθρώπων σταλάζονται σε κάθε τραγούδι, σε κάθε ποίημα.  
Αυτοί δεν είναι οι δικοί μου άνθρωποι, δεν είναι οι άνθρωποι που ξέρω… Οι δικοί μου δεν μισούν, είναι τρυφεροί, κάνουν λάθη, πέφτουν και ξανασηκώνονται, στέκουν αμήχανοι ή προχωράνε, λένε ψέματα και αλήθειες, αλλά έχουν μέσα τους κάτι από τη θύελλα και την ηρεμία τούτων των τοπίων. Είναι παθιασμένοι και ατελείς. Άλλοτε πάλι φοβούνται, διστάζουν, πάντα, όμως, με άφατη τρυφερότητα. Κι έπειτα δεν κουβαλάνε βεβαιότητες, αν τους ρωτήσεις θα πουν ότι τίποτα δεν ξέρουν.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πού να ζουν όλοι εκείνοι που μισούν τόσο πολύ, τόσο βαθιά… Ποιοι τους μεγάλωσαν και σε ποια σχολεία πήγαν…  Πώς μπορούν να λένε σε ένα παιδί να «ψοφήσει», σ’ έναν γέρο να πεθάνει. Τι μπορεί να είναι ανώτερο από τη ζωή ενός παιδιού;
Ίσως πάλι «η νοσταλγία μου να έχει πλάσει /μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους/ έξω απ’ τη γη και τους ανθρώπους».  Γιατί τελικά αυτή η «άλλη» χώρα η δική μου δεν υπάρχει, πάρα μόνο στις λέξεις των ποιητών και στα τοπία της. Μια κατασκευή κι αυτή ανάμεσα σε τόσες; 
Μόρια, Καμένα Βούρλα και πιο πριν Ωραιόκαστρο και Γιαννιτσά ή Νέα Μηχανιώνα, τοπωνύμια που πληγώνουν την εικόνα που έχουμε για αυτόν τον τόπο. Είναι αυτές οι στιγμές όπου η πραγματικότητα επιτίθεται και μας συντρίβει.
Αλλά έτσι δεν συνέβαινε πάντα; Τι υποδοχή επεφύλαξαν στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας οι γηγενείς; Δεν τους περιφρόνησαν, δεν τους έδιωξαν, δεν τους κυνήγησαν; Κι έπειτα και οι ίδιοι οι πρόσφυγες πώς να αντιμετώπισαν στις φτωχογειτονιές τους εσωτερικούς μετανάστες της δεκαετίας του ’60; Με παρόμοια επιφύλαξη και φόβο.
Και έχω καταλήξει πια, ότι παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις του Διαφωτισμού, η πρώτη, ενστικτώδης  κίνηση του ανθρώπου είναι ο φόβος και το μίσος προς τον Άλλον. Η αποδοχή και η αλληλεγγύη είναι δύσκολοι, δύσβατοι δρόμοι και προϋποθέτουν υπέρβαση εαυτού.
Στo εξαιρετικό «L’ America» του Αμέλιο,  ο Ιταλός μικροαπατεώνας που πάει για κομπίνες στην καταρρέουσα Αλβανία του ’90 χάνει τα χαρτιά του και , μην μπορώντας να αποδείξει την ταυτότητα και την εθνικότητά του, βρίσκεται σε ένα πλοίο με χιλιάδες Αλβανούς που φεύγουν προς την Ιταλία. Δίπλα του ένας γηραιός Ιταλός, αιχμάλωτος πολέμου από το  1940, που έχει χάσει τα λογικά του, τραγουδάει τη «Ροζαμούντα» και μονολογεί: «Πάμε στην Αμερική… Είναι ωραία η Αμερική!». Ο αλαζονικός κυρίαρχος υπήρξε κάποτε κι αυτός  παρίας και ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξαναγίνει.
Η  αέναη επανάληψη της Ιστορίας και οι τραγικές αντιστροφές της,  είναι η τιμωρία μας για την αλαζονική επανάπαυσή μας.

