…and the Golden Phoenix goes to…Renate Reinsve

Ο Νορβηγός Joachim Trier αποτελεί ένα απτό παράδειγμα αυτού του σύγχρονου σκηνοθέτη-ταξιδευτή των διεθνών φεστιβάλ που με την παρουσία, το φεστιβαλικό οδοιπορικό και την ποιότητα της δουλειάς του καταφέρνουν να καθιερωθούν στο διεθνές κινηματογραφικό σκηνικό. Έχοντας, λοιπόν, χαρίσει στην 7η τέχνη μερικές από τις σημαντικές ταινίες του 21ου αιώνα (Oslo 31 August, Louder than Bombs) βρέθηκε να ταξιδεύει και στην Κρουαζέτ στο φετινό ζωντανό ,πλην ακόμα πανδημικό, φεστιβάλ των Καννών. Με την νέα του ταινία «The worst person in the world» να βρίσκεται υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα, να αποσπά εξαιρετικές κριτικές πλην όμως όχι μεγάλα βραβεία.

Αφηγούμενος, όμως, την ιστορία της 30χρονης Julie σε μια πορεία προς τον πυρήνα της ενηλικίωσης, χάρισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην Νορβηγίδα Renate Reinsve η οποία βρέθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα για την ερμηνεία της ανά χείρας. Με τον Trier να δηλώνει πιστός θιασώτης του ταλέντου της Reinsve έχοντας, μάλιστα, γράψει τον ρόλο της Julie κομμένο και ραμμένα στα προσωπικά της υποκριτικά μέτρα, εκείνη βρήκε έναν υποκριτικό εαυτό που δικαίωσε τον σκηνοθέτη και έφερε ένα μεγάλο κινηματογραφικό βραβείο για πρώτη φορά σε νορβηγικά χέρια.

 Κι αν το Χόλιγουντ χαρίζει τα Όσκαρ και τα πάσης φύσεως βραβεία του σε αμερικανικές παραγωγές (συχνά) αμφίβολης καλλιτεχνικής αξίας, τα ευρωπαϊκά φεστιβάλ επενδύοντας στην δημοκρατικότητα της δημιουργίας και της εκπροσώπησης αποδεικνύουν πως οι ευκαιρίες είναι για να δίνονται και το ταλέντο (και) για να (επι)βραβεύεται.

Η πανδημία του Χόλυγουντ

Ερευνα Σοφία Γουργουλιάνη

Με το βασίλειο της Χολιγουντιανής «Δανιμαρκίας» να μοιάζει να έχει βαλθεί να καθαρίσει απ’ ό,τι (του) βρωμάει, η φόρα των αποκαλύψεων και των ευκταίων μεταρρυθμίσεων έχει παρασύρει αυτή τη φορά και την Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, τον οργανισμό που απονέμει κάθε χρόνο τα βραβεία των «Χρυσών Σφαιρών». Κι αν οι φήμες για πληρωμένα ταξίδια, χρηματισμό, ρατσισμό, σεξισμό και πληρωμένες απονομές μοιάζανε μέχρι πρότινος με ασήμαντο καπνό εντός μιας αχαλίνωτης γκλαμουριάς, το γνωστό ρητό αποδεικνύεται συνεπές, με την φωτιά να έχει φουντώσει άμεσα. Και με τις κατηγορίες να διαδέχονται η μία την άλλη εν είδη ντόμινο και να απειλούν πλέον ανοιχτά το ίδιο το μέλλον των βραβείων.

Η γοργή κάθοδος, λοιπόν, για την ομάδα των περίπου 90 μη-Αμερικάνων δημοσιογράφων που διαμένουν στο Χόλιγουντ, αρθρογραφούν σε ξένα μέσα ενημέρωσης και απονέμουν κάθε χρόνο τις Χρυσές Σφαίρες, ξεκίνησε πέρυσι με την Νορβηγίδα δημοσιογράφο και μη-μέλος της Ένωσης, Κγιέρστι Φλο, να κατηγορεί την Ένωση ότι μέρος των δραστηριοτήτων της εκτείνεται σε δοσοληψίες με τα μεγάλα στούντιο στα οποία, στη συνέχεια, απονέμει τα ετήσια βραβεία. Αμφισβητώντας, μάλιστα, ανοιχτά την αξιοπιστία ενός οργανισμού που, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, δέχεται ταξίδια, δώρα και δείπνα εν είδη χρηματισμού, οδήγησε την υπόθεση στα δικαστήρια των ΗΠΑ βρίσκοντας συμπαράσταση στην Ισπανίδα δημοσιογράφο, Ρόσα Γαμάζο. Κι αν η αμερικανική δικαιοσύνη δεν έχει ακόμα αποφανθεί, η συλλογική χολιγουντιανή συνείδηση μοιάζει να έχει εξεγερθεί ανεπιστρεπτί βρίσκοντας το νέο της εξιλαστήριο θύμα (μάλλον δικαίως) στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου.

