Μια φορά κι έναν καιρό μια υπουργός Πολιτισμού

Της Β. Δραγάτση

Δεν θα παραστήσω τη θεωρητικό του Πολιτισμού, γιατί δεν είμαι εξάλλου… Ούτε, βεβαίως, θα ρίξω την αναλυσάρα μου για τη βάση και το εποικοδόμημα κατά πώς τα λέει ο Μαρξ…  Όχι! Απλά θα πω τι περίμενα από τον/την εκάστοτε υπουργό Πολιτισμού σε αυτή τη χώρα των χαμηλών προσδοκιών. Λίγα, πολύ λίγα, περίμενα  η ολιγαρκής:  να μείνουν στοιχειωδώς όρθια τα αρχαία μνημεία, να γίνονται τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, να στηριχθεί κάπως η σύγχρονη πολιτιστική δραστηριότητα…  Τα άλλα είναι τόσο δύσκολα που θα συνιστούσαν Επανάσταση…
Και εκεί που έτρεφα  τις χαμηλές μου προσδοκίες  ακούω το όνομα «Μενδώνη». Η αλήθεια είναι ότι περίμενα μεν μια συντηρητική κυρία, σοβαρή και χαμηλοβλεπούσα, από την άλλη άφηνα και ένα περιθώριο, γιατί έχω γνωρίσει πολύ ενδιαφέρουσες συντηρητικές κυρίες… Γρήγορα διαπίστωσα ότι η Μενδώνη δεν συγκαταλέγεται σε αυτές.
Η αλήθεια είναι ότι έκανε εντυπωσιακή πρεμιέρα, κυνηγώντας ανήλικα στους κινηματογρά- φους που έβλεπαν το «Τζόκερ». Τότε είπαμε ότι μπορεί απλά να ευθυνόταν ένας στενοκέφαλος υπάλληλος. Κρατήσαμε βέβαια στον νου ότι ουδείς στενοκέφαλος προβαίνει σε κάτι τόσο ακραίο, αν δεν πιστεύει ότι έχει την κάλυψη του/της πολιτικού του προϊσταμένου.
Το άστρο, όμως, της υπουργού έλαμψε στη συνέχεια, στην καραντίνα. Κατ’ αρχάς έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της το προσωπικό του ίδιου της του υπουργείου, μην μεριμνώντας για οδηγίες αντιμετώπισης του ιού. Στην πορεία, έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της τους ανθρώπους της Τέχνης, μην διεκδικώντας το ελάχιστο για αυτούς. Αντιθέτως, ένευσε με περιφρόνηση για τον Ξαρχάκο, στραβομουτσούνιασε με τον Δεληβοριά και γενικά με κάθε τρόπο περιφρόνησε οτιδήποτε δεν άπτεται της δικής της αντίληψης για τον Πολιτισμό!
Ουπς! «Δική της αντίληψη για τον Πολιτισμό» είπα; Η κυρία Μενδώνη τυγχάνει αρχαιολόγος και μάλιστα με καλή φήμη, φανταζόμουν, λοιπόν, ότι το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» θα είναι –έστω με τον πιο αρτηριοσκληρωτικό τρόπο- στις προτεραιότητες της… Όχι και τόσο! Ας πούμε συναίνεσε, από πολιτικό μένος και μόνο,  σε ένα τεράστιο πολιτιστικό έγκλημα: στην απόσπαση των αρχαίων από τον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Μιλάμε στην ουσία για τη πρωτοβυζαντινή Μέση Οδό, για μια πόλη κάτω από την πόλη, για τις απαρχές και τη συνέχεια της… Εκείνη πρώτη θα έπρεπε και ως επιστήμονας και ως “πατριώτισσα” να υπερασπιστεί τα ευρήματα, αλλά ο πατριωτισμός ενίοτε είναι τζάμπα, περιορίζεται στην πλαστική περικεφαλαία και τη νάιλον σημαία…
Όσο για τη στήριξη της σύγχρονης πολιτιστικής δραστηριότητας, ας γελάσω δις… Στα τελευταία της  κατορθώματα συγκαταλέγονται  η παραίτηση του Προέδρου και σύσσωμου του ΔΣ του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και οι αντιφατικές οδηγίες για συναυλίες, θέατρα, σινεμά… Κι ενώ κώφευε σε κάθε απεγνωσμένη έκκληση ανθρώπων της Τέχνης, ήταν αρκετό ένα τηλέφωνο ηθοποιού-προσωπικού φίλου του πρωθυπουργού για να πάρει αποφάσεις σχετικά με τα θέατρα, τις οποίες μετά απέσυρε κλπ… Όλη δε αυτή την τρυφερή μέριμνα για τους δημιουργούς την στόλισε σε μία μνημειώδη ομιλία της στη βουλή λέγοντας ότι οι καλλιτέχνες κινούνται στο χώρο της «μαύρης οικονομίας» κερδίζοντας το χειροκρότημα των άλλων ταγών της πολιτικής.  
Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον απαξιωτικό τρόπο με τον οποίο απαντάει σε κάθε αιτίαση της όποιας αντιπολίτευσης, σε κάθε κριτική που της ασκείται… Λεπτομέρειες θα πει κάποιος, αλλά ως γνωστόν, εξ΄  όνυχος τον λέοντα!
Αυτά τα πολύ θλιβερά, λοιπόν, συμβαίνουν… Αποτυχημένη και πολιτικά και διοικητικά, η κυρία υπουργός περιφέρει την αναιτιολόγητη έπαρσή της.  Τουλάχιστον φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη με λαμπτήρες χαμηλής κατανάλωσης. Κάτι είναι κι αυτό, μην είμαστε και πλεονέκτες!

