Η αστυνομία της μνήμης

Ερευνα Ειρήνη Γιαβάση

« Αστυνομία της μνήμης. Σηκώστε τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Μην ακουμπήσετε τίποτα. Μην βγάλετε μιλιά μέχρι να τελειώσουμε. Αν δεν υπακούσετε θα συλληφθείτε αμέσως.»

Φανταστείτε τα παραπάνω λόγια να εκφέρονται στο σαλόνι σας. Ψηλοί, ψυχροί άντρες, με ατσαλάκωτες πράσινες στολές, δερμάτινες μπότες σας σημαδεύουν με όπλα που βαστούν τα δερμάτινα γάντια τους. Και τώρα, όπως αναγκάζεστε να γονατίσετε στο πάτωμα και βάζετε τα χέρια πίσω από τον σβέρκο, νιώθετε τον φόβο να σας κατακλύζει, φόβο και τύψεις επειδή πράξατε απλώς φυσικά – διατηρήσατε τις αναμνήσεις σας αναλλοίωτες. Παραμένετε ακινητοποιημένοι στο σαλόνι του σπιτιού, ενώ η Αστυνομία της Μνήμης επιθεωρεί το σπίτι για τυχόν αντικείμενα που δεν κάηκαν όταν διατάχτηκε ή κρυμμένα πράγματα που σε όλο το νησί έχουν εξαφανιστεί, αλλά εσείς ως παράνομος διατηρείτε ακόμη σε μία προσπάθεια ανταρσίας προς την φυσική εξαφάνιση των πραγμάτων. Αναρωτιέστε αν ο κόσμος που ζείτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυστοπία, αλλά δεν μπορείτε να την πείτε έτσι, καθώς βρίσκεστε μέσα της και ως εκ τούτου θα πρέπει να κατονομαστεί «πραγματικότητα». Ποιες είναι οι αναμνήσεις που προσπαθείτε με νύχια και με δόντια να διατηρήσετε; Τι είναι αυτό που προσπαθείτε τόσο πολύ να συγκρατήσετε και φοβάστε μήπως αναγκαστείτε να ξεχάσετε;

Οι κάτοικοι του νησιού της ιστορίας βιώνουν κάθε κάποιο καιρό, απροσδιόριστα και αναπάντεχα, την απώλεια. Μικρών ή μεγάλων πραγμάτων. Εισιτήρια φεριμπότ. Ατζέντες και ημερολόγια. Φυσαρμόνικες. Τριαντάφυλλα. Πράγματα που θα φυλάγονταν σε ξύλινα κουτιά κάτω από το κρεβάτι για να τα δείξουμε σε πρόσωπα πολύτιμα. Όλοι διατάζονται να ξεχάσουν. Από μία ανώτερη δύναμη που ποτέ δεν εξηγείται, μια φυσική ανωμαλία που συνιστά κανονικότητα σε αυτό το νησί, πρέπει όλοι σαν ξυπνήσουν μια μέρα, να ξεχάσουν κάτι. Τις μέρες που κάτι εξαφανίζεται από αυτόν τον αόρατο νόμο που κυβερνά το νησί, νιώθεις κάτι παράξενο στην ατμόσφαιρα. Έπειτα, οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε μικρές ομάδες και καίνε ή καταστρέφουν τα απομεινάρια από αυτό το κάτι, γιατί πια, με μία φυσική διαδικασία, δεν έχουν συναισθήματα για αυτό και ό,τι αναμνήσεις είχαν σιγά-σιγά εξανεμίζονται, ώσπου και η ίδια η λέξη του αντικειμένου να αδυνατεί να ανακαλέσει κάποια ανάμνηση.

Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που θυμούνται τα πάντα. Όχι επειδή δεν έκαψαν ή δεν κατέστρεψαν αυτό που εξαφανίστηκε. Είναι πλασμένοι να θυμούνται, ακόμη και αν όλα γύρω τους καταστρέφονται. Όσοι θυμούνται αποτελούν ανωμαλία αυτής της παράξενης φύσης. Η αστυνομία της μνήμης είναι εκεί να τους ανακαλύψει.  Κυνηγιούνται. Κρύβονται για να μην κυνηγιούνται. Το γονιδίωμά τους διερευνάται για να δουν τι φταίει και θυμούνται τους χαρταετούς, τα μήλα, τις σβούρες, τα γογγύλια. Τι θέλουν και θυμούνται; Θα ήταν πιο εύκολο να τα ξεχνούσαν όλα, οπότε τι πρόβλημα έχουν και θυμούνται;

