27 Μαρτίου 2021 : Η δική μου Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου.

Αυτή η μεταφυσική άποψη της ψευδαίσθησης , η Μίμηση
Μια ιεροτελεστία.
Η προγονική χειρονομία του ανθρώπου , στο κατώφλι της ιστορίας
προσπάθεια επιβεβαίωσης εαυτού
(T. Kantor)

Ακόμη μια  επέτειος της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου που βρίσκει τη θεατρική οικογένεια αμήχανη και παγωμένη .  Έξω από τον φυσικό της  χώρο και μακριά απ τη φωνή της. Δεν θα επιχειρηματολογήσω για τη σημασία της θεατρικής πράξης στον φυσικό χώρο της σκηνής και του θεάτρου. Τη θεωρώ αυτονόητη. Θα ανακαλέσω όμως την αξία ανεπανάλειπτων στιγμών που έχουμε όλοι κάποτε βιώσει  μέσα στη θεατρική αίθουσα. Στιγμές πλήρεις  ήχων και τριγμών επάνω στο σανίδι, γεμάτες από την πολυτονική μουσική εκφορά του λόγου, και της  ανάσας των θεατών , όταν ξάφνου μια εκκωφαντική σιωπή ανθίζει στην πλατεία, σ εκείνες τις στιγμές της σύγκρουσης του πάθους. Κι είναι τότε ακριβώς , όταν χαμένοι στο πού του γεγονότος και στο πότε της αλήθειας, τότε ακριβώς που μπρος τα μάτια μας ομολογούνται οι ανθρώπινες σχέσεις ζητώντας την εξιλέωση.  Είναι στιγμές αυτές πανάκριβες, ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη της εμπειρίας, κι έτσι όπως  άρχισα  αυτές τις ημέρες να τακτοποιώ τα παλιά μου αρχεία, ως δασκάλας θεάτρου υποθηκευμένες στην όσφρηση ξεχύθηκαν μέσα από τις φωτογραφίες η μυρωδιά των ρούχων, του ξύλου, της μπογιάς του σκηνικού, της σκόνης της κουίντας.

Και είναι έργα αυτά, και ρούχα και σκηνικά που φτιάχτηκαν  για παραστάσειςμαθητών, παιδιών αγαπημένων, που  είκοσι τόσα χρόνια μαζί τους  υπήρξα η δασκάλα τους, μέσα στο σχολείο, δασκάλα του  θεάτρου, που το αγαπήσαμε και  απολαύσαμε πολύ, υφαίνοντάς το με τα υλικά της κάθε μας  ημέρας. .  Και τώρα μες το μικρό γραφείο  μου αντικρύζοντας αυτά τα ίχνη σχέσεων μέσα στο χρόνο,  στ αφτιά μου τιτιβίζοντας  έρχεταιη φωνή τους  τότε, που κοιτώντας με στα μάτια μοιράζονταν μαζί μου  θαυμαστά  μυστικά : 
Κυρία, το ρούχο στο θέατρο το λέμε κοστούμι …!
Βήματα που χορεύουν είναι χορογραφία.
Και το φως ; τι δουλειά κάνει  το φως παιδιά ;
Αχ, κυρία, το φως είναι το άπιαστο σκηνικό της παράστασης… !   

Ένα προγονικό μυστικό είναι το θέατρο.  Ένα αρχαίο συμβόλαιο που δεσμεύει τα γνωρίσματα του πραγματικού για να φανερώνει την αλήθεια . Ως ψεύδος.
Και πράγμα παράξενο. Τελικά κάποιες  από τις σημαντικότερες αξίες της Εκπαιδευτικής πράξης  , εδράζονται σε δομικές λειτουργίες του Θεάτρου.
Η  ενσυναίσθηση, η επικοινωνία κι η σύμπραξη, η πειθαρχία κι ο διάλογος, ο σεβασμός του Άλλου, κι  η αποδοχή του διαφορετικού, η περιπέτεια, κι η συγκίνηση, οι προσωπικές κι  οι ομαδικές ανακαλύψεις, η συγκρότηση ταυτότητας, όπως βιώνεται στο παρόν της δράσης, κι ο πολιτιστικός πλουραλισμός η αναγνώριση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων,  και ο πολιτισμικός οικουμενισμός.

Γιατί μέσα στη φύση αλλά και την ουσία του θεάτρου, ως εμπειρία υπαρξιακή υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι όλων των φυλών και όλων των χρωμάτων… 

O σύγχρονος πολιτισμός προκειμένου για τη γνώση παράγει καταιγισμό πληροφοριών και εικόνων. Όμως το παιδί  διεκδικεί το δικαίωμα να παίξει, (ας σκεφτούμε εδώ την σχέση του ρήματος παίζω με την θεατρική  του υποκρίνομαι / υποκριτής )  για να σκεφτεί με ρήματα,  δηλαδή με δράση . 