Η συνέχεια γράφεται από τον βραβευθέντα Σάσα Μπάρον Κοέν με το βραβείο ανά χείρας να ευχαριστεί σαρδόνια «τον κατάλευκο ξένο Τύπο του Χόλιγουντ». Επικυρώνοντας τα λεγόμενα του Κοέν αλλά και των δύο δημοσιογράφων, έρευνα των Los Angeles Times αποδεικνύει ότι στις τάξεις των περίπου 90 δημοσιογράφων δεν υπάρχει ούτε ένας μαύρος δημοσιογράφος. Ενώ, με την ιδιότητα του μέλους του οργανισμού, οι εν λόγω δημοσιογράφοι διαθέτουν αποκλειστικά προνόμια τα οποία ,πέρα από τις αναγκαίες selfie με διάσημους σταρ, περιλαμβάνουν εισοδήματα της τάξης χιλιάδων δολαρίων μηνιαίως.

Επιτείνοντας την δυσαρέσκεια που επικρατεί στις τάξεις των ίδιων των χολιγουντιανών ηθοποιών, η Σκάρλετ Γιόχανσον δημοσιεύει επώνυμα κείμενο στο «Variety» καλώντας το όποιο υγιές τμήμα της κινηματογραφικής βιομηχανίας να απορρίψει πάραυτα τον οργανισμό και τον θεσμό, κατηγορώντας τον ανοιχτά ότι διακατέχεται «από ρατσισμό και σεξισμό ενώ είναι ολοφάνερο πως αδιαφορεί για την διαφορετικότητα». Ενώ, ο Τομ Κρουζ, μόλις ένα μήνα πριν, επέστρεψε τις 3 Χρυσές Σφαίρες οι οποίες του έχουν απονεμηθεί επικυρώνοντας απόλυτα την ελεύθερη πτώση στην οποία βρίσκεται πλέον ο οργανισμός. Μια ελεύθερη πτώση που λίαν προσφάτως βρήκε άξιο θιασώτη και στο NBC, το κανάλι το οποίο μεταδίδει ετησίως τα βραβεία. Και το οποίο απέσυρε πλέον την στήριξη του αρνούμενο να παρουσιάσει τα βραβεία του 2022.

Σε μία περιοδο πανδημίας και μοιραίας καλλιτεχνικής απραγίας, το χολιγουντιανό καλλιτεχνικό στερέωμα μοιάζει να περνάει την δική του πανδημία και να βρίσκει το θάρρος να αντικρίσει και να αντιμετωπίσει τα πάσης φύσεως φαντάσματα του. Φαντάσματα που κι αν ίσως μοιάζανε, οι ίδιοι να κρύβουνε κάτω από στρώματα και σεμεδάκια πολυτέλειας, φόβου και βραβείων, οι συνθήκες μοιάζουν πια ώριμες για μετάνοιες, συγγνώμες και ουσιαστικές αλλαγές.

Να σας συστήσω τον Anthony Chen

Στην Αθήνα λίγο πριν την λήξη της –δύσκολης- φετινής θερινής κινηματογραφικής σεζόν, στην μεγάλη οθόνη έκανε την εμφάνιση του ένα μικρό κινηματογραφικό διαμάντι, το «Wet Season». Και αποφασισμένο να μας χαρίσει ένα σινεφιλικό ταξίδι στην Σιγκαπούρη, μας γνώρισε έναν ταλαντούχο 36χρονο σκηνοθέτη, τον Anthony Chen. Αφηγούμενος, λοιπόν, την ιστορία μιας σχέσης καθηγήτριας-μαθητή που ισορροπεί ανάμεσα στην τρυφερότητα, την γονική αγάπη και τον ερωτισμό μας έκανε να ανατρέξουμε στα κινηματογραφικά μας τετράδια αναζητώντας το σκηνοθετικό του παρελθόν. Ενώ, χαρίζοντας μας μία «πρέζα» καθημερινότητας της Σιγκαπούρης μας έκανε να ανατρέξουμε στα κοινωνικοπολιτικά μας τετράδια αναζητώντας το πολιτισμικό της παρόν.  