Υπάρχουν αυτοί που λένε πως προτιμούν να προσαρμόζονται σ’ αυτήν την απλούστερη ζωή, που είναι κάθε φορά φτωχότερη. Πως ό,τι δεν γνωρίζουμε δεν έχει και τόσο σημασία καθώς δεν υπάρχει πια χώρος για αυτό στο κεφάλι και στην καρδιά. Εξάλλου, λένε, θα πεθάνουμε και περιμένουν στωικά αυτόν τον παράδοξο θάνατο, θεωρώντας πως οι δυνάμεις της προσαρμοστικότητας θα απαλύνουν την αίσθηση της παντοτινής απώλειας του εαυτού. «Πρέπει να σταματήσεις να ανησυχείς για τέτοια πράγματα. Οι εξαφανίσεις είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Δεν έχουν καμία σχέση με εμάς. Όλοι θα πεθάνουμε άλλωστε κάποια μέρα, άρα ποια η διαφορά; Ας αφήσουμε απλώς τα πράγματα στη μοίρα τους.» θα πει ο γέροντας φίλος της πρωταγωνίστριας, για να την καθησυχάσει.

Υπάρχουν αυτοί που διερωτώνται συνεχώς πού θα οδηγήσει αυτή η συστηματική συρρίκνωση. Αντιλαμβάνονται πως οι εξαφανίσεις αντικατοπτρίζουν και μία εσωτερική συρρίκνωση του εαυτού. Μερικοί γραφικοί επαναλαμβάνουν, αλλά γρήγορα συλλαμβάνονται από την αστυνομία της μνήμης: «Κανείς δεν μπορεί να σβήσει τις ιστορίες». Ο καιρός περνά, οι εξαφανίσεις συνεχίζονται, το ερώτημα γιγαντώνεται σελίδα τη σελίδα: χάνοντας τις αναμνήσεις μας, αποτελούμε τους ίδιους;

Ολοκληρώνοντας την τελευταία αράδα και κλείνοντας το βιβλίο προσπαθούσα να καταλάβω τι μου συνέβη. Μετά από ώρα κατάλαβα, καθώς αβίαστα μου ήρθε μια κινηματογραφική σκηνή. Η εικόνα που είχα δει επαναλαμβανόμενες φορές στην οθόνη ήρθε να απεικονίσει αυτό που αισθανόμουν: με είχε διαπεράσει ένα γιαπωνέζικο μαχαίρι, ένα κατάνα* και για τα λίγα λεπτά μετά την τομή το πάνω και το κάτω σώμα ισορροπούσαν το ένα πάνω στο άλλο, μέχρι να αποσχιστούν και να βιώσω εν τέλει τον πόνο, την απώλεια και τον θάνατο. Και ήταν τόσο μαστορικός ο τρόπος που χειρίστηκε αυτό το κατάνα η Ογκάουα: αργά, λιτά, χωρίς φτιασιδώματα, με μια γαλήνια ήρεμη φωνή που θυμίζει την παραδοχή της ματαιότητας των πραγμάτων και την συμφιλίωση του βαρυποινίτη με τον χρόνο, η Ογκάουα τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια μου για να με προσγειώσει στο πάτωμα. Η ψυχραιμία με την οποία παρουσιάζεται όλο το δυστοπικό σκηνικό, η λιτότητα της γραφής, η ψυχραιμία της αποτύπωσης, στην οποία θες να φωνάξεις «πώς γίνεται να τα λες τόσο ήρεμα, δεν βλέπεις τι συμβαίνει γύρω;» συντελούν στο να σε διαπεράσει η θλίψη.