Να ανοίξει και να κλείσει, να ανέβει , να κατέβει , να κυλίσει, να μυρίσει, να χοροπηδήσει , να φωνάξει , να κλάψει, να γελάσει, να τραγουδήσει,  να πιάσει, να μιμηθεί εν τέλει, γιατί μόνον έτσι θα χτίσει την επικοινωνία του με τους άλλους. Μόνο έτσι θα γνωρίσει τον κόσμο γύρω του. Για να τον κρίνει , για να τον απορρίψει ίσως,  για να τον αποζητήσει και να τον επαναπροσδιορίσει αργότερα.

Ναι, η εμπειρία του θεάτρου θέτει σε κίνηση τις δράσεις και δίνει στο κάθε παιδί τη δυνατότητα να βιώνει μια εμπειρία που δεν θα του είναι αδιάφορη.

Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο η θεατρική Αγωγή όσο γενικότερα οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες , η Εικαστική Αγωγή, η Μουσική Αγωγή προβλέπεται να διδάσκονται στο σχολείο – όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις χώρες του προηγμένου κόσμου, αφού όλοι οι παιδαγωγοί αναγνωρίζουν την παιδευτική σημασία της τέχνης,

Έτσι,  τις τελευταίες δυο δεκαετίες πολλοί εκπαιδευτικοί, ενισχυτικά  ενέταξαν τις τέχνες στην εκπαιδευτική διαδικασία.  Κυρίως την τέχνη  του θεάτρου με την πεποίθηση ότι έτσι διευρύνεται η προσέγγιση του εκάστοτε γνωστικού πεδίου .

Και το πέτυχαν .

Όμως διδασκαλία του θεάτρου στο σχολείο σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα από το θέατρο ως εργαλείο στα χέρια του δασκάλου για την ευχάριστη, και δημιουργική γνωριμία των παιδιών με το γνωστικό αντικείμενο. Ή μάλλον κατά την προσωπική μου άποψη , ετούτο , είναι ήσσονος σημασίας. Άλλωστε η τέχνη δε δίνει πλήρεις απαντήσεις, όμως η τέχνη γεννά εικόνες και ερωτήματα που με τη σειρά τους γεννούν σκέψεις .

Επομένως διδασκαλία του θεάτρου στο σχολείο, σημαίνει πρωτίστως όλο εκείνο το κομμάτι που οι παγιωμένες εκπαιδευτικές αντιλήψεις συχνά  υποτιμούν ακριβώς επειδή τα αποτελέσματά του δεν είναι άμεσα.

 Έρχομαι σε επαφή με τους κώδικες του θεάτρου, σημαίνει δίνω στο παιδί τη δυνατότητα να συνομιλήσει με τη φαντασία του, ανατρέποντας το κοινώς παραδεκτό προκειμένου να ψηλαφήσει το θαυμαστό. Που είναι μια άλλη αίσθηση για το άγνωστο. Βιώνοντας και όχι ερευνώντας από απόσταση. Εμπνέοντας   περισσότερο το ταξίδι και λιγότερο τον προορισμό… όταν μέσα από την αναπαραστατική δύναμη της μίμησης, ενός συναισθήματος , μιας ιδέας , έξω από τις συνήθεις συμβάσεις του χώρου και του χρόνου, το παιδί αναζητά το εγώ και το εσύ , το ένα και το όλοι, το διαφορετικό και πάντα ίδιο, το φανερό και τόσο καλά κρυμμένο.

Ας μη ξεχνάμε πως  η θεατρική πράξη  παίρνει τα ερεθίσματα από τη πραγματική ζωή με σκοπό να αφηγηθεί την ανθρώπινη περιπέτεια, και τα μετουσιώνει σε καλλιτεχνική δημιουργία. Μιλά για τη ζωή ,αλλά δεν την αντιγράφει, την αναπαριστά . Άλλωστε κύριο  μέλημα του καλλιτέχνη και βασικό συστατικό της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η αφήγηση της ιδέας ή η αφήγηση της εμπειρίας  .