« Η πιο ζεστή Νύχτα» Compagnie du 1er Aout «LA Nuit la plus chaude»

Την πιο ζεστή νύχτα του καλοκαιριού  υποσχέθηκε στους θεατές ο θίασος της 1ης Αυγούστου, στο φεστιβάλ που οργάνωσε και  φέτος, για δεύτερη χρονιά,  στη γόνιμη γη της Βουργουνδίας. Στο Treigny-Perreuse- Sainte –Colombe και μόλις πέντε χιλιόμετρα από το πατρικό σπίτι της θρυλικής Κολέτ (1873-1954) που υπήρξε εμβληματική μορφή, της Γαλλικής Μπέλ Εποκ, τόσο για το θέατρο όσο και για  τα γράμματα (να σημειωθεί πως είναι η πρώτη γυναίκα που κηδεύεται δημοσία δαπάνη) η κοινότητα, σε συνεργασία με τους καλλιτέχνες , απαντώντας στην πανδημία δίνει  την ευκαιρία στους επαγγελματίες (οι οποίοι αμείβονται )  που τόσο έχουν πληγεί φέτος  και στήνει μια γιορτή με επίκεντρο το θέατρο ελπίζοντας  σε μια γόνιμη ανταλλαγή  εμπειριών μεταξύ καλλιτεχνών και κατοίκων της περιοχής, μεταξύ ενηλίκων και παιδιών .

Το φεστιβάλ  πρωτοξεκίνησε πέρσι,  τον Αύγουστο 2019, με την πρόθεση να αφορά – όπως διαβάζουμε- ένα κοινό από 3 ως 83 χρονών , με εκδηλώσεις μουσικής , θεάτρου, ποίησης , εργαστηρίων, αλλά και … γευσιγνωσίας, αφού προσκαλούσε  αγρότες και κατοίκους της περιοχής,  να παρουσιάσουν τα προϊόντα τους σε αλλήλους. Ένα  πολιτιστικό , γαστριμαργικό fest, ή όπως εμείς θα λέγαμε,  μια  Διονυσιακή  γιορτή –  την επιβάλλουν  άλλωστε τα έξοχα κρασιά της γης της Βουργουνδίας . Με αφίξεις και από άλλες χώρες και πολιτισμούς- Κολομβία , Καναδάς, Βιετνάμ- ο θίασος της 1ης Αυγούστου  εγκαινίασε πέρσι  το θεσμό παρουσιάζοντας το Σαιξπηρικό «Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας»,  έργο τόσο ταιριαστό με την υπόσχεση του τίτλου του Φεστιβάλ . Φέτος , τα μέτρα και η πανδημία δεν επέτρεψαν αυτό που οι συντελεστές και η κοινότητα επιθυμούσε,  την περαιτέρω  δηλαδή  ανάπτυξη του φεστιβάλ, το οποίο  μάλιστα κινδύνεψε να ακυρωθεί.  Όμως, παρά τις δυσκολίες και σε πείσμα των καιρών , με λιγότερες εκδηλώσεις και  με λιγότερες φεστιβαλικές ημέρες   « Η πιο ζεστή Νύχτα του  Καλοκαιριού»  έγινε και φέτος πράξη !   Δέκα  υπέροχοι ηθοποιοί συναντήθηκαν και φέτος στο γραφικό Treigny-Perreuse- SainteColombe και για τρία συνεχόμενα βράδια από τις 20 ως τις 23 Αυγούστου παρουσίασαν τον δικό τους  Βασιλιά Λήρ. Κάτω από  τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Jean Bechetoille, (βραβευμένος με prix du jury du concours du Theatre 13/ jeunes metteurs en scene 2017) και  με φόντο το φυσικό περιβάλλον της καλοκαιρινής νύχτας , με αισιοδοξία και πίστη στη ζωντανή επικοινωνία ,  ξεδιπλώνουν το μύθο και με βιτριολικό χιούμορ ανατέμνουν τις οικογενειακές  νευρώσεις. Ο θεός του Θεάτρου ήταν μαζί τους. Ούτε έβρεξε, ούτε ο Covid 19 παρέστη , έτσι όλοι , ηθοποιοί  και θεατές, επέστρεψαν σώοι και αβλαβείς οίκαδε, με την ευχή και υπόσχεση να ανταμώσουν του χρόνου πάλι σε μια μεγάλη του πολιτισμού γιορτή.           Αμήν, κι « Ευοί , Ευάν» !