Παρόλο που το βιβλίο εκδόθηκε το 1994, τα άχρονα και μη συγκεκριμένα χωρικά τοπία προσδίδουν στο κείμενο καθολικότητα που συνομιλεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτόματα σχεδόν σκέφτεσαι πως στον αναγκαστικό εγκλεισμό που περνάμε το ξεθώριασμα των διαφόρων αναμνήσεων είναι καθολική διαδικασία, που, όπως και οι κάτοικοι αυτού του νησιού, την αποδέχεσαι. Και καθώς εγκλεισμός σημαίνει λιγότερα κοινωνικά ερεθίσματα, συναντήσεις κόσμων και εντυπώσεις και εξερευνήσεις, αντιλαμβάνεσαι, μετά από έναν χρόνο, πως δεν θυμάσαι την αίσθηση ορισμένων πραγμάτων: πώς κάνουμε αγκαλιές, πως είναι να φοράς μακιγιάζ στις 12 το βράδυ, πως τα μπαρ με χαμηλό φωτισμό σε νυστάζουν, πώς είναι να χορεύεις μέσα σε πλήθος, να βγαίνεις για καφέ μετά τη δουλειά, να μιλάς με όλο σου το πρόσωπο, να διασχίζεις πολύ κόσμο. Αναρωτιέσαι όπως και οι γραφικοί κάτοικοι του νησιού «Συρρικνωνόμαστε;»

Κάθε χάσιμο αναμνήσεων μας βρίσκει πιο αδειανούς . Οι αναμνήσεις μας διαμορφώνουν αυτό που είμαστε, αυτό που είμαστε διαμορφώνει τις αναμνήσεις σας. Τι μένει μετά από αυτές τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις; «Όσο υπέροχη και αν είναι η ανάμνηση εξαφανίζεται αν την αφήσεις στην ησυχία της, αν δεν της δίνεις σημασία. Δεν αφήνουν ίχνη ούτε απόδειξη ότι κάποτε υπήρχαν.»

«Η αστυνομία της μνήμης» βρίσκεται στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Booker Μεταφρασμένου Βιβλίου του 2020. Η συγγραφέας εμπνεύστηκε την «Αστυνομία της μνήμης» από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Μοναξιά, υπαρξιακή αγωνία, αβοήθητη δυσφορία είναι τα θέματα που διαπερνούν το βιβλίο.

«Όλα θα πάνε καλά. Μπορείς να νομίζεις ότι οι αναμνήσεις χάνονται κάθε φορά που συμβαίνει μια εξαφάνιση, αλλά δεν είναι αλήθεια. Επιπλέουν σε μια λιμνούλα όπου δεν φτάνει ποτέ το φως του ήλιου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βουτήξεις το χέρι σου μέσα και σίγουρα θα βρεις κάτι. Κάτι που θα επαναφέρεις στο φως. Πρέπει να προσπαθήσεις. Δεν μπορώ να κάθομαι και να βλέπω την ψυχή σου να μαραζώνει.» λέει ο εκδότης της πρωταγωνίστριας, καταραμένος να θυμάται τα πάντα, και ως εκ τούτου αναγκασμένος να κρύβεται από την Αστυνομία της Μνήμης. Η φωνή του κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος συγκρατεί μια καλά ισορροπημένη ελπίδα στη δυστοπία.

«Αν θυμηθούμε κάτι» είπε ο γέρος παλεύοντας να βρει τις λέξεις «τι θα πρέπει να κάνουμε;»

«Τίποτα ιδιαίτερο. Είμαστε όλοι ελεύθεροι να κάνουμε τις δικές μας αναμνήσεις ό,τι θέλουμε». Ας τις φυλάξουμε καλά λοιπόν, όσο τις έχουμε ακόμη.

  • κατάνα=παραδοσιακό Γιαπωνέζικο μαχαίρι.

Εκδόσεις Πατάκη , μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου

Ας μην ξεχνάμε την καλή Γαλλική λογοτεχνία…!

Της Μάρθας Αρβανιτίδου

Βραβείο Goncourt… Τι πιο τιμητικός έπαινος για έναν Γάλλο συγγραφέα;!

Το πεζό έργο μυθοπλασίας που καταφέρνει να «φορέσει»  αυτό τον τίτλο στον ετήσιο διαγωνισμό Goncourt θεωρείται το κορυφαίο της χρονιάς και όχι μόνο… ίσως κι ένα από τα καλύτερα έργα που γεννήθηκαν ποτέ στους κόλπους της γαλλικής λογοτεχνίας! Βέβαια τα πολλά συγχαρητήρια που απονέμονται στον δημιουργό, από την ακαδημία Goncourt, συνοδεύονται από ένα συμβολικό χρηματικό ποσό αλλά και από μια μεγάλη αναγνώριση τόσο στη Γαλλία όσο και παγκοσμίως.