Με τον ίδιο τρόπο ,  μέσα στο μάθημα, ή μες τη διαδικασία μιας πρόβας, στην παύση της δράσης μπορεί να φανερωθεί μια μαγική , μια απειροελάχιστη στιγμούλα που εγγράφεται στη σιωπή  και μεταφέρεται στο βλέμμα. Είναι μια στιγμή  αναπαράστασης  που μέσα της κλείνει ιδέες , γνώσεις, εμπειρίες , χρώματα και μυρωδιές και τοπία και ήχους και συναισθήματα  που δυναμώνουν τη μνήμη και χτίζουν το αύριο

Το Θέατρο στο Σχολείο πρέπει να ωθεί το παιδί να ζήσει για λίγο  μέσα σε εκείνο το μικρό σύμπαν που η τέχνη δημιουργεί χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα τη γλώσσα. Τότε τα παιδιά μπορεί σου πουν : Κυρία, τα μάτια της κουζίνας δε βλέπουν…  , τότε ένα σχοινί θα γίνει  μονοπάτι, η καρέκλα  το τέλειο άλογο, τα τέσσερα  πόδια του τραπεζιού οριοθετούν ίσως  τη φυλακή της βασιλοπούλας , ενώ η τσαλακωμένη εφημερίδα γίνεται βράχος . Και είναι ακριβώς τότε που ζητάμε από τα παιδιά να κλείσουν τα μάτια για να δουν και να μυρίσουν τη θάλασσα ,  για  να ακούσουν  τον ήχο της …. Μόνο και μόνο γιατί ο ήχος της θάλασσας δίπλα στο βράχο μας επιτρέπει να  γνωρίσουμε το βράχο καλύτερα και γιατί μόνο αν τον γνωρίσουμε μπορούμε να μιλήσουμε για αυτόν..

  Τι όμορφο να βγαίνεις από το σχολείο παίρνοντας μαζί σου εικόνες ενός πιθανού κόσμου, ενός απώτερου κόσμου , εκείνου  μες τον οποίο ταξίδεψες όταν χάθηκαν  οι τέσσερεις  τοίχοι της σχολικής αίθουσας και είδες  κάτι που δεν υπήρχε, κι όμως ήταν πάντα εκεί …

Βλέπετε, η γνωριμία με τους κώδικες του θεάτρου δίνει την ευκαιρία  συνδιαλλαγής  με  μια γλώσσα που είναι και  συμβολική αλλά και πολύσημη ασκώντας μας στην πρόσληψη  ενός νοήματος ή ενός σήματος που επιδέχεται πολλές και διαφορετικές ερμηνείες.Μας χαρίζει την ευκαιρία της μύησης στη διαδικασία της μεταμόρφωσης, τη ζύμωση, με όλα τα υλικά της σύγκρουσης ,τη διαρκή και γόνιμη σχέση των αντιθέσεων. Κι αν το μοναχικό συμβολικό παιδικό παιχνίδι , αυτός ο πρόδρομος της θεατρικής αναπαράστασης , παιχνίδι κατ εξοχήν χειροποίητο,  όπως άλλωστε και  το θέατρο, παιχνίδι που κανείςαπό κανένα παιδί δε θα μπορέσει ποτέ να κλέψει, αν λοιπόν δεχτούμε πως το παιχνίδι αυτό είναιβαθιά χαραγμένο στο κύτταρο της παιδικής ηλικίας, τότε  θα πρέπει και να ομολογήσουμε πως τελικά, ετούτο,  δεν είναι παιχνίδι μοναχικό, γιατί δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο. Μες στις εκφράσεις του υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι , όλων των φυλών και όλων των χρωμάτων. Υπάρχουν ιδέες και γνώσεις και εμπειρίες και τελετουργίες του καθημερινού που εγγράφονται στη μνήμη και απελευθερώνουν την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου για μίμηση κι αναπαράσταση.

 

Από τη μορφή της Παναγίας στο πρότυπο της Μήδειας

Με αφορμή το έργο του Nicholas Kazan BLOOD MOON. Παρουσιάστηκε στο θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ  σε σκηνοθεσία ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΤΣΗ, περίοδος 2009-2010 . Επρόκειτο να ανέβει και πάλι τον Μάρτιο του 2021 αλλά ματαιώθηκε λόγω πανδημίας

Η σκέψη και μόνο μιας μητέρας, που σκοτώνει το παιδί της, μας γεμίζει συναισθήματα φρίκης και οργής. Η παιδοκτονία είναι μία αποτρόπαια και καταδικαστέα πράξη, που όμως χρησιμοποιήθηκε σε προηγούμενους αιώνες για να αποφευχθεί η «νοθεία» της κοινωνίας από αδύναμα ή αφύσικα και παραμορφωμένα παιδιά, αλλά και σε περιπτώσεις εξώγαμων παιδιών ή ως μέσο εκδίκησης του πατέρα από τη μάνα. Πλείστα είναι τα παραδείγματα παιδοκτονίας στις μέρες μας, που έγιναν πρωτοσέλιδα εφημερίδων, αλλά και όσα τεκμηριώνονται ιστορικά και που οι ρίζες τους  φτάνουν μέχρι την αρχαία Ελλάδα.