Οι συντελεστές της παράστασης :  Compagnie du 1er Αout
Μετάφραση:  Pascal  Collin
Διασκευή:  Helene Marchand
Σκηνοθεσία: Jean Bechetoille
Ηχητικό περιβάλλον: Guillaume Bosson
Κοστούμια: Caroline Frachet
Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Guarani Feitosa, William Lebghil, ElodieSegui, Helene Marchand, JacintheCappello, Loyse de Pury, Yvette Caldas, Thomas Bleton, Laurent Levy , Gerard Cohen.

Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο

Στο Παρίσι την είδα την ταινία, στα 19 μου… Σε κείνες τις μικρές αίθουσες του Quartier Latin. «Τα Φτερά του Έρωτα». Πάντα για κάποιον ανεξήγητο λόγο προτιμούσα τον γερμανικό τίτλο… Der Himmel uber Berlin… Ο άγγελος – παρατηρητής αόρατος που αφουγκράζεται τις καθημερινές σκέψεις και φροντίδες μικρών ανθρώπων. Υπερίπταται και σιωπά, τόσο πιο πάνω από όλα, τόσο αμέτοχος και ο κόσμος ασπρόμαυρος.
Και το Βερολίνο, στον διχασμό του ακόμα, πόλη πνιγερή και καταθλιπτική. «Όταν το παιδί ήταν παιδί»… Als das Kind, Kind war και ο άγγελος  χαμογελαστός , ικανοποιημένος από την αποστασιοποιημένη γνώση του. Ώσπου… Ώσπου σε εκείνο το ασπρόμαυρο τοπίο ένα κορίτσι με ψεύτικα φτερά, ακροβάτρια σε τσίρκο, κάνει κούνια. Ο άγγελος την κοιτάζει και για πρώτη φορά βλέπει χρώμα. Ένα χρωματιστό κορίτσι στο γκρίζο Βερολίνο.
Το δικό του βλέμμα αλλάζει, το δικό του βλέμμα τής προσδίδει τη μοναδικότητά της. Αν δεν την είχε κοιτάξει εκείνος, ίσως να παρέμενε ασπρόμαυρη. Από την άλλη εκείνη πάντα ζούσε στον κόσμο των χρωμάτων και των θνητών.
Το δίλημμα για κάθε άγγελο: να σμίξει με τους ανθρώπους, να εγκαταλείψει τη γνώση του; Να σταματήσει να αφουγκράζεται τη σκέψη των άλλων για να ζήσει τη ζωή τους; Και με τι αντάλλαγμα; Τι τίμημα;  Μα την αθανασία του και τη λογική του.

Ο άγγελος στην ταινία του Βέντερς εγκαταλείπει τα φτερά του και την πανοπλία του την ανταλλάσσει με  ένα γκροτέσκο πολύχρωμο κουστούμι σε ένα παλιατζίδικο… Είναι πια ορατός.. Κι έπειτα μια μικρή γρατζουνιά και το αίμα του ρέει κόκκινο. Επιτέλους, η ζωή εκεί, ορμητική, επικίνδυνη, αλλά πολύχρωμη. H ζωή η πεπερασμένη, η μοναδική  που θα του ανήκει πια …

Και τα μικρά κορίτσια που  νομίζουν ότι είναι τόσο χρωματιστά, ώστε να αρκεί το άγγιγμά τους για να καταλυθεί η ασπρόμαυρη σκουριά του κόσμου και περιμένουν έναν άγγελο να εγκαταλείψει τα φτερά του για το χατίρι τους. Κοιτάνε ψηλά στον ουρανό κι ελπίζουν ν’ ακούσουν ένα φτερούγισμα…  Μέχρι που καμιά φορά  με πίκρα διαπιστώνουν ότι άγγελοι είναι αυτές οι ίδιες που πεισματικά αρνούνται να ματώσουν και φοράνε ζηλότυπα την πανοπλία τους, ώσπου να έρθει η στιγμή να  νιώσουν  το αίμα τους ζεστό στο χέρι. Έτσι κι αλλιώς, ίσως  το  μόνο που θέλησαν,  το μόνο που είχε σημασία τελικά ήταν να μάθουν αυτό που κανένας άγγελος δεν ξέρει… «Ich weiss jetzt  was kein Angel weiss”