Αυτή η δόξα και τιμή ενδεχομένως να αποτέλεσαν ένα αρκετά ικανοποιητικό κίνητρο ώστε να «τρέξουν» και οι περσινοί (2020) «καταδρομείς»- υποψήφιοι συγγραφείς σε αυτό τον λογοτεχνικό αγώνα, με στόχο να σηκώσουν το νικητήριο λάβαρο της απόλυτης έγκρισης της  λογοτεχνικής κοινότητας.

Η ψηφοφορία έχει προφορικό χαρακτήρα και λαμβάνει χώρα σε τρία στάδια.

Στον πρώτο γύροεπιλογής αναδεικνύονται τα πρώτα 14 λογοτεχνικά έργα.

Στον δεύτερο, συνεχίζουν τα μισά σε αριθμό,

Και στον τρίτο αναλόγως.

Το 2020, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο ψηφοφορίας κλήθηκαν να αγωνιστούν οι: Djaïli Amadou Amal, HervéLe Tellier, Maël Renouard και Camillede Toledo,

με τα εξής έργα αντίστοιχα: Les Impatientes, L’Anomalie, L’Historiographe du royaume, Thésée, savie nouvelle.

Τα βέλη του Απόλλωνα… μας λάβωσαν

Ανάμεσα στα βιβλία που μνημονεύουν οι New York times διακρίνουμε και ένα βιβλίο ενός Έλληνα επιστήμονα που δεν τον ξέραμε μέχρι αυτή τη στιγμή. Είναι ο γιατρός και κοινωνιολόγος Νίκος Χριστάκης.

Ο τίτλος “Apollo’s arrow” μας παραξενεύει. Πολύ περισσότερο που το βιβλίο αναφλερεται στον Covid-19.

Αλλά πριν ρίξουμε μια ματιά ας πάμε να δούμε τι έκανε ο Απόλλων στους Έλληνες στην Τροία για να μπορέσουμε να δώσουμε μια εξήγηση στον τίτλο του βιβλίου. Και τι δεν έκανε θα μου πουν οι φιλόλογοι μια που ο Φοίβος ούτε για μια στιγμή δεν υποστήριξε τους Αχαιούς. Αλλά στην Α Ραψωδία ο Δημήτρης Μαρωνίτης μεταφράζει απολαυστικά:

Τρομαχτική η κλαγγή του αργυρού του τόξου ακούστηκε
Πρώτα τις μούλες τόξεψε, τα γρήγορα μετά σκυλιά
Τέλος επάνω τους τα αιχμηρά του βέλη ρίχνει
Τους εξόντωνε. Φλόγιζαν οι φωτιές για τους νεκρούς αδιάκοπα.
Μέρες εννιά τα βέλη του θεού στόχευαν το στρατό…
 Α 49-53 (μτφρ. Δ.Ν.Μαρωνίτης)

Α, μάλιστα κατάλαβα την σύγκριση: Σαν το Απόλλωνα και αυτός ο Covid-19 εξοντώνει με τα αόρατα βέλη τους Αχαιούς του πλανήτη και αν σκεφτούμε τα convoy με τους νεκρούς του Μπέργκαμο (και όχι μόνο) δεν είμαστε και πολύ μακριά από το «Φλόγιζαν οι φωτιές για τους νεκρούς αδιάκοπα»

Κατά τα άλλα με τις 368 σελίδες του, το βιβλίο έρχεται να προστεθεί στα πάμπολλα άλλα βιβλία που ξεφυτρώνουν σε όλο τον κόσμο με θέμα τον covid-19. Η έρευνα και η προσέγγιση του Χριστάκη απλώνεται παντού αλλά το βάθος της δεν είναι και πολύ μεγάλο. Μας θυμίζει τι έγινε στα αρχικά στάδια στις ΗΠΑ και στην Κίνα, τις ανεπαρκείς πρώτες αντιδράσεις, μας θυμίζει τις άλλες πανδημίες της ιστορίας, ιδιαίτερα την «πολυτραγουδισμένη» του 1918 και του Sars 2003, τα lockdown και τις κοινωνικές επιπτώσεις, τις αντιθέσεις και την σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αντίπαλες αξίες της υγείας και των ατομικών ελευθεριών και τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που δυστυχώς θα μείνουν και θα σημαδέψουν και την μετά covid εποχή.

APOLLO’S ARROW
The Profound and Enduring
Impact of Coronavirus on the Way We Live
By Nicholas A. Christakis
εκδόσεις Little, Brown Spark.