    Σημείο αναφοράς αποτελεί η αρχετυπική μορφή της Μήδειας, όχι αυτής του μύθου, αλλά της παιδοκτόνου ηρωίδας του Ευριπίδη. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Μήδεια ήταν θεά, προερχόμενη από την Ανατολή, προστάτιδα της γονιμότητας, που κυριαρχούσε στις μητριαρχικές κοινωνίες. Η σταδιακή αμφισβήτηση της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία και η υποτίμηση των γυναικείων θεοτήτων, οδήγησαν στην πατριαρχία και καθιέρωσαν την Μήδεια, ως πρότυπο μητέρας παιδοκτόνου, με πρώτο διδάξαντα τον Ευριπίδη. Την αδικία αυτή σε βάρος της μητρότητας,  έρχεται να αποκαταστήσει, χιλιάδες χρόνια αργότερα, η άσπιλη και αμόλυντη μορφή της Παναγίας, η οποία δεν είναι ούτε σύζυγος, ούτε ερωμένη, ούτε θεά, αλλά απλώς μητέρα. Δεν είναι τυχαίο που το «Αιμάτινο φεγγάρι» αρχίζει με ένα μονόλογο, όπου η ηρωίδα του Nicholas Kazan, Μάνια,  μας αποκαλύπτει, ότι το όνομά της είναι μία παραλλαγή του Μαρία, του ονόματος της Παναγίας. Πώς, όμως, έφτασε να γίνει μία σύγχρονη Μήδεια;

    Ένα κορίτσι, μεγαλωμένο με τις αρχές του χριστιανικού φονταμενταλισμού, με την αθωότητα των δεκαεννέα χρόνων και με παραδοσιακές ηθικές αξίες για τη ζωή, την αγάπη και τον έρωτα, αποφασίζει να ξεφύγει από τη μίζερη και συντηρητική ζωή της επαρχίας και να πάει στη Νέα Υόρκη, την μητρόπολη του κόσμου, να σπουδάσει ιατρική, ακολουθώντας το δικό της αμερικάνικο όνειρο. Η γνωριμία της, όμως με τον Άλαν, έναν πετυχημένο επαγγελματικά και δυνατό οικονομικά άντρα, χαρακτηριστικό δείγμα Νεοϋορκέζου, έκανε το όνειρό της εφιάλτη.

    Ο Άλαν, ως άρχον φύλο, με την αριστοτελική έννοια, ενσαρκώνει με τον χειρότερο τρόπο το πρότυπο του σύγχρονου άντρα, μίας κοινωνίας, όπου η αγοραστική δύναμη των πολιτών είναι το μέσον για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Το μόνο που γνωρίζει είναι το δίκαιο του ισχυρού, «να σπάει πόδια ή να το βάζει στα πόδια», χωρίς τύψεις και ενοχές. Έχει χωρίσει στο μυαλό του τους ανθρώπους σε «πόρνες και νταβατζήδες», ενώ η γυναίκα, για αυτόν, είναι συνώνυμο της κατωτερότητας και της αδυναμίας. Αρνείται να δεχτεί ότι ένα δεκαεννιάχρονο, ανυπεράσπιστο κορίτσι από την επαρχία, έχει πάρει τη ζωή στα χέρια του και διεκδικεί ένα καλύτερο μέλλον, σπουδάζοντας ιατρική, ένα επάγγελμα που σε μεγάλο ποσοστό, διαχρονικά, ασκείται από άνδρες. «Μια γυναίκα στο κρεβάτι του χειρουργείου», μόνο με σεξιστικούς υπαινιγμούς και με ειρωνεία θα μπορούσε να τη δει ο Άλαν, ενώ αντίθετα ενθουσιάζεται με την μαγειρική της δεινότητα, μία κατεξοχήν γυναικεία ασχολία. Η λανθασμένη αντίληψη, που έχει για τη θηλυκότητα και τη γυναικεία φύση, τον κάνουν να θέλει να αντιτάξει την ανωτερότητα του αρσενικού σε όσες γυναίκες δεν ακολουθούν τα πρότυπα ομορφιάς και συμπεριφοράς ή τα επαγγελματικά στερεότυπα, που η ίδια η κοινωνία των ανδρών έχει επιβάλλει στις γυναίκες. Θέλοντας να αποκαταστήσει την τάξη και να επιβεβαιώσει την υπεροχή του φύλου του, ο Άλαν  βιάζει την Μάνια και εκτονώνει πάνω της όλα τα απωθημένα και τα συμπλέγματα, που τον διακατέχουν.

