Οι πρόεδροι και ο φλογερός τους έρωτας για τα ΜΜΕ

Μπορεί να λέτε ότι θέλετε για τον πρόεδρο Τράμπ αλλά πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι έχει πυροδοτήσει την έμπνευση διαφόρων συγγραφέων που με αφορμή τα ευτράπελα που συμβαίνουν στο press room του Λευκού οίκου και τις μνημειώδεις τοποθετήσεις και συμπεριφορές του, χύνουν ποτάμια μελάνης πάνω στο χαρτί η μάλλον πληκτρολογούν μανιωδώς κείμενα στα Mac book τους.
Να τώρα ο Harold Holzer  ο οποίος με αφορμή τα παραπάνω κατορθώματα ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ προέδρων και Μέσων ενημέρωσης που σε βάθος χρόνου δεν ήταν και τόσο Μαζική.
Η έρευνα του Harold Holzer αποκαλύπτει  εντυπωσιακά ευρήματα όπου ο πρόεδρος Τράμπ, που έχει ανάγει σε επιστήμη το twiter και αποβάλει χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον δημοσιογράφο τον στριμώξει,  ωχριά μπροστά στα κατορθώματα του του Προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, ο οποίος δεν δίσταζε να στείλει στα σίδερα δεκάδες συντάκτες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, λογόκρινε λυσσαλέα ειδήσεις από τον τηλέγραφο, έκλεισε εφημερίδες και οι κατασχέσεις στα πιεστήρια είναι τους ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Τι να πει ο πρόεδρος Τράμπ που δεν κατατάσσεται ούτε μέσα στους πέντε πρώτους, μπροστά στον John Adams ο οποίος έκανε νόμο για να νομιμοποιήσει την δίωξη του Τύπου.
Ο Ρούσβελτ, που σε γενικές γραμμές είχε πολύ καλές σχέσεις με τον τύπο δεν δίστασε να ιδρύσει το “Ananias Club” – έναν συμβολικό τόπο εξορίας – για δημοσιογράφους που τον δυσαρέστησαν, και υπέβαλε μήνυση εναντίον του New York World του Joseph Pulitzer. Ο Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον επανάφερε και υιοθέτησε μερικές από τις χειρότερες μεθόδους του Λίνκολν συμπεριλαμβανομένης της λογοκρισίας και της προπαγάνδας. Και αν μιλήσουμε για τον Πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, θα θυμηθούμε ότι είπε στον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, Χένρυ Κίσινγκερ, ότι «Ο Τύπος είναι ο πραγματικός εχθρός».
Πώς να το πεις αυτός σε ένα δημοσιογράφο που ούτε λίγο ούτε πολύ θεωρεί τον εαυτό του θεματοφύλακα της αλήθειας, της δημοκρατίας και του ευνομούμενου κράτους.