(Παραθέτουμε φωτογραφία της φωταγωγημένης Ακροπόλεως)

ΡΟΖΑΜΟΥΝΤΑ

Αυτή δεν είναι η χώρα μου, η χώρα που αγαπώ…  Στη δική μου χώρα για το  χατίρι ενός κοριτσιού «τα περβόλια μπαίνουνε στη θάλασσα» και τα παιδιά κατρακυλάνε παίζοντας στις πλαγιές με τις ελιές αιώνες τώρα … Στη δική μου χώρα, ο Όμηρος και ο Ευριπίδης θρηνούν μαζί με τους ηττημένους  στα αποκαΐδια της Τροίας. Κι ο θρήνος της Εκάβης είναι ο δικός τους θρήνος. Στη δική μου χώρα ο πρόσφυγας είναι πρόσωπο ιερό και καθαγιασμένο και ο πόνος και τα πάθη των ανθρώπων σταλάζονται σε κάθε τραγούδι, σε κάθε ποίημα.  
Αυτοί δεν είναι οι δικοί μου άνθρωποι, δεν είναι οι άνθρωποι που ξέρω… Οι δικοί μου δεν μισούν, είναι τρυφεροί, κάνουν λάθη, πέφτουν και ξανασηκώνονται, στέκουν αμήχανοι ή προχωράνε, λένε ψέματα και αλήθειες, αλλά έχουν μέσα τους κάτι από τη θύελλα και την ηρεμία τούτων των τοπίων. Είναι παθιασμένοι και ατελείς. Άλλοτε πάλι φοβούνται, διστάζουν, πάντα, όμως, με άφατη τρυφερότητα. Κι έπειτα δεν κουβαλάνε βεβαιότητες, αν τους ρωτήσεις θα πουν ότι τίποτα δεν ξέρουν.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πού να ζουν όλοι εκείνοι που μισούν τόσο πολύ, τόσο βαθιά… Ποιοι τους μεγάλωσαν και σε ποια σχολεία πήγαν…  Πώς μπορούν να λένε σε ένα παιδί να «ψοφήσει», σ’ έναν γέρο να πεθάνει. Τι μπορεί να είναι ανώτερο από τη ζωή ενός παιδιού;
Ίσως πάλι «η νοσταλγία μου να έχει πλάσει /μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους/ έξω απ’ τη γη και τους ανθρώπους».  Γιατί τελικά αυτή η «άλλη» χώρα η δική μου δεν υπάρχει, πάρα μόνο στις λέξεις των ποιητών και στα τοπία της. Μια κατασκευή κι αυτή ανάμεσα σε τόσες; 
Μόρια, Καμένα Βούρλα και πιο πριν Ωραιόκαστρο και Γιαννιτσά ή Νέα Μηχανιώνα, τοπωνύμια που πληγώνουν την εικόνα που έχουμε για αυτόν τον τόπο. Είναι αυτές οι στιγμές όπου η πραγματικότητα επιτίθεται και μας συντρίβει.
Αλλά έτσι δεν συνέβαινε πάντα; Τι υποδοχή επεφύλαξαν στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας οι γηγενείς; Δεν τους περιφρόνησαν, δεν τους έδιωξαν, δεν τους κυνήγησαν; Κι έπειτα και οι ίδιοι οι πρόσφυγες πώς να αντιμετώπισαν στις φτωχογειτονιές τους εσωτερικούς μετανάστες της δεκαετίας του ’60; Με παρόμοια επιφύλαξη και φόβο.
Και έχω καταλήξει πια, ότι παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις του Διαφωτισμού, η πρώτη, ενστικτώδης  κίνηση του ανθρώπου είναι ο φόβος και το μίσος προς τον Άλλον. Η αποδοχή και η αλληλεγγύη είναι δύσκολοι, δύσβατοι δρόμοι και προϋποθέτουν υπέρβαση εαυτού.
Στo εξαιρετικό «L’ America» του Αμέλιο,  ο Ιταλός μικροαπατεώνας που πάει για κομπίνες στην καταρρέουσα Αλβανία του ’90 χάνει τα χαρτιά του και , μην μπορώντας να αποδείξει την ταυτότητα και την εθνικότητά του, βρίσκεται σε ένα πλοίο με χιλιάδες Αλβανούς που φεύγουν προς την Ιταλία. Δίπλα του ένας γηραιός Ιταλός, αιχμάλωτος πολέμου από το  1940, που έχει χάσει τα λογικά του, τραγουδάει τη «Ροζαμούντα» και μονολογεί: «Πάμε στην Αμερική… Είναι ωραία η Αμερική!». Ο αλαζονικός κυρίαρχος υπήρξε κάποτε κι αυτός  παρίας και ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξαναγίνει.
Η  αέναη επανάληψη της Ιστορίας και οι τραγικές αντιστροφές της,  είναι η τιμωρία μας για την αλαζονική επανάπαυσή μας.

Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο

Στο Παρίσι την είδα την ταινία, στα 19 μου… Σε κείνες τις μικρές αίθουσες του Quartier Latin. «Τα Φτερά του Έρωτα». Πάντα για κάποιον ανεξήγητο λόγο προτιμούσα τον γερμανικό τίτλο… Der Himmel uber Berlin… Ο άγγελος – παρατηρητής αόρατος που αφουγκράζεται τις καθημερινές σκέψεις και φροντίδες μικρών ανθρώπων. Υπερίπταται και σιωπά, τόσο πιο πάνω από όλα, τόσο αμέτοχος και ο κόσμος ασπρόμαυρος.
Και το Βερολίνο, στον διχασμό του ακόμα, πόλη πνιγερή και καταθλιπτική. «Όταν το παιδί ήταν παιδί»… Als das Kind, Kind war και ο άγγελος  χαμογελαστός , ικανοποιημένος από την αποστασιοποιημένη γνώση του. Ώσπου… Ώσπου σε εκείνο το ασπρόμαυρο τοπίο ένα κορίτσι με ψεύτικα φτερά, ακροβάτρια σε τσίρκο, κάνει κούνια. Ο άγγελος την κοιτάζει και για πρώτη φορά βλέπει χρώμα. Ένα χρωματιστό κορίτσι στο γκρίζο Βερολίνο.
Το δικό του βλέμμα αλλάζει, το δικό του βλέμμα τής προσδίδει τη μοναδικότητά της. Αν δεν την είχε κοιτάξει εκείνος, ίσως να παρέμενε ασπρόμαυρη. Από την άλλη εκείνη πάντα ζούσε στον κόσμο των χρωμάτων και των θνητών.
Το δίλημμα για κάθε άγγελο: να σμίξει με τους ανθρώπους, να εγκαταλείψει τη γνώση του; Να σταματήσει να αφουγκράζεται τη σκέψη των άλλων για να ζήσει τη ζωή τους; Και με τι αντάλλαγμα; Τι τίμημα;  Μα την αθανασία του και τη λογική του.

Ο άγγελος στην ταινία του Βέντερς εγκαταλείπει τα φτερά του και την πανοπλία του την ανταλλάσσει με  ένα γκροτέσκο πολύχρωμο κουστούμι σε ένα παλιατζίδικο… Είναι πια ορατός.. Κι έπειτα μια μικρή γρατζουνιά και το αίμα του ρέει κόκκινο. Επιτέλους, η ζωή εκεί, ορμητική, επικίνδυνη, αλλά πολύχρωμη. H ζωή η πεπερασμένη, η μοναδική  που θα του ανήκει πια …

Και τα μικρά κορίτσια που  νομίζουν ότι είναι τόσο χρωματιστά, ώστε να αρκεί το άγγιγμά τους για να καταλυθεί η ασπρόμαυρη σκουριά του κόσμου και περιμένουν έναν άγγελο να εγκαταλείψει τα φτερά του για το χατίρι τους. Κοιτάνε ψηλά στον ουρανό κι ελπίζουν ν’ ακούσουν ένα φτερούγισμα…  Μέχρι που καμιά φορά  με πίκρα διαπιστώνουν ότι άγγελοι είναι αυτές οι ίδιες που πεισματικά αρνούνται να ματώσουν και φοράνε ζηλότυπα την πανοπλία τους, ώσπου να έρθει η στιγμή να  νιώσουν  το αίμα τους ζεστό στο χέρι. Έτσι κι αλλιώς, ίσως  το  μόνο που θέλησαν,  το μόνο που είχε σημασία τελικά ήταν να μάθουν αυτό που κανένας άγγελος δεν ξέρει… «Ich weiss jetzt  was kein Angel weiss”