Social Dis-dancing

Never in my 25+ year teaching career did I expect to be teaching embodied dance classes online. The learning curve was huge for me.  My work has always been in the moment, in the classroom, and with an accompanist; teaching virtually forced me to become proficient in Zoom meetings, Moodle, and other online platforms. I had to pre-record and record live classes, upload videos, get music rights, and learn how to put closed captioning all my videos and video assignments. 
During the past several weeks many of my students were distressed, unmotivated, and/or depressed at one time or another; some had nowhere to go, some were stuck in the dorms, some were traveling long distances to get home to their families, and some were taking on new roles as caretakers in their home settings. And of course our seniors lost the opportunity to officially say good bye to each other. 
I ended up with two different virtual teaching models during this time. At Bryn Mawr College we continued to meet at our regular class time twice a week to dance together via Zoom. Our class became a very important place to meet and talk, share bread recipes, laugh, and sometimes cry together.  We spent a lot of time bumping into furniture, knocking over plants, and dancing over and around family members and pets.  Our phrase work had to be adjusted for much smaller spaces and for a variety of floor surfaces – students were working on carpet, outside on the grass, or on concrete floors.  I also teach at lot of partnering in my advanced technique class.  Guess what?  Dance partnering in the virtual world isn’t so effective when your only potential partners are inanimate objects…
I had to come up with a different plan for my Swarthmore students. Time zones were a big challenge; this particular group of students lived in different parts of the country (Seattle, Alaska, Northern Idaho, California, as well as the East Coast) and in other countries (China, Nigeria, and Bhutan). There simply was no longer an easy time to meet.  I came up with a “Chose your own Adventure” model where students could choose 12 virtual assignments out of about 30 to complete on their own time and pace during the rest of the semester.  There was also an option to meet once a week via Zoom, but hardly anyone in the class chose that option. I have to say I feel like I got to know most of my students in a new way through email and their exceptional writing about the dance assignments they chose. We don’t often have a lot of opportunity to speak in class since we are moving most of the time. I got to know a bit about their other classes, and had the opportunity to attend some of my seniors’ Engineering talks because I wasn’t teaching at a particular time. 
Learning to teach dance on screen was a challenging endeavor.  In the studio I have instant feedback, can adjust on the fly, can provide guidance and direction as needed.  Web conferences are a step removed — 3D movement becomes flat, left and right can be hard to identify, and movement that isn’t frontal is difficult to teach in this platform.  Everything takes twice as long to learn virtually.  The learning experience online can be uneven; there are so many obstacles – easy access to computers, internet, differing economic and living situations. 
The biggest loss is the sense of community that is typically one of the most important things to me in my teaching.  The studio is a place to learn, to make mistakes together, to feed off each other’s energy, to encourage each another with a smile from across the room, or to try something new.  That sense of communal energy is more difficult to achieve when we’re connected by video screens.
I believe that dance has the power to move people, to heal people, to enrich and empower communities and connect us socially. Trying to accomplish this virtually has been challenging as we have all been isolated in different time zones and different living situations, and we have new priorities given the magnitude of the crisis. Being able to connect online in new ways has been heartwarming and heartbreaking. It has given all of us a unique glimpse into each other’s lives through a completely different lens. 

Bethany Formica, Freelance Dance Artist and Wood Artisan
From Philadelphia USA

www.bethanyformica.org www.sawdustsiren.com

Ποιο ρόλο έχει η Ποίηση στην ζωή σας;

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Δεν υπάρχει χώρα που να περιφρονεί την ποίηση περισσότερο από την Ελλάδα. Δεν υπάρχει χώρα με τόσο επιθετική αδιαφορία σε όλα τα επίπεδα. Οσοι από εμάς γράφουνε ποίηση και έχει τύχει να βρεθούν σε ξένα φεστιβάλ και να συνομιλήσουν με ποιητές από άλλα μέρη του κόσμου, σύντομα συνειδητοποιούν το χάος που μας χωρίζει.