Στην Σιγκαπούρη, λοιπόν, 1 στους 6 ντόπιους έχει καταθέσεις εκατομμυρίων δολαρίων στην τράπεζα. Στην Σιγκαπούρη, εργάτες από την Ινδία και το Μπαγκλαντές ζούνε ανά εικοσάδες σε ένα δωμάτιο. 

Η Σιγκαπούρη είναι ένας από τους δημοφιλέστερους φορολογικούς παραδείσους. Στην Σιγκαπούρη απαγορεύονται οι διαδηλώσεις χωρίς την άδεια της αστυνομίας.

Η Σιγκαπούρη ήταν η ακριβότερη πόλη στον κόσμο το 2016 και το 2018. Στην Σιγκαπούρη απαγορεύονται οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών.

Ο Antony Chen, με την τελευταία του ταινία, «Wet Season», μας ταξιδεύει σε μία χώρα όπου οι άνθρωποι παντρεύονται, αλλά δεν ερωτεύονται. Θέλουν να κάνουν παιδιά, αλλά δεν θέλουν να κάνουν έρωτα. Θέλουν να μιλήσουν την τοπική τους γλώσσα, αλλά μιλάνε Αγγλικά. Είναι από την Μαλαισία, αλλά πιο πολύ θέλουν να είναι από την Σιγκαπούρη. Στην ιστορία μας, λοιπόν, μια ενήλικη γυναίκα παγιδευμένη σε έναν συμβατικό γάμο επιδιώκει να εξαντλήσει κάθε μέσο προκειμένου να αποκτήσει παιδί. Ένας μαθητής σε ένα συμβατικό σχολείο επιδιώκει να εξαντλήσει κάθε μέσο προκειμένου να μάθει Κινέζικα. Μαθητής και γυναίκα θα συναντηθούν σε μάθημα ενισχυτικής διδασκαλίας και ό,τι ξεκινάει σαν μια αναγκαία γονική φροντίδα εξελίσσεται σε ένα εφηβικό πάθος που ζητάει ανταπόκριση. Μια ανταπόκριση που θα βρεθεί, τελικά, στο μοίρασμα της κοινής μοναξιάς και στην ανακάλυψη της αυτοεκτίμησης.  

Ανακαλύπτοντας πως η ιστορία της τρυφερής αυτής σχέσης σε μια βροχερή ,πλην τεχνολογικά προηγμένη και ιδιαζόντως εύπορη, Σιγκαπούρη είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του 36χρονου Anthony Chen, το κινηματογραφικό μας ταξίδι σε μία χώρα και σ’ έναν δημιουργό αποδείχτηκε σύντομο, γοητευτικό και πολλά υποσχόμενο. Με την πρώτη, λοιπόν, μεγάλου μήκους ταινία του, η οποία απέσπασε την «Χρυσή Κάμερα» στο Φεστιβάλ των Καννών το 2014, ο Anthony Chen απομακρύνεται από τεχνολογικά επιτεύγματα κι απαστράπτοντα σπίτια, μένοντας, όμως, πιστός  σε μύχιες επιθυμίες και ανούσιες συμβάσεις. Η ιστορία που αφηγείται, εδώ, ακολουθεί μία γυναίκα από τις Φιλιππίνες η οποία εργάζεται ως νταντά ενός ανήσυχου εφήβου στην Σιγκαπούρη των ‘90’s. Η οικονομική, όμως, κρίση που απλώθηκε αιφνίδια στην Ασία καθ’ όλη εκείνη την δεκαετία, θα δημιουργήσει οικογενειακές ανακατατάξεις. Και η «μπάλα» της οικονομικής ανέχειας θα πάρει και την τρυφερή σχέση ανάμεσα στον έφηβο και την νταντά.   

Τελικά, εδώ, έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό- καθολικό ανατόμο της ανθρώπινης μοναξιάς  και ταυτόχρονα πολίτη μίας χώρας-ζωντανής απόδειξης πως ό,τι λάμπει δεν είναι ,επ’ ουδενί, χρυσός. Και με έναν πραγματικό καλλιτέχνη που ξέρει να στηλιτεύει υπόγεια τα κακώς κείμενα και να σπέρνει τα κινηματογραφικά του ζιζάνια εκεί ακριβώς που (πρέπει να) τον σπέρνουν.