    Η Μάνια βίωσε την ενηλικίωσή της, απότομα, με τον πιο βίαιο και αποτρόπαιο τρόπο, διαπιστώνοντας παράλληλα,  πως ο κόσμος μας δεν είναι όμορφος, ηθικός κι αγγελικά πλασμένος. Η επικείμενη γέννα του ανεπιθύμητου παιδιού της, που δεν είναι προϊόν αγάπης και έρωτα, όπως ήταν η ίδια για τους γονείς της, αλλά αποτέλεσμα ενός βιασμού, την κάνει να επαναστατήσει ενάντια σε μία ζωή, που δεν την διάλεξε η ίδια, αλλά της επιβλήθηκε με το ζόρι. Η Μάνια αποφασίζει, με τη βοήθεια δύο φίλων της, να σκοτώσουν το πέντε μηνών έμβρυο, κλονίζοντας συθέμελα, όχι μόνο τα στηρίγματα της κοινωνίας, που θεωρεί τη μητρότητα ως κάτι φυσικό κι αυτονόητο για κάθε γυναίκα, αλλά και ολόκληρης της φύσης, διακυβεύοντας τη διαιώνιση του είδους και τη συνέχιση της ίδιας της ζωής.

    Σε όλη τη διάρκεια του έργου αυτό «που βασανιστικά παιδεύει» την Μάνια είναι η σχέση της με το κοινό, που σαν χορός αρχαίας τραγωδίας την παρακολουθεί αποσβολωμένο, εκπροσωπώντας ολόκληρη την κοινωνία, που είναι έτοιμη να την καταδικάσει! Η Μάνια, όμως, δεν παλεύει να αποδείξει την αθωότητά της, αλλά να καταγγείλει τον εξευτελιστικό τρόπο, που η ίδια η κοινωνία, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του «ισχυρού φύλου», αντιμετωπίζει τις γυναίκες. Ένοχη για το πιο βαρύ έγκλημα στον κόσμο, παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια μας ως θύμα μια κοινωνίας φυλετικών διακρίσεων, και σεξουαλικού ρατσισμού. Η δολοφονία ενός άρρενος εμβρύου, πριν προλάβει να γεννηθεί, αποκτά διττή σημασία. Η Μάνια, αφενός μεν αρνείται να φέρει το παιδί της, ως προέκταση του ίδιου της του εαυτού, σε έναν κόσμο ανισοτήτων και φυλετικών διακρίσεων και αφετέρου δε, σκοτώνοντας το αγόρι, στρέφεται εναντίον μίας ολόκληρης ανδροκρατούμενης κοινωνίας, που προσβάλλει, απαξιώνει και καταπιέζει τη γυναίκα.

    Η Μάνια εμφανίζεται ως ηρωίδα, που εναντιώνεται με ορμή, δύναμη και θάρρος σε όλα αυτά τα σεξιστικά στερεότυπα, (τα οποία καλλιεργούνται από την παιδική κιόλας ηλικία με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον διαχωρισμό των παιχνιδιών όπως όπλα, αυτοκινητάκια και στρατιωτάκια για τα αγόρια και μαγειρικά σκεύη, κούκλες και ψεύτικα καλλυντικά και κοσμήματα για τα κορίτσια). Πηγαίνει κόντρα σε μία κοινωνία, που θέλει τη γυναίκα να είναι ταυτόχρονα καλή μάνα, καλή σύζυγος, καλή ερωμένη, καλή επαγγελματίας και που πρέπει να αποδεικνύει καθημερινά το αυτονόητο, ότι είναι το ίδιο ικανή με έναν άνδρα. Αντιστέκεται σε μία κοινωνία, που η γυναίκα πρέπει να ακολουθεί τα πρότυπα ομορφιάς, αν θέλει να είναι επιθυμητή στο αντίθετο φύλο, ενώ παράλληλα η γυναικεία σεξουαλικότητα αποτελεί κίνδυνο για τους άνδρες και απειλή για την κοινωνική και οικογενειακή αρμονία. Αντιδρά σε μία κοινωνία, που ο βιασμός δύσκολα μπορεί να διαγνωστεί και να αποδειχτεί κι ακόμα πιο δύσκολα να εκδικαστεί, ενώ τις περισσότερες φορές αποσιωπάται, από φόβο του στιγματισμού και της κοινωνικής αντίδρασης ή της προκατάληψης απέναντι στο θύμα. Έτσι, η Μάνια ξεσπά, υιοθετώντας την επιθετικότητα και τη βιαιότητα του αρσενικού, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο, ότι μπορεί επάξια να ανταγωνιστεί στα ανόσια και την πανουργία έναν άντρα. Παίρνει την εκδίκησή της με την ιδιότητα της καλής μαγείρισσας, που το αρσενικό φύλο της έχει αποδώσει, επαληθεύοντας αυτό, που κάποια στιγμή είχε πει στον Άλαν, πως «ο εαυτός έχει πολλές πλευρές, που κάποιες φαίνονται και κάποιες είναι κρυφές, σκοτεινές».