Σε πολλές χώρες κάποιος μπορεί να ζήσει αποκλειστικά γράφοντας ποίηση. Στη Γερμανία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες κάποιος μπορεί να επιβιώσει μέσα από τις επισκέψεις του σε σχολεία, από τις περιοδείες και τις δημόσιες αναγνώσεις, οι οποίες –φυσικά– πληρώνονται. Στις σκανδιναβικές χώρες μεγάλος αριθμός ποιητών συντηρείται από κρατικές υποτροφίες. Ποιητές από τη Λατινική Αμερική (και μιλάμε φυσικά για μεγάλους αριθμούς) θα σου αποκαλύψουν πως βιοπορίζονται κάνοντας μαθήματα δημιουργικής γραφής σε πανεπιστήμια καθώς και από τις πωλήσεις των βιβλίων τους.Γνωρίζοντας ποιητές από χώρες φτωχότερες από την Ελλάδα (όπως π.χ. η Λιθουανία ή η Βόρεια Μακεδονία) σύντομα καταλαβαίνεις πως οποιαδήποτε μέριμνα για την ποίηση και τους ποιητές δεν προκύπτει από το πλεόνασμα των ισχυρών οικονομιών, αλλά από την αντίληψη πως η ποίηση αποτελεί μια σημαντική ανθρώπινη δραστηριότητα που πρέπει να ενισχυθεί. Ακόμα κι αν οι συνθήκες είναι δύσκολες, σε κάθε χώρα υπάρχει ως δεδομένη η αντίληψη πως η μέριμνα για την ποίηση δεν είναι μια πολυτέλεια αλλά ένας πολιτισμικός δείκτης ικανός να περιγράψει το πώς η χώρα αυτή αντιλαμβάνεται τον εαυτό της.
Εξασφαλίζουν όλα αυτά καλύτερη ποίηση; Δεν είμαι σίγουρος. Αυτό που εξασφαλίζουν πάντως είναι αξιοπρέπεια. Και την αίσθηση πως η ποίηση δεν αποτελεί ένα χόμπι αντίστοιχο του φιλοτελισμού ή της συλλογής πεταλούδων.
Στην Ελλάδα, το κράτος σφυρίζει όσο πιο αδιάφορα μπορεί. Δεν υπάρχουν υποτροφίες, δεν υπάρχουν residencies, δεν υπάρχει κανενός είδους μέριμνα. Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ και η απουσία επίσημης κρατικής πολιτικής για το βιβλίο (βρείτε μου άλλη μία χώρα όπου να συμβαίνει κάτι τέτοιο) έρχονται να συμπληρώσουν την απαξίωση με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Οι δημοσιεύσεις σε περιοδικά προφανώς δεν πληρώνονται, οι εκδόσεις προφανώς δεν ενισχύονται και σε περίπτωση ανάγνωσης ο ποιητής θα πρέπει να αισθάνεται τυχερός την –απολύτως σπάνια– εκείνη φορά που δεν θα αναγκαστεί να πληρώσει τα μεταφορικά του (ακόμα και εκτός έδρας).
Ταυτόχρονα αποτελεί σχεδόν άγραφο νόμο το γεγονός πως ο ποιητής θα πληρώσει ο ίδιος την πρώτη του –τουλάχιστον– ποιητική συλλογή, θα την ταχυδρομήσει ο ίδιος σε κριτικούς και ομότεχνους και θα οργανώσει μόνος του τις παρουσιάσεις. Την ίδια στιγμή η κριτική παραμένει απολύτως περιορισμένη στα έντυπα και στις εφημερίδες και συνήθως έχει τη μορφή απλής παρουσίασης και όχι πραγματικής κριτικής. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και ο τεράστιος αριθμός εκδόσεων ποιητικών βιβλίων που δημιουργεί έναν θόρυβο πιο εκκωφαντικό και από τη σιωπή. Και ταυτόχρονα, η απόλυτη αδιαφορία όλων των ιδρυμάτων (Στέγη, Νιάρχος κτλ) που συναγωνίζονται το κράτος σε ποιητική αδιαφορία. Καμία μέριμνα, κανένα φιλτράρισμα, κανένα ενδιαφέρον.
Το παράδοξο είναι πως η ποίηση επιβιώνει παρ’ όλα αυτά. Από στόμα σε στόμα, σε μικρές παρέες, μέσα από προσωπικές πρωτοβουλίες. Το άλλο παράλογο που αντιλαμβάνεσαι άμα επισκεφτείς κάποιο ξένο φεστιβάλ ποίησης είναι το γεγονός πως η ελληνική ποιητική παραγωγή των τελευταίων ετών είναι μία από τις σημαντικότερες της Ευρώπης. Σε θέματα, ποικιλία ακόμα και αριθμό ποιητών. Η ποίηση καταφέρνει να αντεπεξέλθει παρά τα εμπόδια.