Η Pascale Ozier στην παρέα της Edith Piaf και του Jim Morrison

Σοφία Γουργουλιάνη, Σεπτεμβριος 23, 2020

Η ταινία του Jim Jarmousch, «Down by Law», μια ιστορία για φυλακισμένους που γίνανε φυγάδες και για δυστοπίες που μετατρέπουμε σε ουτοπίες, είναι αφιερωμένη στην Pascale Ozier. Μια ηθοποιό που έψαχνε την προσωπική της ουτοπία της και την διέξοδο απ’ τις αστικές συμβάσεις, ανάμεσα στην τέχνη, τα ναρκωτικά και το ροκ εν ρολ.
Κι αν ο Jim Jarmousch είναι ένας από τους πλέον προσφιλείς Αμερικάνους σκηνοθέτες των τελευταίων 40 ετών, η Pascale Ozier υπέκυψε στους εθισμούς της και βρήκε τον θάνατο λίγες μέρες πριν τα εικοστά έκτα γενέθλια της. Μαζί με την τελευταία της πνοή, άφησε –όμως- και την ισχυρή παρακαταθήκη ενός αυθεντικού καλλιτέχνη. 

Αποτίοντας, λοιπόν, φόρο τιμής στην ορμή της τέχνης, ο Hamlet σας συστήνει την Pascale Ozier.  
Στα 21 της χρόνια συνυπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί με την μητέρα της , Bulle Ogier, στην ταινία του Jacques Rivette, «Le pont du Nord», την ιστορία ενός θηλυκού Δον Κιχώτη στους δρόμους ενός ετοιμόρροπου Παρισιού. Και με τα χαρακτηριστικά μπλε της μάτια και τα σγουρά της μαλλιά μοιάζει με την φιγούρα που είχε ανάγκη ο Γαλλικός κινηματογράφος. Ενώ, με το υποκριτικό της ταπεραμέντο, δείχνει να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη μυστηριώδη γυναίκα της Nouvelle vague και σε εκείνη της πεζής καθημερινότητας του Παρισιού των ‘80s. Ενός Παρισιού που μοιάζει να έχει, πια, ξεχάσει τις επαναστατικές διαθέσεις των ‘60s και των ‘70s .
Η συνέχεια προδιαγράφεται λαμπρή σε μια ζωή που προσπαθεί , όμως,  να συμβιβάσει ναρκωτικά και κινηματογράφο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Pascale Ozier συναντά τον Jim Jarmousch. Πίνοντας τζιν με λεμόνι ή βότκα με πορτοκάλι σε κάποιο κλαμπ του Παρισιού αποφασίζουν αμέσως να δημιουργήσουν από κοινού την επόμενη ταινία τους. Τσουγκρίζουν τα ποτήρια και χαμογελούν. Ο Jim Jarmousch  θα σκηνοθετήσει, η Pascale Ozier θα πρωταγωνιστήσει.
Μετά, τον Jacques Rivette και τον Jim Jarmousch, στα υποκριτικά και καλλιτεχνικά της κάλλη, θα υποκύψει και ο Eric Romer χαρίζοντας της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην υποψήφια για Χρυσό Λέοντα ταινία του, «Νύχτες με Πανσέληνο». Στο ρόλο μιας αποφοίτου ιστορίας της τέχνης σε νεανική ερωτική σύγχυση με φόντο το Παρίσι, η Pascale Ozier θα αποσπάσει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1984. Ενώ, ο Eric Romer δείχνει να έχει βρει την νέα του μούσα. Λίγους, όμως, μήνες μετά την προβολή της ταινίας, η Pascale θα αποφασίσει να επισκεφτεί το παρισινό κλαμπ «Le Palace» σε μια βραδιά χορού και άφθονων ναρκωτικών. Μερικές ώρες αργότερα, ο συνδυασμός των ναρκωτικών με ένα εκ γενετής φύσημα στην καρδιά, θα αποδειχτεί θανατηφόρος για την Pascale Ozier που βρίσκεται έκτοτε στο κοιμητήριο Père-Lachaise στο Παρίσι με γείτονες πάσης φύσεως καλλιτέχνες.

Η Pascale Ozier, λοιπόν, τα βράδια συζητάει για ωραίους άντρες με την Edith Piaf και πίνει τον πρωινό της καφέ τραγουδώντας με τον Jim Morrison. Ο Jarmousch συνεχίζει να κάνει ταινίες. Και οι πραγματικοί καλλιτέχνες να γεννιούνται.