Στα ανθρώπινα όρια της Jessica Goudeau After the last border

Σοφία Γουργουλιάνη,   22 Αυγούστου 2020

Η Jessica Goudeau, είναι αρθρογράφος για τους NewYork Times, την Atlantic, τη Washington, Post, τους Los Angeles Times αλλά και παραγωγός της ταινίας ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «A Line Birds Can not See». Πριν από λίγες μέρες εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, «After the Last Border».
Αφηγείται, με αυτό, μια ιστορία για όλους εκείνους τους θαυμαστούς καινούριους κόσμους που αποδείχτηκαν φρεναπάτη. Και για τον δυτικό –μας- κόσμο που δεν δέχτηκε ποτέ να κάνει τα βουνά του ρατσισμού του να μοιάζουν με πεδιάδες.
Η συγγραφέας πραγματεύεται, εδώ, το φλέγον ζήτημα της προσφυγικής κρίσης, έχοντας βουτήξει στα άδυτα της σκληρής του πραγματικότητας μετά από χρόνια εργασίας με πρόσφυγες στο Austin του Texas. Και μας παραδίδει ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στα Αγγλικά αρχές Αυγούστου και μοιάζει απογυμνωμένο από το αστικό μελό που μας θέλει -μόνο μακρινούς- παρατηρητές των εκάστοτε«τραγικών»προσφυγικών ιστοριών.
Με πρωταγωνίστριες της, δύο διαφορετικές γυναίκες πρόσφυγες από τη Μυανμάρ και από τη Συρία, μας χαρίζει ένα σκοτεινό ταξίδι σε μια απόλυτη καφκική Οδύσσεια στη σύγχρονη Αμερική.
Η MuNaw,είναι από τη Μυανμάρ. Μετά από μία δεκαετία σε στρατόπεδο προσφύγων,η μοίρα θα της χαμογελάσει, όταν θα βρεθεί σε αμερικανικό έδαφος. Για να συναντήσει, τελικά, τον δικό της προσωπικό καφκικό εφιάλτη στο Austin του Texas. Γκρίζα συγκροτήματα, γκρίζων διαμερισμάτων, λεωφορεία και μετρό που επιλέγουν αυτοβούλως ωράρια, επιβάτες και στάσεις. Ένα θερμοσίφωνο που αποδείχτηκε δυσεπίλυτο αίνιγμα, ένας φούρνος γεννημένος για να μην ψήνει και μια διαρκής αναζήτηση άγνωστου πλην απαραίτητου φαγητού.
Κι αν οι πρώτες μέρες της μοιάζουν με ψαροκόκαλο σφηνωμένο στο λαιμό, η MuNaw θα βρει τον τρόπο να το ξεσφηνώσει βλέποντας αυτοβούλως το ποτήρι της νέας της ζωής μισογεμάτο.
Η Hasnaal-Salam πίνει κάθε πρωί τον καφέ της στον κήπο της. Ο καφές είναι καυτός, της καίει τη γλώσσα. Τα παιδιά της παίζουν σχοινάκι στην αυλή του σχολείου. Στο πρώτο διάλειμμα θα φάνε. Δεν θυμάται τι, αλλά τους το μαγείρεψε χθες. Λίγο πριν παίξουνε επιτραπέζιο. Ο άντρας της δεν την φιλάει πια κάθε πρωί. Το σκέφτεται. Ο καφές είναι καυτός, της καίει τη γλώσσα. Το απόγευμα, μάλλον, θα τον φιλήσει εκείνη. Θα πιουν άλλο ένα καφέ παρέα. Όταν πέφτει ο ήλιος, ο κήπος δροσίζει. Θα βάλει από ένα παγάκι στον καφέ τους. Είναι, ακόμα, καλοκαίρι.
Το καθεστώς Άσαντ θα την οδηγήσει βίαια –και εκείνη- στο Austin. Σε ένα Austin, μακριά από παιδιά, φιλιά και κόσμους που τα νόμιζε δικά της. Με την αναγγελία της απαγόρευσης εισόδου προσφύγων από μουσουλμανικές χώρες να βουίζει στα αυτιά της, τα παγάκια να λιώνουν στον καφέ, το ανελέητο καλοκαίρι στο Texas να μην δροσίζει ποτέ  και την επανένωση με τα παιδιά της να μοιάζει με μακρινή υπόσχεση, η διάψευση του λαμπρού μέλλοντος είναι -τελικά- απόλυτη και συντριπτική.

Ιστορίες δύο γυναικών που τελικά είναι μια ιστορία ντροπής για έναν ολόκληρο δυτικό κόσμο που φορά αυτάρεσκα το προσωπείου του προοδευτισμού, για να αποδείξει, όμως, περίτρανα πως, η ίδια του η ύπαρξη τελικά βρίσκεται στα παλαιότερα των υποδημάτων του άκρατου ρατσισμού. Ένα βιβλίο για την ιστορία, την πορεία και τη διαχρονική υποδοχή των προσφύγων στην Αμερική που μοιάζει να μας ανοίγει το αναγκαίο παράθυρο στον σκληρό κόσμο του ες αεί παρόντος ρατσισμού.

AFTER THE LAST BORDER
Two families and the story of Refuge in America
by Jessica Goudeau
348 pp, Viking