We will always have Casablanca

της Βασιλικής Δραγάτση, Αύγουστος 2020

Δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα για αυτήν την πόλη, ίσως μόνο ότι είναι στο Μαρόκο. Κι όμως την γνωρίζουμε ή μάλλον τις σκιές της. Το φως και τις σκιές, έτσι όπως σκεπάζουν και αποκαλύπτουν πρόσωπα…
Τι είναι μια πόλη – πέρασμα; Τράνζιτο… Το όριο της απελπισίας, το όριο της ελπίδας! Και τι ήταν πραγματικά αυτή η πόλη το 1942; Δεν έχει σημασία. Για μας αυτή η πόλη ζει, υπάρχει, κινείται για πάντα στα σκηνικά του Χόλυγουντ. Η Καζαμπλάνκα δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η Casablanca…
Γνωρίζουμε τους δρόμους της ή μάλλον τις γωνίες της, και πάλι όχι ακριβώς. Ξέρουμε ότι κάποτε για πολύ λίγο έζησαν εκεί πέντε – έξι άνθρωποι. Ζούσαν πολύ περισσότεροι για αιώνες, αλλά για εμάς πάντα θα μετράνε εκείνοι που έζησαν για πολύ λίγο, περαστικοί για μερικούς μήνες ή  για δυο – τρεις μέρες, διάστημα αρκετό, ωστόσο,  για να θρέψουν τη μυθολογία μας.  Ο Ρικ, η Ιλσα, ο Βίκτωρ, ο Λουί, ο Σαμ…
“Sam, I thought I told you never to play…” Η φράση μένει μετέωρη, ο πιανίστας απομακρύνεται και τους αφήνει μόνους (;) στο γεμάτο μπαρ. Το τραγούδι, η απαγόρευση, η ανάμνηση… Κι εμείς ως άλλοι Ρικ έχουμε κλείσει το ραδιόφωνο ή έχουμε φύγει τρέχοντας για να μην ακούσουμε εκείνο το τραγούδι, το ίδιο τραγούδι που έχουμε μάθει απ’ έξω. Και πάντα κάποιος ή κάποια που μας κοιτάζει με υγρά μάτια και ψάχνει εμφατικά στις σκιές μας να δει αν θυμόμαστε. Ναι, θυμόμαστε! Μόνο που για άλλους η ανάμνηση είναι νοσταλγία, αλαζονική επιβεβαίωση, για άλλους ματαίωση, υπενθύμιση μιας συντριπτικής ήττας…
“We will always have Paris”. Εδώ η ανάμνηση ακούγεται σχεδόν παρηγορητική,  μετατρέπεται σε πολύτιμο φορτίο, αυτό που μπορεί να μας κρατήσει στη ζωή, τα «κρυμμένα τιμαλφή μας»…  Η αβεβαιότητα ενός μέλλοντος ενώ μαίνεται ο πόλεμος (κι εδώ η Τέχνη ταυτίζεται με τη ζωή) αίρεται από τη βεβαιότητα ενός κόσμου που υπήρξε και φέρουμε εντός μας… Το Παρίσι είναι, ήταν ο παλιός μας κόσμος, εκεί που ο έρωτας μπορούσε να ανθίσει σε ένα cafe, ακριβώς τη μέρα που έμπαιναν οι Γερμανοί: «Not an easy day to forget. I remember every detail. The Germans wore grey, you wore blue”. Ο Ρικ θυμάται, πάντα θυμάται, μιλάει στην Ιλσα ενώπιον του συζύγου της κι εκείνη χαμογελά αμήχανα. Σαν να της λέει: «Εσύ παίζεις με την ανάμνηση, εγώ όχι». Η συνενοχή τους, απομεινάρι αυτού που κάποτε υπήρξαν ή που θα μπορούσαν να είχαν υπάρξει…
“One day you will understand”, το παιχνίδι που στήνει για να την διώξει. Η θυσία του στο όνομα ενός ανυπέρβλητου χρέους! Ο πόλεμος είναι εκεί, όπως και του καθενός το καθήκον, και εκείνο το μπουκάλι νερό του Vichy πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια… The End… Η απομυθοποιητική σκέψη ότι  ίσως ο Ρικ να έδιωχνε την Ιλσα έτσι κι αλλιώς , ψιθύριζοντάς της “Her’s looking at you, kid”, ξορκίζεται. Δεν θα το μάθουμε ποτέ!

Scroll to top