Οι πρόεδροι και ο φλογερός τους έρωτας για τα ΜΜΕ

Μπορεί να λέτε ότι θέλετε για τον πρόεδρο Τράμπ αλλά πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι έχει πυροδοτήσει την έμπνευση διαφόρων συγγραφέων που με αφορμή τα ευτράπελα που συμβαίνουν στο press room του Λευκού οίκου και τις μνημειώδεις τοποθετήσεις και συμπεριφορές του, χύνουν ποτάμια μελάνης πάνω στο χαρτί η μάλλον πληκτρολογούν μανιωδώς κείμενα στα Mac book τους.
Να τώρα ο Harold Holzer  ο οποίος με αφορμή τα παραπάνω κατορθώματα ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ προέδρων και Μέσων ενημέρωσης που σε βάθος χρόνου δεν ήταν και τόσο Μαζική.
Η έρευνα του Harold Holzer αποκαλύπτει  εντυπωσιακά ευρήματα όπου ο πρόεδρος Τράμπ, που έχει ανάγει σε επιστήμη το twiter και αποβάλει χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον δημοσιογράφο τον στριμώξει,  ωχριά μπροστά στα κατορθώματα του του Προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, ο οποίος δεν δίσταζε να στείλει στα σίδερα δεκάδες συντάκτες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, λογόκρινε λυσσαλέα ειδήσεις από τον τηλέγραφο, έκλεισε εφημερίδες και οι κατασχέσεις στα πιεστήρια είναι τους ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Τι να πει ο πρόεδρος Τράμπ που δεν κατατάσσεται ούτε μέσα στους πέντε πρώτους, μπροστά στον John Adams ο οποίος έκανε νόμο για να νομιμοποιήσει την δίωξη του Τύπου.
Ο Ρούσβελτ, που σε γενικές γραμμές είχε πολύ καλές σχέσεις με τον τύπο δεν δίστασε να ιδρύσει το “Ananias Club” – έναν συμβολικό τόπο εξορίας – για δημοσιογράφους που τον δυσαρέστησαν, και υπέβαλε μήνυση εναντίον του New York World του Joseph Pulitzer. Ο Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον επανάφερε και υιοθέτησε μερικές από τις χειρότερες μεθόδους του Λίνκολν συμπεριλαμβανομένης της λογοκρισίας και της προπαγάνδας. Και αν μιλήσουμε για τον Πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, θα θυμηθούμε ότι είπε στον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, Χένρυ Κίσινγκερ, ότι «Ο Τύπος είναι ο πραγματικός εχθρός».
Πώς να το πεις αυτός σε ένα δημοσιογράφο που ούτε λίγο ούτε πολύ θεωρεί τον εαυτό του θεματοφύλακα της αλήθειας, της δημοκρατίας και του ευνομούμενου κράτους.