SALMAN Quichotte & Sancho RUSHDIE

Της Λαμπρινής Θάνου, 23 Αυγούστου 2020

Το Quichotte, το 14ο μυθιστόρημα του Salman Rushdie, αναδεικνύεται ως «ο Δον Κιχώτης της σύγχρονης εποχής». Αλλά το βιβλίο – ένα πραγματικά μεγάλο έργο, παγκοσμίου ενδιαφέροντος, τρυφερό ποιητικό και κωμικό μαζί – είναι ένα πολύ πιο φιλόδοξο εγχείρημα από έναν απλό φόρο τιμής στον ιππότη, στον ρομαντισμό του η στον Θερβάντες .
Ο κεντρικός ήρωας του Rushdie που δανείζει και το όνομά του στον τίτλο (Κισότ προφέρεται στα αγγλικά) γεννήθηκε με διαφορετικό όνομα, σε μια πόλη με επίσης παραλλαγμένο όνομα: Μιλάμε για την Βομβάη που τώρα είναι «Μπουμπάι». Ο Ινδός μετανάστης, που ταξιδεύει πουλώντας φαρμακευτικά προϊόντα, πρόσφατα απολυμένος από τη δουλειά του, χαμένος μέσα σε μια ιερή ανοησία που επιβάλλεται από ένα τηλεοπτικό lifestyle (το οποίο ο ίδιος λατρεύει) υιοθετεί το όνομα «Κισότ». Κλείνει έτσι το μάτι στον διάσημο ιππότη του Cervantes.
Με το ψευδώνυμό του, ξεκινά μια επεισοδιακή αποστολή σε ολόκληρη την Αμερική για να κερδίσει την καρδιά της δικιάς του Δουλτσινέας, μιας όμορφης διασημότητας που ζει στην πόλη της Νέας Υόρκης ονόματι Salmar. Την γνωρίζει μόνο μέσω της τηλεοπτικής οθόνης. Για ακόλουθο στην εκστρατεία του, έχει τον πιστό του «Σάντσο». Ο Quichotte χαίρεται που ανακαλύπτει ότι ο κόσμος, παρ΄ όλη την καταπιεστική του δομή, φαίνεται να λυγίζει κάτω από τη δύναμη της δικής του πεποίθησής, που δεν είναι άλλη από το φαινομενικά αδύνατο όνειρό του.  Βρισκόμαστε στην εποχή του «όλα- είναι δυνατά» η «Όλα-να- τα-περιμένεις» άλλωστε.
Πόσο χαρούμενος ήταν ο Quichotte μέσα του, πόσο ευγνώμων ήταν που ζούσε σε τέτοιους καιρούς!». Στην εποχή του «όλα-να- τα-περιμένεις»  ένα ολόκληρο έθνος μπορεί να πηδήξει από έναν γκρεμό σαν ελεύθερη πεταλούδα. Οι άνδρες που έπαιζαν τους προέδρους στην τηλεόραση στις πολυώνυμες ταινίες και σήριαλ του Χόλυγουντ και του Netflix θα μπορούσαν πράγματι να γίνουν πρόεδροι. Το νερό όπου γης μπορεί να εξαντληθεί …Και με αυτά τα δεδομένα ένα τηλεοπτικό αστέρι θα μπορούσε κάλλιστα να αγαπήσει έναν ανόητο παλιόγερο, κάνοντας τον να γευτεί ένα απίθανο ερωτικό θρίαμβο που θα του εξασφάλιζε στην εναπομείνασα  μικρή ζωή του , μια μεγαλειώδη ακτινοβολία».