Στα μονοπάτια του Hertzog και του Bruce Chatwin

Ερευνα-σύνταξη, Σοφία Γουργουλιάνη, Σεπτέμβριος 6, 2020

Ο Werner Herzog γεννήθηκε στο Μόναχο της Γερμανίας το 1942 και είναι ασυγχώρητος όποιος πει ότι δεν τον ξέρει η δεν έχει δει τις ταινίες του. Ο αγαπημένος του ηθοποιός Klaus Kinski είναι αξέχαστος στο ρόλο του τυχοδιώκτη conquistador Don Lope Aguirre στο «Aguirre, η μάστιγα του Θεού», η όταν προσπαθεί στο να περάσει ένα βουνό με το καράβι του στο «Fitzcarraldo» για να χτίσει μία όπερα μέσα στην μέση της Περουβιανής ζούγκλας του Αμαζονίου,  η έστω σαν «Νοσφεράτου, ο δράκουλας της νύχτας”.

Ο Bruce Chatwin πάλι είναι Άγγλος μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος, περιβόητος για τα ταξίδια του σε απίστευτες περιοχές του πλανήτη και με μια ιδιαίτερη λατρεία στους νομάδες, τους ιθαγενείς και τους αυτόχθονες κάθε περιοχής. Γεννήθηκε στο Sheffield της Μεγάλης Βρετανίας το 1940 και πέθανε από HIV τον Ιανουάριο του 1989.

Herzog και Chatwin συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1983 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και πέρασαν 48 ώρες, λέγοντας ο ένας στον άλλο ιστορίες. Μέσα σε 2, λοιπόν, μέρες ο Werner και ο Bruce ανακαλύψανε το κοινό τους πάθος: τα ταξίδια.

Τα ταξίδια που κάνανε, ξεχωριστά, με κάποιο όχημα η με τα πόδια τους και με αποσκευές ένα σακίδιο πλάτης. Κι αν, το 2020, τους φαντάζεστε ασπρομάλληδες με καμπούρα κι ένα μπουκάλι τσίπουρο να λένε –ακόμα- ιστορίες σε ένα καφενείο με θέα τη θάλασσα, στο Πήλιο ή στην Καρδαμύλη, η πραγματικότητα θα σας διαψεύσει. Όχι το τέλος της φιλίας τους δεν αποδείχτηκε τόσο ρομαντικό. Κι έτσι το τέλος του Chatwin ήρθε το 1989 στη Νίκαια της Γαλλίας.
Οι πραγματικές, όμως, φιλίες κι οι μεγάλες ιστορίες δεν το βάζουν κάτω και δεν τελειώνουν τόσο εύκολα. Κι έτσι, πριν λίγους μήνες, ο Herzog μοιράστηκε με το κινηματογραφικό κοινό ,σε ένα νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Nomad: In the foot steps of Bruce Chatwin», τις ταξιδιωτικές ιστορίες που είχαν σαν πρωταγωνιστή τον Chatwin και σφράγισαν την πορεία του.

Σε ένα από τα πρώτα πλάνα της ταινίας, βλέπουμε ένα ναυάγιο στο Πούντα Αρένας της Νότιας Χιλής. Την ίδια ώρα η βαριά φωνή του Herzog με τη χαρακτηριστική γερμανική της προφορά μας πληροφορεί ότι το ίδιο αυτό ναυάγιο το είχε φωτογραφήσει ο Bruce Chatwin, το 1976. Στη συνέχεια η φωνή του Chatwin μας «ξεναγεί» στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του, «In Patagonia» (εκδ. Χατζηνικολή) όπου μας μιλά για το τρίχωμα ενός βροντόσαυρου το οποίο ο λογοτεχνικός του ήρωας βρήκε σε ένα βάζο στο σπίτι της γιαγιάς του. Κάπως έτσι, ο Herzog ξεκινάει μια αφήγηση για τα μεγάλα πάθη, τις τρελές ιδέες και τις αναπόδραστες εμμονές που κινητοποίησαν τα ταξίδια του Chatwin.
Ο Herzog τηρεί την υπόσχεση του να μην μας χαρίσει μια κλασική βιογραφία, αλλά περισσότερο μια αναζήτηση της ίδιας της αλήθειας του συγγραφέα όπως αποτυπώθηκε μέσα από την τόλμη των μοναχικών του ταξιδιών. Έτσι, δεν μας μιλά για τη συνεργασία τους στην ταινία Cobra Verde, το 1987, αλλά για την κατάδυση του Chatwin στον πολιτισμό των Αβοριγίνων. Ούτε μας μιλά για τη μέρα του Γενάρη του 1989 που σε κάποιο γαλλικό νοσοκομείο έδειξε την τελευταία του ταινία στον Chatwin. Αλλά για τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Chatwin, «Songlines» (Τα μονοπάτια των τραγουδιών, εκδ. Χατζηνικολή) όπου ο ίδιος ο συγγραφέας χαμένος στα δάση της Αυστραλίας και, ήδη, ασθενής ψάχνει για τον σωστό τρόπο να τελειώσει τη ζωή του.