    Η βιτρίνα μιας δήθεν πραγματικότητας, που το αμερικάνικο όνειρο προβάλλει, για ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες για ατομική ελευθερία και ισονομία, θρυμματίζεται. Τοποθετώντας τη δράση στη Νέα Υόρκη, την πρωτεύουσα του κόσμου, με την πολιτιστική και οικονομική επιρροή της, Ο Nicholas Kazan καταργεί την παγκόσμια κοινωνία, που εκπροσωπείται από τον Άλαν ως «ισχυρό φύλλο» και κατηγορεί ως ηθικούς αυτουργούς όλους αυτούς, που για χάρη των συμφερόντων τους προτιμούν να σιωπούν και να σφυρίζουν αδιάφορα, όπως το κάνει ο θείος της Μάνιας, ο Γκρεγκ.

Θέατρο και Μεταθέατρο στον Μπέκετ

Μπορεί η αδυναμία έκφρασης να γίνει αντικείμενο τέχνης και αυτό το έργο τέχνης να εκφράζει την αδυναμία της έκφρασης; Στον Μπέκετ συμβαίνει αυτό και μάλιστα από τα πρώτα κιόλας έργα της συγγραφικής του πορείας.
Πεπεισμένος για την αδυναμία της γλώσσας να συλλάβει και να εκφράσει το φευγαλέο, το απρόβλεπτο και το παράδοξο της σκέψης και της ζωής, τάσσεται εναντίον της σαφήνειας και της απλότητας, αλλά και εναντίον των μονοδιάστατων ερμηνειών και των μονοσήμαντων συμβολισμών. Στρέφεται προς μία νέα θεατρική έκφραση, χρησιμοποιώντας τις λέξεις, όχι για το νόημα, που κουβαλούν, αλλά για τους ήχους και τις εικόνες, που παράγουν, μέσα από την ελλειπτικότητα του λόγου, την επανάληψη φράσεων και τις αντιθέσεις στα λόγια των ηρώων, ενώ παράλληλα καταργεί τις συμβάσεις του ρεαλιστικού θεάτρου, τον χρόνο και τον χώρο, τη δράση και τους χαρακτήρες, αλλά και τη λογική συνέχεια στην πλοκή.
Οι ήρωες, ή μάλλον οι αντιήρωες του Μπέκετ, πρόσωπα ασήμαντα και βεβαρημένα από ασθένειες, δεν έχουν συγκεκριμένη ιδεολογία και δεν έχουν να αντιμετωπίσουν κάποιο τραγικό δίλημμα, ούτε είναι αντιμέτωποι με τα πάθη και τις αδυναμίες τους, παρ’ όλα αυτά, είναι τραγικά όντα και ενσαρκώνουν καταστάσεις πανανθρώπινες. Το κάθε πρόσωπο αποτελείται από ένα σύνολο προσώπων, διαφορετικών, προϊόντος του χρόνου, που, όμως, δεν έχουν παρελθόν, παρά μόνο κάποιες σκόρπιες αναμνήσεις ενός εαυτού, που δεν θυμίζει σε τίποτα αυτό που είναι τώρα. Η αδράνειά των ηρώων, σε συνδυασμό με το απροσδιόριστο του χώρου και του χρόνου, κάνει τον εγκλωβισμό τους ακόμη πιο έντονο και την οδύνη της ύπαρξής τους, μεγαλύτερη. Μιλούν, όχι γιατί πραγματικά θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ούτε για να πληροφορήσουν το κοινό σε σχέση με την ψυχολογία τους ή την εξέλιξη της πλοκής, αλλά για να καλύψουν τη σιωπή, που τους περιβάλλει.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι τα έργα του Μπέκετ χάνουν σε θεατρικότητα, τουναντίον, μέσα από κωμικές καταστάσεις, προβάλλει η τραγικότητα των ηρώων, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου, που έχει συνείδηση του τέλους, σε έναν κόσμο, που δεν γνωρίζει και που η προσπάθειά του να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής ή να βρει την ευτυχία και τη γαλήνη σε έναν υλικό πολιτισμό είναι μάταιη.
Η Ουϊννυ, έχοντας αφομοιώσει ένα πρότυπο συμπεριφορών, που επιβάλλει ο σύγχρονος τρόπος ζωής, με συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές: η καλή σύζυγος, που φροντίζει τον άντρα της, η καλή ερωμένη, που τον ικανοποιεί, η θρησκευόμενη και αισιόδοξη γυναίκα, που κάνει αγώνα για να μείνει ακόμα ελκυστική, γιατί έτσι θέλουν τα πρότυπα ομορφιάς, βυθίζεται όλο και πιο πολύ, σε αυτό που όλοι εμείς ονομάζουμε πολιτισμό και ακινητοποιείται. Σανίδα σωτηρίας για αυτήν αποτελεί η τσάντα της και όλα όσα περιέχει. Προσπαθεί να γαντζωθεί από τα αντικείμενα του σύγχρονου πολιτισμού και να τα εκμεταλλευτεί, ώστε η αναμονή της από τη γέννηση στον θάνατο να γίνει κάπως πιο υποφερτή. Γνωρίζει βέβαια, ότι το τέλος αργά ή γρήγορα θα έρθει και αυτή η περατότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, σε αντιδιαστολή με τα αντικείμενα, τα οποία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και χωρίς εμάς, κάνουν έκδηλη την αδυναμία της και εντονότερη  τη φθοροποιό δύναμη του χρόνου.
