Edinburgh Festival 2026
Κάθε Αύγουστο το Εδιμβούργο παθαίνει κάτι μεταξύ πολιτιστικής έκρηξης και οργανωμένης παράκρουσης. Θέατρα, αίθουσες, παμπ, υπόγεια, εκκλησίες και χώροι που τον υπόλοιπο χρόνο πιθανότατα δεν θα τολμούσαν να αποκαλέσουν τον εαυτό τους «σκηνή», γεμίζουν παραστάσεις. Και πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι: όταν λέμε «Φεστιβάλ Εδιμβούργου» δεν μιλάμε για ένα φεστιβάλ. Το Edinburgh International Festival, ο μεγάλος θεσμικός πυρήνας της διοργάνωσης, πραγματοποιήθηκε φέτος από τις 7 έως τις 30 Αυγούστου, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Nicola Benedetti. Το σύνθημα ήταν All Rise και το πρόγραμμα περιλάμβανε 147 παραστάσεις από καλλιτέχνες 44 χωρών, με ιδιαίτερη έμφαση φέτος στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις αντιφάσεις τους: ελευθερία και αποκλεισμός, δημιουργικότητα και βία, δημοκρατικός μύθος και πραγματικότητα.
Δίπλα του —ή μάλλον γύρω του, πάνω του και μερικές φορές εναντίον του— υπάρχει το Edinburgh Festival Fringe. Στο τέλος της φετινής διοργάνωσης είχαν καταγραφεί 4.232 διαφορετικές παραγωγές από 77 χώρες, 61.277 παραστάσεις σε 306 χώρους και περισσότερα από 2,8 εκατομμύρια εισιτήρια. Μέσα σε αυτό το πλήθος το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι να βρεις θέατρο. Είναι να αποφασίσεις τι θα αφήσεις απ’ έξω.
Κρατάμε τρεις παραστάσεις. Όχι επειδή μπορούν να αποτελέσουν κάποιο αδιαμφισβήτητο «Top 3» —ευτυχώς το θέατρο δεν είναι πρωτάθλημα— αλλά επειδή γύρω τους συναντήθηκαν μεγάλα ονόματα, ισχυρή κριτική ανταπόκριση και, κυρίως, τρεις πολύ διαφορετικές ιδέες για το τι μπορεί να κάνει σήμερα η σκηνή.
ANGELS IN AMERICA
Ο Ivo van Hove ξαναμπαίνει στην Αμερική από την πίσω πόρτα
Πέντε ώρες. Στα ολλανδικά. Με αγγλικούς υπέρτιτλους. Ελάχιστο σκηνικό. David Bowie. Και ένα έργο που γράφτηκε για την Αμερική της δεκαετίας του 1980 αλλά εξακολουθεί, τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, να αρνείται πεισματικά να γίνει ιστορικό αντικείμενο.
Το Angels in America: A Gay Fantasia on National Themes του Tony Kushner γράφτηκε μέσα στη σκιά της επιδημίας του AIDS, της προεδρίας Reagan και μιας χώρας που μπορούσε να μιλά μεγαλόφωνα για ελευθερία την ώρα που ένα μέρος των πολιτών της πέθαινε μέσα στη σιωπή. Στον πυρήνα του βρίσκονται ο Prior Walter, ο οποίος μαθαίνει ότι έχει AIDS, ο σύντροφός του Louis, το ζευγάρι των Μορμόνων Joe και Harper Pitt και ο πραγματικός Roy Cohn —ο αδίστακτος δικηγόρος και πολιτικός μεσάζων που υπήρξε στενός συνεργάτης του γερουσιαστή McCarthy και αργότερα μέντορας του νεαρού Donald Trump. Άνθρωποι, φαντάσματα, άγγελοι, πολιτική, σεξ, θρησκεία και φόβος ζουν στο ίδιο έργο χωρίς να περιμένουν ευγενικά τη σειρά τους.
Ο Ivo van Hove πρωτοπαρουσίασε τη συγκεκριμένη σκηνοθετική εκδοχή με το τότε Toneelgroep Amsterdam το 2008. Στο Εδιμβούργο επέστρεψε με το Internationaal Theater Amsterdam (ITA), ενώνοντας τα δύο μέρη του έργου, Millennium Approaches και Perestroika, σε μία ενιαία διαδρομή τεσσάρων ωρών και 55 λεπτών. Ο ίδιος ο Kushner έχει χαρακτηρίσει αυτή την εκδοχή αγαπημένη του σκηνική ανάγνωση του έργου.