Αλλά μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Ο Rushdie, πονηρούτσικα κρύβει ένα άσσο στο μανίκι του. Μαθαίνουμε φερ’ ειπείν ότι οι Quichotte και Sancho είναι τα φανταστικά υποκείμενα ενός βιβλίου που γράφτηκε από έναν μέτριο συγγραφέα της μέτριας αστυνομικής λογοτεχνίας. Ονομάζεται Sam DuChamp και ο οποίος ελπίζει να δημιουργήσει επιτέλους ένα μεγάλο έργο με «ένα βιβλίο ριζικά αντίθετο από οποιοδήποτε άλλο που είχε προσπαθήσει μέχρι τότε”. Όπως και ο πρωταγωνιστής του, είναι και αυτός ένας Ινδός μετανάστης που λειτουργεί με ψευδώνυμο, διάγει το τελευταίο στάδιο της ζωής του , και σέρνει πίσω του ένα επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, προσπαθώντας να βουτήξει σε ένα άγνωστο και αβέβαιο μέλλον. Εάν ο Quichotte έχει εκτροχιαστεί από την κατανάλωση των μέσων ενημέρωσης, ο άνθρωπος που τον γράφει στην πραγματικότητα, έχει διαταραχθεί από την ίδια τη δημιουργία του.
Ο DuChamp περιγράφει και τοποθετεί το βιβλίο εκεί που και ο Salman Rushdie τοποθετεί το δικό του: Εναντιώνεται στον πολιτισμό-σκουπίδι της εποχής του  όπως και ο Θερβάντες της δίκης του εποχής. Επιχειρεί να θίξει και να αναπτύξει θέσεις και απόψεις για τον παθιασμένο και  εμμονικό έρωτα,  για τις σχέσεις πατέρα-γιου, για εκλεκτικές συγγενικές και έχθρες, αλλά και για τους Ινδούς μετανάστες, τον ρατσισμό απέναντί τους, τους κάθε είδους κατεργαράκους και απατεώνες, για τους κατασκόπους στον κυβερνοχώρο, για την επιστημονική φαντασία, για τα παράλληλα σύμπαντα, τη συνύπαρξη φανταστικών και πραγματικών πραγματικοτήτων, για το θάνατο του συγγραφέα, για το τέλος του κόσμου και ένα σωρό άλλα θέματα.
Θα είχατε δίκιο να πιστεύετε ότι για έναν συγγραφέα – το να ασχοληθεί σε ένα μυθιστόρημα μονομιάς με όλα αυτά- θα φλέρταρε επικίνδυνα με το χάος. Αλλά στα χέρια του Rushdie όλα τα σύνορα μεταξύ αυτών καταργούνται. Καταργούνται επίσης τα όρια μεταξύ του συγγραφέα και του θέματος, της πραγματικότητας και της μαγείας, της ελπίδας και της τρελής απόγνωσης. Καθώς υφαίνει τα ταξίδια των δύο ανδρών, που κατακλύζονται από όλες τις τραγικές μανίες της σύγχρονης αμερικανικής ζωής αυτή τη στιγμή, αυτές οι ενέργειες αρχίζουν να καταρρέουν όμορφα αλλά εσωτερικά, σαν ένα αστέρι που πεθαίνει. Οι αναγνώστες του συνειδητοποιούν ότι θα ακολουθήσουν τυφλά και με ευχαρίστηση τον Rushdie μέχρι το τέλος του κόσμου, πράγμα που αποδεικνύεται ότι θα κάνουν μαγεμένοι από την αφηγηματική του δύναμη.

Παρ ΄όλο ότι ο συγγραφέας, το έργο και οι χαρακτήρες του βαίνουν ομαδικά προς το μοιραίο, όπως και ο κόσμος άλλωστε,  ο Roushdie όπως πάντα αφήνει μια αχτίδα ελπίδας γιατί το όνειρο δεν πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και αν όλα τα άλλα σβήσουν.

Αυτό αποκτάει μία επιπλέον σημασία αν σκεφτούμε ότι ο ίδιος πρόσφατα πέρασε δύσκολες ώρες. Βρέθηκε θετικός στον κορωνοϊό. Πλέον όμως έχει αναρρώσει πλήρως. Όπως αναφέρει σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα «El Pais», αισθάνεται τυχερός που πλέον ξεπέρασε τον ιό και δουλεύει ξανά. «Όλος ο κόσμος μού λέει “αυτή πρέπει να είναι μια εξαιρετική στιγμή για να γράψεις” κι εγώ απαντάω “ναι, φυσικά”. Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά, αλλά το σημαντικό είναι ότι είναι μια εξαιρετική στιγμή για να είσαι συγγραφέας! Θα περάσει πολύς καιρός πριν ξαναγραφτεί μυθοπλασία», σχολιάζει. Ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις ο ίδιος παραμένει αισιόδοξος, ένα στοιχείο που μετέφερε και στο πρόσφατο βιβλίο του «Δον Κιχώτης». «Οι φίλοι μου γελούν μ’ εμένα γιατί σε αυτούς τους καιρούς συνεχίζω να είμαι αισιόδοξος. Ο Δον Κιχώτης μου είναι μια εκδοχή παρατραβηγμένη αυτής της κατάστασης. Είναι αισιόδοξος μέχρι εκεί που δεν παίρνει», αναφέρει ο Ρούσντι. Aπό την άλλη, η Δουλτσινέα του είναι αρκετά προβληματική αφού την έφτιαξε ως προβολή των εμμονών του. Άλλωστε, όπως επισημαίνει, δεν τον ενδιαφέρει η φανταστική λογοτεχνία. «Το σίγουρο είναι ότι ο κόσμος και η ανθρώπινη ζωή δεν είναι στην πραγματικότητα “φυσικοί”. O σουρεαλισμός είναι κάθε φορά και πιο αληθινός από τον ρεαλισμό», προσθέτει.

Scroll to top