Η Ουΐννυ θαμμένη μέχρι τη μέση στο πρώτο μέρος κι αργότερα, μέχρι το λαιμό, στο δεύτερο, σε έναν χώρο οριοθετημένο από έντονο και άπλετο φως, οι απροσδιόριστοι ήχοι, τα εκκωφαντικά κουδούνια και ο θόρυβος των λέξεων, μέσα από τη συνεχόμενη φλυαρία της, αλλά και η χρήση των αντικειμένων, που στα έργα του Μπέκετ εξωτερικεύουν τα άγχη και τις φοβίες του σύγχρονου ανθρώπου, προβάλλουν δυνατές εικόνες μοναξιάς και αποξένωσης και συμβάλλουν στη δημιουργία μίας έντονα θεατρικής ατμόσφαιρας.
Αν και χρησιμοποιεί πρακτικές μη αποδεκτές για το ρεαλιστικό θέατρο, ο Μπέκετ δεν παύει να αναφέρεται σε αυτό και να το σχολιάζει, εκθέτοντας στο κοινό τους μηχανισμούς του. Δεν χωρά αμφιβολία, ότι μια θεατρική παράσταση είναι τόσο φευγαλέα, όσο η ίδια η ζωή και η τεχνολογία, που διαθέτουμε σήμερα, είναι αδύνατο να αποτυπώσει, όχι τις εικόνες, αλλά την αίσθηση και την ατμόσφαιρα του έργου, σε σχέση με το κοινό, και να αναμεταδώσει τη ζωντάνια της στιγμής. Η παράσταση αρχίζει με το που ανάψουν οι προβολείς και τελειώνει μόλις αυτοί σβήσουν.
Πριν η Ουΐννυ αρχίσει τον μονόλογό της, κάνει όλα τα απαραίτητα, που θα έκανε μια ηθοποιός στο καμαρίνι της. Βουρτσίζει τα δόντια της, φτιάχνει τα μαλλιά της, φοράει το καπέλο της, κοιτάζεται στον καθρέφτη και βάζει κραγιόν. Απλώνει μπροστά της τα χρειαζούμενα αντικείμενα και τα μαζεύει όλα μαζί, «σωρευτικά, στο τέλος της ημέρας», όταν τα φώτα του θεάτρου σβήσουν. Την επόμενη μέρα τα αντικείμενα θα είναι πάλι εκεί, στη θέση τους, για να την βοηθήσουν να βγάλει την παράστασή της. Τα εκκωφαντικά κουδούνια της αρχής, που σηματοδοτούν έναρξη παράστασης, σε συνδυασμό με το εκτυφλωτικό φως ενός προβολέα, που θυμίζει μαρτύριο ανάκρισης, την ενεργοποιούν και την κάνουν να μιλά.   Τοποθετημένη συμμετρικά στο κέντρο της σκηνής και ψηλά, ώστε να είναι ορατή από όλους, η Ουΐννυ κοιτάζει προς το μέρος των θεατών και μονολογεί. Πολλές φορές τους απευθύνεται, εφιστώντας τους την προσοχή, άλλοτε πάλι, τυφλωμένη από το έντονο φως του προβολέα, αναρωτιέται αν υπάρχει κανείς, που την ακούει, ενώ πολλές φορές νιώθει, ότι κάποιος την παρακολουθεί. Έχει ανάγκη έστω από έναν θεατή, όπως όλοι οι ηθοποιοί, για να μπορέσει να κάνει την παράστασή της, αλλά κι αν δεν τον έχει, ευτυχώς, υπάρχει ο Ουΐλλυ, ο οποίος είναι εκεί και την ακούει.
Αυτή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ηθοποιού και θεατή, είναι αρκετά δυσδιάκριτη στις «Ευτυχισμένες μέρες». Οι ρόλοι αντιστρέφονται και το αντικείμενο παρατήρησης γίνεται υποκείμενο και τούμπαλιν. Με το ζευγάρι των Σάουερ (shower) ή Κούκερ (cooker), που παραπέμπει στον οικογενειακό βίο και στην αστική τάξη, πιθανότατα υπονοούνται οι θεατές. Ο άνδρας, που είναι βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στη λογική του «δούναι και λαβείν», βλέποντας την Ουΐννυ, την απορρίπτει, ως παράλογη οντότητα, καθώς, έτσι θαμμένη, όπως είναι, δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Η Ουΐννυ, αντιδρά στα σχόλια του άντρα, χαρακτηρίζοντάς τον «άξεστο» και καταργεί την αντικειμενοποίησή της, κάνοντας το ζευγάρι αντικείμενο του δικού της βλέμματος και αναπαριστώντας με ευχέρεια μεγάλης ηθοποιού τον διάλογό τους, παίζοντας πότε τον έναν ρόλο και πότε τον άλλον.
Ο θεατής αποκωδικοποιώντας, με το δικό του τρόπο και σύμφωνα με την παιδεία του, την ευαισθησία και τις εμπειρίες του, τα αμφίσημα και αμφιλεγόμενα μηνύματα του έργου, στην ουσία συμμετέχει κι ο ίδιος στη δημιουργία της παράστασης, την ίδια ακριβώς στιγμή που συμβαίνει. Θα ήταν μεγάλο λάθος να ψάξουμε να βρούμε στα έργα του Μπέκετ, απαντήσεις σε ερωτήματα, λύσεις σε προβλήματα, συγκεκριμένες ιδεολογίες και πολιτικές αναφορές. Ο καλύτερος τρόπος για να έρθεις σε επαφή με τα έργα του Μπέκετ είναι περισσότερο με τη διαίσθηση παρά με τη λογική.