Στα ανθρώπινα όρια της Jessica Goudeau After the last border

Σοφία Γουργουλιάνη,   22 Αυγούστου 2020

Η Jessica Goudeau, είναι αρθρογράφος για τους NewYork Times, την Atlantic, τη Washington, Post, τους Los Angeles Times αλλά και παραγωγός της ταινίας ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «A Line Birds Can not See». Πριν από λίγες μέρες εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, «After the Last Border».
Αφηγείται, με αυτό, μια ιστορία για όλους εκείνους τους θαυμαστούς καινούριους κόσμους που αποδείχτηκαν φρεναπάτη. Και για τον δυτικό –μας- κόσμο που δεν δέχτηκε ποτέ να κάνει τα βουνά του ρατσισμού του να μοιάζουν με πεδιάδες.
Η συγγραφέας πραγματεύεται, εδώ, το φλέγον ζήτημα της προσφυγικής κρίσης, έχοντας βουτήξει στα άδυτα της σκληρής του πραγματικότητας μετά από χρόνια εργασίας με πρόσφυγες στο Austin του Texas. Και μας παραδίδει ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στα Αγγλικά αρχές Αυγούστου και μοιάζει απογυμνωμένο από το αστικό μελό που μας θέλει -μόνο μακρινούς- παρατηρητές των εκάστοτε«τραγικών»προσφυγικών ιστοριών.
Με πρωταγωνίστριες της, δύο διαφορετικές γυναίκες πρόσφυγες από τη Μυανμάρ και από τη Συρία, μας χαρίζει ένα σκοτεινό ταξίδι σε μια απόλυτη καφκική Οδύσσεια στη σύγχρονη Αμερική.
Η MuNaw,είναι από τη Μυανμάρ. Μετά από μία δεκαετία σε στρατόπεδο προσφύγων,η μοίρα θα της χαμογελάσει, όταν θα βρεθεί σε αμερικανικό έδαφος. Για να συναντήσει, τελικά, τον δικό της προσωπικό καφκικό εφιάλτη στο Austin του Texas. Γκρίζα συγκροτήματα, γκρίζων διαμερισμάτων, λεωφορεία και μετρό που επιλέγουν αυτοβούλως ωράρια, επιβάτες και στάσεις. Ένα θερμοσίφωνο που αποδείχτηκε δυσεπίλυτο αίνιγμα, ένας φούρνος γεννημένος για να μην ψήνει και μια διαρκής αναζήτηση άγνωστου πλην απαραίτητου φαγητού.
Κι αν οι πρώτες μέρες της μοιάζουν με ψαροκόκαλο σφηνωμένο στο λαιμό, η MuNaw θα βρει τον τρόπο να το ξεσφηνώσει βλέποντας αυτοβούλως το ποτήρι της νέας της ζωής μισογεμάτο.
Η Hasnaal-Salam πίνει κάθε πρωί τον καφέ της στον κήπο της. Ο καφές είναι καυτός, της καίει τη γλώσσα. Τα παιδιά της παίζουν σχοινάκι στην αυλή του σχολείου. Στο πρώτο διάλειμμα θα φάνε. Δεν θυμάται τι, αλλά τους το μαγείρεψε χθες. Λίγο πριν παίξουνε επιτραπέζιο. Ο άντρας της δεν την φιλάει πια κάθε πρωί. Το σκέφτεται. Ο καφές είναι καυτός, της καίει τη γλώσσα. Το απόγευμα, μάλλον, θα τον φιλήσει εκείνη. Θα πιουν άλλο ένα καφέ παρέα. Όταν πέφτει ο ήλιος, ο κήπος δροσίζει. Θα βάλει από ένα παγάκι στον καφέ τους. Είναι, ακόμα, καλοκαίρι.
Το καθεστώς Άσαντ θα την οδηγήσει βίαια –και εκείνη- στο Austin. Σε ένα Austin, μακριά από παιδιά, φιλιά και κόσμους που τα νόμιζε δικά της. Με την αναγγελία της απαγόρευσης εισόδου προσφύγων από μουσουλμανικές χώρες να βουίζει στα αυτιά της, τα παγάκια να λιώνουν στον καφέ, το ανελέητο καλοκαίρι στο Texas να μην δροσίζει ποτέ  και την επανένωση με τα παιδιά της να μοιάζει με μακρινή υπόσχεση, η διάψευση του λαμπρού μέλλοντος είναι -τελικά- απόλυτη και συντριπτική.

Ιστορίες δύο γυναικών που τελικά είναι μια ιστορία ντροπής για έναν ολόκληρο δυτικό κόσμο που φορά αυτάρεσκα το προσωπείου του προοδευτισμού, για να αποδείξει, όμως, περίτρανα πως, η ίδια του η ύπαρξη τελικά βρίσκεται στα παλαιότερα των υποδημάτων του άκρατου ρατσισμού. Ένα βιβλίο για την ιστορία, την πορεία και τη διαχρονική υποδοχή των προσφύγων στην Αμερική που μοιάζει να μας ανοίγει το αναγκαίο παράθυρο στον σκληρό κόσμο του ες αεί παρόντος ρατσισμού.

AFTER THE LAST BORDER
Two families and the story of Refuge in America
by Jessica Goudeau
348 pp, Viking