Ο Jan Versweyveld αφαιρεί σχεδόν τα πάντα από τη σκηνή. Δεν υπάρχει η παραδοσιακή Νέα Υόρκη του 1985, δεν υπάρχει προσπάθεια ρεαλιστικής αναπαράστασης. Το έργο αφήνεται μέσα σε έναν ανοιχτό χώρο, ενώ η μουσική του Bowie εισβάλλει εκεί όπου ένα πιο φρόνιμο θέατρο θα έβαζε αλλαγή σκηνικού.
Και αυτή η αφαίρεση είναι χαρακτηριστική του van Hove. Δεν ενδιαφέρεται να μας δείξει πώς ήταν η Αμερική του AIDS. Τον ενδιαφέρει να αφαιρέσει το προστατευτικό στρώμα της εποχής ώστε να δούμε πόσο λίγα από τα βασικά ερωτήματα του Kushner έχουν πραγματικά τελειώσει.
Ο Hans Kesting ως Roy Cohn βρέθηκε στο κέντρο των περισσότερων επαίνων, με τον Eelco Smits στον ρόλο του Prior. Ο Guardian έδωσε στην παράσταση πέντε αστέρια και χαρακτήρισε τη σκηνοθεσία του van Hove «masterly», επιμένοντας ακριβώς στην παράξενη επικαιρότητα ενός έργου που κοιτάζει την Αμερική του Reagan και καταφέρνει ταυτόχρονα να κοιτάζει την Αμερική στα 250 χρόνια από την ανεξαρτησία της.
Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο ότι ένας διάσημος σκηνοθέτης ξανανεβάζει ένα διάσημο έργο. Αυτό συμβαίνει κάθε βράδυ κάπου στον κόσμο. Βρίσκεται στο ότι μια σκηνοθεσία σχεδόν είκοσι ετών μπορεί να επιστρέψει και να μη φαίνεται παλιά. Μερικές φορές αυτό είναι έπαινος για τον σκηνοθέτη. Μερικές φορές δεν είναι καθόλου έπαινος για τον κόσμο που ζούμε.
A TRIAL – AFTER AN ENEMY OF THE PEOPLE
Ο Ίψεν κάθεται στο εδώλιο
Ο Henrik Ibsen έγραψε τον Εχθρό του λαού το 1882. Ένας γιατρός ανακαλύπτει ότι τα νερά των λουτρών, πάνω στα οποία στηρίζεται η οικονομία μιας ολόκληρης πόλης, είναι μολυσμένα. Προσπαθεί να δημοσιοποιήσει την αλήθεια. Πολύ σύντομα ανακαλύπτει ότι η αλήθεια είναι εξαιρετική ιδέα, μέχρι τη στιγμή που αρχίζει να κοστίζει χρήματα.
Η Βραζιλιάνα σκηνοθέτις Christiane Jatahy δεν ανεβάζει ακριβώς τον Ίψεν. Τον καλεί στο δικαστήριο.
Στο A Trial – after An Enemy of the People, ο Thomas Stockmann έχει μεταφερθεί στη σύγχρονη Βραζιλία και ο Wagner Moura —γνωστός διεθνώς από το Narcos και πλέον ένας από τους σημαντικούς Βραζιλιάνους ηθοποιούς του κινηματογράφου— επιστρέφει στο θέατρο για να τον υποδυθεί. Η συνεργασία Moura–Jatahy είχε μείνει ανεκπλήρωτη για σχεδόν είκοσι χρόνια. Όπως έχει αφηγηθεί η ίδια η σκηνοθέτις, όταν ο Moura είδε μια προηγούμενη δουλειά της στο Λος Άντζελες, της είπε ουσιαστικά: θέλω να επιστρέψω στο θέατρο και θέλω να το κάνω μαζί σου.
Μόνο που εδώ ο ηθοποιός δεν μένει ήσυχος μέσα στον ρόλο του. Ο Moura είναι ταυτόχρονα Stockmann και Wagner Moura. Μπαίνει και βγαίνει από τη μυθοπλασία, σχολιάζει τον άνθρωπο που υποδύεται και αφήνει τον θεατή να αναρωτιέται ποιος ακριβώς μιλά κάθε στιγμή.