Ένα ντοκιμαντέρ για έναν άνθρωπο που στο αιώνιο ερώτημα του Σαρτρ για το ποιος είναι ο  σωστός τρόπος να ζεις απάντησε απερίφραστα «ταξιδεύοντας». Για έναν άνθρωπο- μετενσάρκωση των ηρώων του Josef Conrad, που δεν δίστασε ποτέ να αναμετρηθεί με τις προσωπικές του εμμονές. Και, τελικά, μια οπτικοακουστική ωδή στις στιγμές εκείνες που νιώθουμε ζωντανοί.

Καθώς μας έχουν λείψει τα επικά πλάνα του Hertzog ευχόμαστε να το δούμε και ‘μεις σε κάποια από τις αθηναϊκές αίθουσες κάποτε ολόκληρο (μια σκηνή του είδαμε τον Απρίλιο όταν ο Hertzog ήρθε καλεσμένος από το ίδρυμα Ωνάση), αν και οι ελπίδες είναι αμυδρές.

Play Video

Εδω είναι Βαλκάνια

Τι έγινε άραγε ο Βαλκανικός κινηματογράφος που πριν από καιρό εισέβαλε δυναμικά στον κινηματογραφικό μας ορίζοντα με τα «Όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται» από τη Βοσνία, το Bal-can-can από τα Σκόπια, το No man’s land του Danis Tanovic επίσης από την Βοσνία και βέβαια τι έγινε ο κυριότερος εκπρόσωπος του και πολυπράγμων ο Εμιρ Κοστουρίτσα. Η Σοφία Γουργουλιάνη έσκυψε με μεγαλύτερη προσοχή και μας θυμίζει τις τρεις κυριότερες ταινίες-σταθμούς του.

Ο Κουστουρίτσα ξεκινώντας από το Σεράγεβο και ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στη διάσημη σχολή FAMU της Πράγας, πραγματοποίησε την πρώτη του κινηματογραφική έκρηξη με τη μικρού μήκους «Guernica». Ενώ, η είσοδος του στην 7η τέχνη αναδείχτηκε τα επόμενα χρόνια σε μόνιμη εγκατάσταση σε φεστιβαλικά σαλόνια και βραβεία. Η δεύτερη, λοιπόν, μεγάλου μήκους του ταινία «Ο πατέρας λείπει για δουλειές» θα αποσπάσει το 1985 τον πρώτοτου Χρυσό Φοίνικα, μετον δεύτερο να έρχεται μια δεκαετία μετά, το 1995, με το επικό «Underground».
Το «Underground»θα του χαρίσει εκτός από το πολυθρύλητο αγαλματάκι των Καννών και μία φιλοσοφική και κινηματογραφική κόντρα που θα του αποδώσει, από φιλοσόφους και κινηματογραφικούς σχολιαστές, την ταμπέλα του οπαδού του Μιλόσεβιτς και την πρόθεση αθώωσης των Σέρβων για τα εγκλήματα πολέμου της δεκαετίας των ‘90s.Η συνέχεια διαγράφηκε χωρίς μεγάλα βραβεία και αδιαφιλονίκητα αριστουργήματα για έναν δημιουργό που έχει αφήσει, όμως, ως πολύτιμη παρακαταθήκη στην κινηματογραφική ιστορία το προσωπικό του σκηνοθετικό στίγμα. Ένα στίγμα με ρίζες γερά φυτεμένες στα Βαλκάνια, που δε διαπραγματεύτηκε να μπαρκάρει άνευ όρων για το αδυσώπητο και –ίσως- εύκολο χρήμα του Χόλιγουντ.
Πιστεύοντας πως οι σκηνοθετικοί και σεναριακοί «χυμοί» του Κουστουρίτσα προήλθαν από την εποχή της ωριμότητας του, θα μιλήσουμε για τις τρεις ταινίες της περιόδου 1988 έως και 1985.