SALMAN Quichotte & Sancho RUSHDIE

Της Λαμπρινής Θάνου, 23 Αυγούστου 2020

Το Quichotte, το 14ο μυθιστόρημα του Salman Rushdie, αναδεικνύεται ως «ο Δον Κιχώτης της σύγχρονης εποχής». Αλλά το βιβλίο – ένα πραγματικά μεγάλο έργο, παγκοσμίου ενδιαφέροντος, τρυφερό ποιητικό και κωμικό μαζί – είναι ένα πολύ πιο φιλόδοξο εγχείρημα από έναν απλό φόρο τιμής στον ιππότη, στον ρομαντισμό του η στον Θερβάντες .
Ο κεντρικός ήρωας του Rushdie που δανείζει και το όνομά του στον τίτλο (Κισότ προφέρεται στα αγγλικά) γεννήθηκε με διαφορετικό όνομα, σε μια πόλη με επίσης παραλλαγμένο όνομα: Μιλάμε για την Βομβάη που τώρα είναι «Μπουμπάι». Ο Ινδός μετανάστης, που ταξιδεύει πουλώντας φαρμακευτικά προϊόντα, πρόσφατα απολυμένος από τη δουλειά του, χαμένος μέσα σε μια ιερή ανοησία που επιβάλλεται από ένα τηλεοπτικό lifestyle (το οποίο ο ίδιος λατρεύει) υιοθετεί το όνομα «Κισότ». Κλείνει έτσι το μάτι στον διάσημο ιππότη του Cervantes.
Με το ψευδώνυμό του, ξεκινά μια επεισοδιακή αποστολή σε ολόκληρη την Αμερική για να κερδίσει την καρδιά της δικιάς του Δουλτσινέας, μιας όμορφης διασημότητας που ζει στην πόλη της Νέας Υόρκης ονόματι Salmar. Την γνωρίζει μόνο μέσω της τηλεοπτικής οθόνης. Για ακόλουθο στην εκστρατεία του, έχει τον πιστό του «Σάντσο». Ο Quichotte χαίρεται που ανακαλύπτει ότι ο κόσμος, παρ΄ όλη την καταπιεστική του δομή, φαίνεται να λυγίζει κάτω από τη δύναμη της δικής του πεποίθησής, που δεν είναι άλλη από το φαινομενικά αδύνατο όνειρό του.  Βρισκόμαστε στην εποχή του «όλα- είναι δυνατά» η «Όλα-να- τα-περιμένεις» άλλωστε.
Πόσο χαρούμενος ήταν ο Quichotte μέσα του, πόσο ευγνώμων ήταν που ζούσε σε τέτοιους καιρούς!». Στην εποχή του «όλα-να- τα-περιμένεις»  ένα ολόκληρο έθνος μπορεί να πηδήξει από έναν γκρεμό σαν ελεύθερη πεταλούδα. Οι άνδρες που έπαιζαν τους προέδρους στην τηλεόραση στις πολυώνυμες ταινίες και σήριαλ του Χόλυγουντ και του Netflix θα μπορούσαν πράγματι να γίνουν πρόεδροι. Το νερό όπου γης μπορεί να εξαντληθεί …Και με αυτά τα δεδομένα ένα τηλεοπτικό αστέρι θα μπορούσε κάλλιστα να αγαπήσει έναν ανόητο παλιόγερο, κάνοντας τον να γευτεί ένα απίθανο ερωτικό θρίαμβο που θα του εξασφάλιζε στην εναπομείνασα  μικρή ζωή του , μια μεγαλειώδη ακτινοβολία».