Και ύστερα η παράσταση κάνει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: δώδεκα θεατές ανεβαίνουν στη σκηνή και γίνονται ένορκοι. Παραμένουν εκεί για μεγάλο μέρος της παράστασης και στο τέλος καλούνται να αποφασίσουν. Η σκηνή παύει προσωρινά να είναι ασφαλής περιοχή όπου παρατηρούμε τις ηθικές αποφάσεις άλλων ανθρώπων. Κάποιος ζητά τη δική μας.
Η Jatahy δουλεύει εδώ με τα εργαλεία που χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος της δουλειάς της: live video, κινηματογραφημένες μαρτυρίες, πραγματικό χρόνο, θεατρική μυθοπλασία και διαρκή παραβίαση του τέταρτου τοίχου. Η παραγωγή δημιουργήθηκε από τους Jatahy και Moura, με κείμενο των Jatahy, Lucas Paraizo και Moura και αποτέλεσε συμπαραγωγή, μεταξύ άλλων, του Edinburgh International Festival, του Holland Festival και του Festival d’Avignon.
Η κριτική υποδοχή ήταν θερμή, χωρίς να είναι άκριτη. Ο Guardian βρήκε την παράσταση καθηλωτική και πρωτότυπη και επαίνεσε ιδιαίτερα τη σκηνική παρουσία του Moura, αλλά επισήμανε ένα πραγματικό δραματουργικό πρόβλημα: όταν από τη μία πλευρά έχουμε μολυσμένο νερό και από την άλλη οικονομική ζημία στον τουρισμό της πόλης, πόσο αμφίρροπη είναι στ’ αλήθεια η ηθική επιλογή που καλείται να κάνει το δικαστήριο;
Και αυτή ακριβώς η ένσταση κάνει την παράσταση πιο ενδιαφέρουσα για συζήτηση. Το συμμετοχικό θέατρο έχει γίνει πια ολόκληρο μικρό είδος. Μας ψηφίζουν, μας βάζουν στη σκηνή, μας ζητούν να αποφασίσουμε. Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει: μας δίνουν πραγματικά εξουσία ή μας δίνουν απλώς την ευχάριστη αίσθηση ότι την έχουμε;
THE SINGER
Η μουσική δεν χρειάζεται απαραίτητα αυτιά
Σε μια άλλη πλευρά του Εδιμβούργου, μακριά από το μέγεθος των μεγάλων διεθνών παραγωγών, το The Singer έκανε κάτι φαινομενικά πολύ μικρότερο και ίσως πολύ πιο παράξενο.
Ο Joe είναι κωφός καλλιτέχνης. «Τραγουδά» με τα χέρια του, χρησιμοποιεί τη British Sign Language (Βρετανική Νοηματική Γλώσσα – BSL) και βιώνει τη μουσική μέσα από το σώμα, τις δονήσεις και τον ρυθμό. Ο Andy είναι μουσικός που κάποτε πίστευε ότι θα γίνει κάτι περισσότερο και τώρα ψάχνει τρόπο να επιστρέψει. Συναντιούνται. Αρχίζουν να δημιουργούν μαζί. Και, όπως συνήθως συμβαίνει όταν η τέχνη συναντά τη μουσική βιομηχανία, πολύ σύντομα εμφανίζεται το ερώτημα ποιος ακριβώς θα πάρει τον χώρο, την αναγνώριση και το μικρόφωνο.
Το έργο έγραψε και σκηνοθέτησε η Cora Bissett, βασισμένη σε μικρού μήκους ταινία που είχε δημιουργήσει μαζί με τον Jamie Rea. Τον Joe υποδύεται ο ίδιος ο Rea και τον Andy ο Dylan Wood. Η KT Tunstall έγραψε τη μουσική και τα τραγούδια. Η παραγωγή ήταν του Dundee Rep Theatre και της Solar Bear, σε συνεργασία με το Aberdeen Performing Arts, και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Traverse Theatre στο πλαίσιο του Fringe.
Αυτό όμως που κάνει το The Singer ουσιαστικά σύγχρονο δεν είναι το θέμα του. Είναι η φόρμα του.
Η BSL, οι υπέρτιτλοι, η ομιλούμενη γλώσσα, η μουσική και οι δονήσεις δεν έχουν προστεθεί εκ των υστέρων για να γίνει η παράσταση «προσβάσιμη». Είναι το υλικό από το οποίο έχει κατασκευαστεί. Ο κωφός θεατής δεν καλείται απλώς να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση σχεδιασμένη από και για ακούοντες. Η ίδια η παράσταση έχει αλλάξει γλώσσα.