Από την εφημερίδα των Συντακτών 28 Ιουλίου 2020

Τα απραγματοποίητα όνειρα σκοτώνουν

Ο Carlo Santana έγινε 73.
Τι μού ‘ρθε και το θυμήθηκα?
Είναι που έρχεται 15αύγουστος.
Και τότε 15 Αύγουστος ήταν  πριν 50 χρόνια όταν θυσίαζε την ψυχή του στο Woodstock. Soul sacrifice έπαιζε και η ψυχή πέταγε δραπετεύοντας ανάμεσα από τις χορδές τις κιθάρας του και τα τρελά τύμπανα του Michael Shrieve του José “Chepito” Areas και των άλλων δαιμόνων.

Είδα για Τρίτη φορά το Revolutionary road. Και μάλλον μέχρι να πεθάνω θα το δω αρκετές φορές ακόμη. Για την Kate Winslet και το ματαιωμένο όνειρό της αξίζει κανείς να ζήσει αρκετά, για να δει πολλές φορές αυτό το φιλμ του Sam Mendes που αγγίζει σχεδόν τα όρια της αρχαίας τραγωδίας. Η σύγκρουση με τον άλλον τον υπερβατικό μας εαυτό, τον εαυτό που θέλει να ονειρεύεται και να πετάει, είναι θανατηφόρα.  
Συμβουλεύω να σκύβουμε το κεφάλι  όταν εμφανίζεται αυτός, ο άλλος εαυτός. Εντάξει δεν λέω και τίποτα καινούργιο. Όπως δεν είναι και καινούργιο τα ματαιωμένα όνειρα. Βουνά από αυτά στους υπαρξιακούς σκουπιδότοπους.
Περπατάω.
Περπατάμε. Εγώ και ο Κώστας γύρω στο 1970. Θεσσαλονική, βαθιά δικτατορία. Κοπάνα από το σχολείο και… κινηματογράφος ΙΝΤΕΑΛ στην Αγίου Δημητρίου,  υπάρχει άραγε ακόμη η θάφτηκε και αυτό όπως και άλλοι μέσα στα όνειρα μας στους σκουπιδότοπους που λέγαμε.  WOODSTOCK έγραφε απ΄ έξω η εφήμερη ταμπέλα. Μέσα μυρωδιά κλεισούρας. Πολλές ανάσες και χνώτα εγκλωβίστηκαν μέσα εκεί.

-O φαφούτης Richie Havens  τραγουδάει Freedom,
-H αγάπη μου η Janis Joplin έχει πιάσει ένα χορό κυκλωτικό και ουρλιάζει χαμένη πάνω στη σκηνή Ball & Chain και μετά κερνάει ένα Piece of (her) my heart.
-Come on Joe, where will you find friends to give you little help. Άκου την κιθάρα του Jimmy που κλαίγοντας για τα παιδιά στο Βιετνάμ παίζει τον εθνικό ύμνο των Ην. Πολιτειών.

Δεν μιλάω άλλο γι΄ αυτούς και τα όνειρα τους, που  τους παρέσυραν και όταν κατάλαβαν ότι όνειρο ήταν και πάει, μας άφησαν στην φτωχή ζωούλα μας.
Όπως και η Kate Winslet έτσι και αυτοί πήραν τα ματαιωμένα όνειρα τους και  περπάτησαν στη δική τους Revolutionary road και χάθηκαν στο βάθος.