Αλλά μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Ο Rushdie, πονηρούτσικα κρύβει ένα άσσο στο μανίκι του. Μαθαίνουμε φερ’ ειπείν ότι οι Quichotte και Sancho είναι τα φανταστικά υποκείμενα ενός βιβλίου που γράφτηκε από έναν μέτριο συγγραφέα της μέτριας αστυνομικής λογοτεχνίας. Ονομάζεται Sam DuChamp και ο οποίος ελπίζει να δημιουργήσει επιτέλους ένα μεγάλο έργο με «ένα βιβλίο ριζικά αντίθετο από οποιοδήποτε άλλο που είχε προσπαθήσει μέχρι τότε”. Όπως και ο πρωταγωνιστής του, είναι και αυτός ένας Ινδός μετανάστης που λειτουργεί με ψευδώνυμο, διάγει το τελευταίο στάδιο της ζωής του , και σέρνει πίσω του ένα επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, προσπαθώντας να βουτήξει σε ένα άγνωστο και αβέβαιο μέλλον. Εάν ο Quichotte έχει εκτροχιαστεί από την κατανάλωση των μέσων ενημέρωσης, ο άνθρωπος που τον γράφει στην πραγματικότητα, έχει διαταραχθεί από την ίδια τη δημιουργία του.
Ο DuChamp περιγράφει και τοποθετεί το βιβλίο εκεί που και ο Salman Rushdie τοποθετεί το δικό του: Εναντιώνεται στον πολιτισμό-σκουπίδι της εποχής του  όπως και ο Θερβάντες της δίκης του εποχής. Επιχειρεί να θίξει και να αναπτύξει θέσεις και απόψεις για τον παθιασμένο και  εμμονικό έρωτα,  για τις σχέσεις πατέρα-γιου, για εκλεκτικές συγγενικές και έχθρες, αλλά και για τους Ινδούς μετανάστες, τον ρατσισμό απέναντί τους, τους κάθε είδους κατεργαράκους και απατεώνες, για τους κατασκόπους στον κυβερνοχώρο, για την επιστημονική φαντασία, για τα παράλληλα σύμπαντα, τη συνύπαρξη φανταστικών και πραγματικών πραγματικοτήτων, για το θάνατο του συγγραφέα, για το τέλος του κόσμου και ένα σωρό άλλα θέματα.
Θα είχατε δίκιο να πιστεύετε ότι για έναν συγγραφέα – το να ασχοληθεί σε ένα μυθιστόρημα μονομιάς με όλα αυτά- θα φλέρταρε επικίνδυνα με το χάος. Αλλά στα χέρια του Rushdie όλα τα σύνορα μεταξύ αυτών καταργούνται. Καταργούνται επίσης τα όρια μεταξύ του συγγραφέα και του θέματος, της πραγματικότητας και της μαγείας, της ελπίδας και της τρελής απόγνωσης. Καθώς υφαίνει τα ταξίδια των δύο ανδρών, που κατακλύζονται από όλες τις τραγικές μανίες της σύγχρονης αμερικανικής ζωής αυτή τη στιγμή, αυτές οι ενέργειες αρχίζουν να καταρρέουν όμορφα αλλά εσωτερικά, σαν ένα αστέρι που πεθαίνει. Οι αναγνώστες του συνειδητοποιούν ότι θα ακολουθήσουν τυφλά και με ευχαρίστηση τον Rushdie μέχρι το τέλος του κόσμου, πράγμα που αποδεικνύεται ότι θα κάνουν μαγεμένοι από την αφηγηματική του δύναμη.

Παρ ΄όλο ότι ο συγγραφέας, το έργο και οι χαρακτήρες του βαίνουν ομαδικά προς το μοιραίο, όπως και ο κόσμος άλλωστε,  ο Roushdie όπως πάντα αφήνει μια αχτίδα ελπίδας γιατί το όνειρο δεν πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και αν όλα τα άλλα σβήσουν.

Αυτό αποκτάει μία επιπλέον σημασία αν σκεφτούμε ότι ο ίδιος πρόσφατα πέρασε δύσκολες ώρες. Βρέθηκε θετικός στον κορωνοϊό. Πλέον όμως έχει αναρρώσει πλήρως. Όπως αναφέρει σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα «El Pais», αισθάνεται τυχερός που πλέον ξεπέρασε τον ιό και δουλεύει ξανά. «Όλος ο κόσμος μού λέει “αυτή πρέπει να είναι μια εξαιρετική στιγμή για να γράψεις” κι εγώ απαντάω “ναι, φυσικά”. Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά, αλλά το σημαντικό είναι ότι είναι μια εξαιρετική στιγμή για να είσαι συγγραφέας! Θα περάσει πολύς καιρός πριν ξαναγραφτεί μυθοπλασία», σχολιάζει. Ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις ο ίδιος παραμένει αισιόδοξος, ένα στοιχείο που μετέφερε και στο πρόσφατο βιβλίο του «Δον Κιχώτης». «Οι φίλοι μου γελούν μ’ εμένα γιατί σε αυτούς τους καιρούς συνεχίζω να είμαι αισιόδοξος. Ο Δον Κιχώτης μου είναι μια εκδοχή παρατραβηγμένη αυτής της κατάστασης. Είναι αισιόδοξος μέχρι εκεί που δεν παίρνει», αναφέρει ο Ρούσντι. Aπό την άλλη, η Δουλτσινέα του είναι αρκετά προβληματική αφού την έφτιαξε ως προβολή των εμμονών του. Άλλωστε, όπως επισημαίνει, δεν τον ενδιαφέρει η φανταστική λογοτεχνία. «Το σίγουρο είναι ότι ο κόσμος και η ανθρώπινη ζωή δεν είναι στην πραγματικότητα “φυσικοί”. O σουρεαλισμός είναι κάθε φορά και πιο αληθινός από τον ρεαλισμό», προσθέτει.

Scroll to top