Υπάρχει μια υπέροχη σκηνική ιδέα που περιέγραψε ο Guardian: ο Joe βγάζει τα παπούτσια του για να αισθανθεί καλύτερα τις δονήσεις από το πάτωμα, χρησιμοποιεί ένα SubPac και κάνει τον Andy να ακουμπήσει ολόκληρο το σώμα του πάνω στα ηχεία. «Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να ακούσεις», του λέει. Και ξαφνικά η πρόταση παύει να αφορά μόνο την κώφωση.
Η παράσταση κέρδισε Scotsman Fringe First Award, απέσπασε τέσσερα αστέρια από τον Guardian και σειρά ισχυρών κριτικών, ενώ μετά το Εδιμβούργο συνέχισε περιοδεία στη Σκωτία.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι αλλού. Εδώ η έννοια της «συμπερίληψης», μια λέξη που έχει ταλαιπωρηθεί σχεδόν μέχρι θανάτου σε αιτήσεις επιχορηγήσεων, εταιρικές παρουσιάσεις και πολιτιστικά δελτία Τύπου, αποκτά πραγματική θεατρική συνέπεια. Δεν ζητάμε από έναν διαφορετικό θεατή να προσαρμοστεί στο θέατρο που ήδη έχουμε. Αλλάζουμε το ίδιο το θέατρο.
Τρεις παραστάσεις, λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερη συγγένεια μεταξύ τους. Ένα αμερικανικό έπος του 1991 που επιστρέφει σχεδόν γυμνό στη σκηνή. Ένας Ίψεν του 1882 που μετατρέπεται σε δικαστήριο με ενόρκους από την πλατεία. Και ένα νέο σκωτσέζικο έργο όπου ένας κωφός άνθρωπος μας εξηγεί ότι η μουσική δεν κατοικεί υποχρεωτικά στ’ αυτιά.
Κάπου ανάμεσα στις 4.232 παραγωγές του φετινού Fringe και στους μεγάλους προσκεκλημένους του International Festival, το Εδιμβούργο εξακολουθεί να κάνει αυτό για το οποίο αξίζει να το παρακολουθεί κανείς: δεν μας πληροφορεί ποια θα είναι η επόμενη μόδα στο θέατρο. Μας δείχνει ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκδοχές του θεάτρου και καμία δεν έχει ακόμη κερδίσει οριστικά.
Ευτυχώς.
Looking for the real GoPlus777 site? Found it. goplus777 is the place to be. Enjoy the games and good luck mga boss!
Need to login or register on the Plus777 app? This plus777apploginregister link is super helpful. Register and login in one place!
Been hearing a lot about Plus777asia lately. Gonna give it a shot! Anyone else tried it? Hope the wins are real! Check it out here: plus777asia
Yo fam, ka9gamelogin is where it’s at. Super easy to get logged in and start playing. No hassles, just pure gaming. Get on in at ka9gamelogin.
888vndbet, straight up. A solid choice for betting. The interface is clean and the odds are pretty good. Might just be your lucky site! Place your bets with 888vndbet
MX711club, let me tell ya, it’s got that vibe! Feeling lucky, had some nice wins. See for yourself at mx711club.
Hmm, this makes me think about decision biases. It’s less about luck and more about pattern recognition, like what swertres casino seems to suggest. Need to approach this with careful observation, not just impulse.
Had a huge win last night and the withdrawal was processed almost instantly. Truly a professional platform. Definitely visit phwinjiliph.
Great local experience and the payment methods are very flexible. It feels like they actually understand what players here want. Highly suggest pisokingph.
https://addlinks.pro/SPuah
Simple, fast, and effective. I don’t like overcomplicated sites and this one gets straight to the point. I really like aa444 for its efficiency.
Great local experience and the payment methods are very flexible. It feels like they actually understand what players here want. Highly suggest pisokingph.
Finally found a site that doesn’t lag during peak hours. The login process is seamless and the game variety is top notch. Highly recommended for local players. Visit phskycomlogin now.
The market variance is key; don’t just chase wins. Analyzing true expected value is crucial. For structured play, check out bet100 app casino. Discipline beats gut feeling every time.