Ο καιρός των τσιγγάνων

‘Η αλλιώς η στρογγυλή διαλεκτική τράπεζα της Κάριλ Τσέρτσιλ και των Top Girls με εκλεκτούς, όμως, συνδαιτυμόνες τους Φελίνι, Ντίκενς, Κόπολα και Κουστουρίτσα σε μια σχεδόν διονυσιακή τελετή με αλκοόλ και πολιτισμικές ζυμώσεις.
Πρωταγωνιστής μας, ο έφηβος Perhan που πέφτει θύμα του θεού έρωτα για να βρει την Ιουλιέτα του στα μάτια και στο κορμί μιας εξίσου νεαρής γειτόνισσας. Όταν η μητέρα της Ιουλιέτας του, θα αρνηθεί το γάμο των δύο νεαρών στο βωμό της φτώχιας του Perhan, ο πρωταγωνιστής μας, θα μπαρκάρει για ένα ταξίδι στην παρανομία και το εύκολο χρήμα.
Το σουρεαλιστικό μεγαλείο του Φελίνι, η ένοχη αθωότητα του Όλιβερ Τουίστ και ο αισθηματίας πλην μαφιόζος του Κόπολα συναντιούνται σε καταυλισμούς τσιγγάνων σε μια κατακερματισμένη Γιουγκοσλαβία. «Ο καιρός των Τσιγγάνων» είναι μια ρεαλιστική σκληρή κατάδυση σε ένα κόσμο καταδικασμένο να ζει αιωνίως στο μεταίχμιο δύο πολιτισμών. Ένας, λοιπόν, Κουστουρίτσα που έρχεται με φόρα και με μαγευτικά οπτικά μέσα να μας πει πως αν για την Ευρωπαία γιαγιά, ο «Γύφτος» απειλεί να φάει το λευκό εγγόνι, τότε για την Τσιγγάνα γιαγιά το φοβικό αντικείμενο που απειλεί να κατασπαράξει το εγγόνι δεν μπορεί παρά να είναι ο «Μπαλαμός».

Arizona Dream

Με το πρώτο –και ίσως τελευταίο- κινηματογραφικό του ταξίδι στο Χόλιγουντ, ο Κουστουρίτσα υπερέβη κάθε τρικλοποδιά της Χολιγουντιανής γραφειοκρατίας, δημιουργώντας μια ταινία την οποία η ίδια αυτή γραφειοκρατία έχει δομηθεί για να αποφεύγει με κάθε κόστος.
Παίρνοντας στα σκηνοθετικά του χέρια αστέρες όπως ο Βίνσεντ Γκάλο, η Φέι Νταναγουεί και ο Τζόνι Ντεπ, ο Κουστουρίτσα, τους τοποθετεί στο κινηματογραφικό του σύμπαν και τους απογυμνώνει από κάθε χολιγουντιανό στερεότυπο.
Ο Axel (Τζόνι Ντεπ), αποφασίζει, μια κάποια ωραία πρωία, να εγκαταλείψει στρωμένη δουλειά και μέλλον για χάρη των ματιών μιας πανέμορφης 50άρας (Φέι Νταναγουέι), αλλά και των θελγήτρων της  νεαρής θετής κόρης της (Λίλι Τέιλορ). Τότε, ισόπλευρα και ενίοτε ανισόπλευρα τρίγωνα εμφανίζονται ταχύτατα στις ζωές των πρωταγωνιστών με τις πλευρές να φέρουν τα ονόματα ονείρων, ανδρών και γυναικών σε μια ταινία με καταιγιστικό ρυθμό. Κι αν ακόμα αναρωτιέστε αν η ενηλικίωση είναι μοίρα ή η παιδικότητα επιλογή, ο Κουστουρίτσα, ίσως, απαντά πως η εμπιστοσύνη στην ίδια τη ζωή είναι μονόδρομος.

Underground

Ο Κουστουρίτσα, εδώ, πιάνει στα χέρια του την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας από το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο έως τους Βαλκανικούς Πολέμους. Αφορμή για να ξετυλίξει το μίτο του αποτελεί ένα ερωτικό τρίγωνο. Ενώ, άκρη του μίτου αποτελεί η απεικόνιση ενός λαού κατακερματισμένου στο βωμό ανώτερων –πάντα- συμφερόντων.   
Μέσα στη βία και στη φούρια του πολέμου, η καλλιτεχνική «αυθάδεια» του Κουστουρίτσα μας χάρισε μια δική του εκδοχή για τον ίδιο το λαό που τον μεγάλωσε. Κι αν ο ίδιος αποκήρυξε ,τελικά, τη Βοσνιακή του καταγωγή για να ασπαστεί τη Σέρβο-Χριστιανική, η ταινία δεν αναλώνεται σε εύκολες σεναριακές αθωώσεις, αλλά με τάση μηδενιστική για τους εκάστοτε κρατούντες μιλά για ένα λαό που υποφέρει διαχρονικά.
Κι αν το «αγαπώ την πατρίδα μου», καταλήγει εύκολα σε τάσεις εθνικής και πολιτισμικής ανωτερότητας, ο Κουστουρίτσα πιάνει την έννοια της πατριδολατρίας και ως πλαστελίνη τη μετατρέπει σε αναζήτηση ταυτότητας και μεγαλεπήβολο αντιπολεμικό «κατηγορώ».