From childhood to Epidaurus

Jenny Crissey, August 20, 2020

This summer I visited Greece, if you knew me that would come as no surprise. I have visited every summer for the last 10 years. There is nothing I love more than hot days spent at the beach, followed by delicious nights spent in a taverna. My love affair with Greece has lasted longer than any relationship I have ever had. But not due to the reasons I just mentioned. You see, I have performed my whole life but I never really understood why, I simply did it. My earliest childhood memory is standing on stage during a kindergarten play. I am sure you are wondering what exactly my love of performing has to do with my love of Greece. I could easily write a book on this subject  – but I will get to the point. Nine years ago, on a cold winter February day, I visited the Sanctuary of Asklepios. It’s a beautiful complex containing among other things a building for ceremonies, library, baths, temple, sports stadium and a theater. A THEATER! It’s one of the most beautiful things I have ever seen. I remembered as I looked at that amazingly preserved structure, I wondered why Ancient Greek Doctors would send their patients to the theater like my doctor might send me to the pharmacy for antibiotics. Lost in my thoughts, I learned a lot about myself that day. I discovered my motivations for performing. I remembered being a 5 year old standing on stage seeing the smiles on the faces of my mom and dad. I discovered a talent for performing at the age of 5, but it took me 30-some years to realize why I was motivated to use this talent and I might have never discovered it, if I hadn’t visited Epidavros. We might not have space in our modern hospitals for theaters. But we would be wise to reflect on the observation that theater, or for that matter art in general, is good for our health and well being. Art gives us the opportunity to help people connect to their human nature, to other people, and to have the courage to really feel alive! If we can make creativity a normal part of life, we can do a huge amount of good. And let’s be honest, these days we need as much good as we can get!

Scroll to top