Οι συνάδελφοι μου γυρνάν την Ελλάδα τώρα και ανάμεσα σε αποκλεισμούς και απαγορεύσεις παίζουν απελπισμένους μονολόγους στο αποδεκατισμένο διάσπαρτο κοινό τους και αναρωτιούνται που να απευθυνθούν και που να ποστάρουν την φωνή τους. Ας μην προτρέχω. Έρχεται η σειρά μου. Ο Οκτώβρης είναι ante portas και οι πόρτες του ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ θα ανοίξουν μαζί με τα άλλα θέατρα.
Θα ανοίξουν? Η ώρα της αλήθειας…
Στη φάρμα του Max Yasgur στο Woodstock τα παιδιά είναι γύρω στο μισό εκατομμύριο, ο ένας επάνω στον άλλο και έρχονται κι άλλοι από τους χωματόδρομους του Bethel κάνοντας τους χωριάτες να κοιτάζουν σαν χάνοι και ν’ αναρωτιούνται που πάνε όλοι αυτοί?  Περπατάνε κύριοι σε ένα revolutionary road,  χαίρονται τη μουσική, τον έρωτα, τη βροχή και τα παιχνίδια στις λάσπες.
Τους βλέπω πάλι στο youtube. Καθώς το μάτι μου χάνεται στη θάλασσα τους, αναρωτιέμαι και ‘γω που πήγαν τα δικά τους και τα δικά μας όνειρα -μια γενιά είμαστε- και μού ’ρχεται να φωνάξω «Βάλτε τις μάσκες σας μωρέ»

Γλωσσάρι (δυστυχώς απαραίτητο)

Woodstock        Χωριό ΝΔ της Ν. Υόρκης με 5000 περίπου πληθυσμό. Εξήντα χιλιόμετρα μακριά είναι η φάρμα του Max Yasgur στο Bethel. Εκεί στις 15 Αυγούστου του 1969 και για 4 μέρες μαζεύτηκαν μισό εκατομμύριο παιδιά, όταν το κίνημα των Hippies ήταν στο φόρτε του και άκουσαν τους μεγαλύτερους μουσικούς της rock όλων των εποχών. (Δεν επιτρέπεται να μην ξέρετε το Woodstock, κάντε ένα google)
Carlos Santana           Διάσημος μουσικός, ένας από τους κορυφαίους κιθαρίστες του κόσμου, συμμετείχε με το συγκρότημα του στ Woodstock (Δεν επιτρέπεται να μην τον ξέρετε, κάντε ένα google)
Michael Shrieve και Jose “Chepito” Areas  drummer και percussionist του συγκροτήματος του Carlo Santana παίξανε στο Woodstock μαζί του και σαν δαίμονες οργίασαν στο Soul Sacrifice.
Revolutionary road (2008) Πολυβραβευμένη ταινία του Sam Mendes με τους Leonardo DiCaprio και Kate Winslet. (Δεν επιτρέπεται να μην την έχετε δει)
Richie Havens  νέγρος τραγουδιστής και κιθαρίστας πέθανε το 2013. Στο Woodstock βγήκε πρώτος στη σκηνή κάθισε σε ένα σκαμνί και με μια κιθάρα και τραγούδησε το Freedom  (https://www.youtube.com/watch?v=SR2v-pApNAw)
Janis Joplin      Τι να πεις γι΄ αυτήν την αγία της γενιάς του ’60.  (Δεν επιτρέπεται να μην ξέρετε την Janis Joplin γι΄ αυτό κάντε ένα google)  Τραγούδησε το Ball & Chain  και το Piece of my heart και την μπαλάντα για τον Boddy McGee και το ταξίδι τους στη Ν. Ορλεάνη μέσα σε ένα  φορτηγό τραγουδώντας blues.  
Joe Cocker        Άγγλος τραγουδιστής, πολιτογραφημένος Αμερικάνος. Στο Woodstock τραγούδησε με την χαρακτηριστική γεμάτη γρέζια φωνή του το with a little help of my friends. Πέθανε το 2014.
Jimmy Hendrix Μαζί με τον Frank Zappa και τον Santana ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες του κόσμου. . (Δεν επιτρέπεται να μην τον ξέρετε, κάντε ένα google) Στο Woodstock έναν σπαρακτικό εθνικό ύμνο της Αμερικής με την κιθάρα του. Πέθανε το 1970. Η νεκροψία έδειξε ότι ο θάνατος προήλθε από πνευμονική αναρρόφηση του εμετού του και ασφυξία ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια βαρβιτουρικών
Κώστας (Θωμαΐδης)  Τραγουδιστής. Περάσαμε όλη την εφηβεία μαζί.

Scroll to top