Αγνά υλικά για μια καλή ταινία τρόμου

 Μπαίνουμε στην κουζίνα για να μαγειρέψουμε μία καλή ταινία τρόμου.
Τα υλικά : Πρώτο και καλύτερο ένα περίεργο μέρος και απαραίτητα  απομονωμένο. Μια καλύβα στο δάσος, ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο, στη μέση του Ωκεανού, όπου θέλετε τέλος πάντων αρκεί όταν βάλετε τις φωνές και τις τσιρίδες να μην σας ακούει κανείς. Ακόμη καλύτερα  αν είστε μαζί με μερικά ακόμη θύματα ώστε να μεταδίδεται εύκολα η φρίκη και ο τρόμος από τον ένα στον άλλο.  Αν το παρατραβήξετε ακόμη και βάλετε και ένα τέρας, έναν δύσμορφο διεστραμμένο άτομο, έξω από το δωμάτιο που είστε κλεισμένοι,  κάνετε το φιλμ ιδανικό. Αυτό το τελευταίο με το τέρας θέλει προσοχή μη σας κόψει η μαγιονέζα και καταλήξετε σε κανένα Β movie που δεν βλέπεται.
Και εδώ καταλαβαίνουμε γιατί οι ταινίες τρόμου είναι οι κατάλληλες για την COVID εποχή. Γιατί όχι? Είμαστε σε απομόνωση μαζί με μερικούς άλλους στα σπίτια μας, ο κίνδυνος είναι εκεί έξω και παραφυλάει, μας τρομοκρατεί κάθε φορά που ανοίγουμε την τηλεόραση, είναι τέρας στην κυριολεξία και λέγεται covid 19 η κορωνοιός, η sars-cov-2.
Η Amy Seimez το πέτυχε 100% με το She Dies tomorrow που έκανε πρεμιέρα στις Ηνωμένες πολιτείες στις αρχές Αυγούστου. Εντελώς διαφορετικό από το Contagion του Soderbergh αλλά και το Outbreak του Petersen όπου ένας αποφασισμένος Dastin Hoffman ψάχνει να βρει τον ξενιστή που σκορπάει τον θάνατο στην Καλιφόρνια. Ταινίες του 2011 και 1995 αντίστοιχα που που ξαφνικά τις ανακάλυψαν με το lockdown και κυκλοφόρησαν σε τρία τουλάχιστον Ελληνικά κανάλια μέσα σε 20 μόλις μέρες. Η Amy Seimez, έχει για πρωταγωνίστρια της μία κοπέλα την Amy (Kate Lyn Sheil) που είναι στο σπίτι  μόνη. Είναι πεπεισμένη ότι θα πεθάνει αύριο και δεν κάνει τίποτα για να το αποτρέψει. Όταν το εκμυστηρεύεται στην φίλη της Jane (Jane Adams) αυτή στην αρχή δεν το πιστεύει αλλά όταν επιστρέφει σπίτι της, ό ιός της αμφιβολίας την έχει προσβάλει και αυτήν και σε πολύ λίγο πείθεται ότι και η ίδια θα έχει την ίδια τύχη. Αρνείται όμως και αυτή να αντιδράσει και να κάνει κάτι.
Το ανησυχητικό και απειλητικό στην ταινία της Seimez είναι ένας διττός ιός. Από την μία είναι ο «ιός του φόβου», ενός άμορφου φόβου που η μεταδοτικότητα του εξασφαλίζεται με την απλή ομολογία και εκμυστήρευση στον άλλο, αλλά είναι και ο «ιός της απάθειας». Κανείς από τους effected δεν προσπαθεί να αντιδράσει, κανένας δεν κάνει κάτι για να σωθεί. Απλώς She η καλλίτερα They die tomorrow.

Scroll to top