The Three Kings

«Οι Τρεις Βασιλιάδες» (The Three Kings)του Stephen Beresford
Σκηνοθεσία: Matthew Warchus
Παίζει: Andrew Scott
Old Vic- In Camera

Αστείο και συγκινητικό, Οι Τρεις Βασιλιάδες διαπραγματεύονται τη σχέση γιου και πατέρα που απουσιάζει. Εκεί που η «απουσία» και η «απόσταση» είναι το βασικό θέμα του έργου, η απόσταση της διαδικτυακής προβολής αποτελεί σκηνοθετικό εύρημα: η οθόνη δεν έχει τίποτα από τη ζεστασιά της θεατρικής δράσης σε πραγματικό χώρο και χρόνο επιβεβαιώνοντας τη θεματική του έργου.
Διθυραμβικές η κριτικές για την ερμηνεία του Andrew Scott, ο οποίος έφερε όλους τους χαρακτήρες στη σκηνή! Ή μάλλον στην οθόνη. «Απέδωσε όλες τις ειρωνικές αποχρώσεις του έργου με χιούμορ και έδωσε πανανθρώπινο χαρακτήρα στα συναισθήματα» είπαν γι’ αυτόν οι Los Angeles Times.
Ευτυχώς αυτός ο μονόλογος υπόσχεται να επιστρέψει…

Beat the Devil

Beat the Devil ένας αυτοβιογραφικός μονόλογος από τον David Hare
Σκηνοθεσία: Nicholas Hunter
Παίζει: Ralph Fiennes
Bridge Theatre

Την τιμητική τους φυσικά έχουν και τα πρωτότυπα έργα με θέμα τον ίδιο τον  covid-19. “Όλα έχουν γεύση αποβλήτων» μοιρολογεί ο Ralph Fiennes κατά τη διάρκεια του έργου. Μια κυριολεξία στα συμπτώματα του covid-19 και την απώλεια γεύσης και μια μεταφορά για την κρίση της πανδημίας και την αντιμετώπισή της από τη Βρετανική Κυβέρνηση.
Μια καυστική αυτοβιογραφική διήγηση ετοίμασε ο David Hare για το πώς βίωσε την ασθένεια του covid-19 στην Αγγλία του Μπ. Τζόνσον. Η δεικτική στάση του απέναντι στους πολιτικούς δεν είναι κάτι το καινοτόμο. Αυτό που κάνει το έργο του ξεχωριστό είναι ότι αποκαλύπτει τα λάθη που έγιναν στη διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση της Αγγλίας με έναν χιουμοριστικό τρόπο και μέσα από το προσωπικό του βίωμα. Κάποιοι το χαρακτήρισαν διδακτικό αλλά οι 250, αντί για 900 λόγω των μέτρων, θεατές του θεάτρου Bridge δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν το γέλιο τους.
Ταυτόχρονα ο  Ralph Fiennes απέδωσε τέλεια τη γκρινιάρικη μοιρολατρία του Hare μαζί με την πολιτική οργή και τη σύγχυσή του γύρω από τη νέα αυτή αρρώστια. Ενσαρκώνει το μέσο αστό που εγκλωβίστηκε σε μία παντελώς μη παραγωγική – άχρηστη οργή εξαιτίας ενός ιού που του πήρε σε μία νύχτα την ανεξαρτησία του και τα ψήγματα εμπιστοσύνης που του είχαν απομείνει στη κυβέρνηση του τόπου του.
Έτσι στο Beat the Devil,  ο μονόλογος γίνεται ένας συλλογικός επίλογος και το προσωπικό γίνεται πολιτικό.

Buyer and Cellar

Buyer and Cellar του Jonathan Tolins
Σκηνοθεσία: Stephen Brackett
Ψηφιακή Σκηνοθεσία: Nic Cory
Σκηνοθεσία Live Streaming: Paul Wontorek
Παίζει: Michael Urie

Δεν άργησαν εν μέσω καραντίνας να κάνουν την εμφάνισή τους οι μονόλογοι από το σπίτι. Ικανοποιώντας την ανάγκη των ανθρώπων να κοιτούν μέσα από την κλειδαρότρυπα των άλλων μέσα στην απομόνωση της καραντίνας, ο Michael Urie επανέφερε τον Απρίλιο που μας πέρασε, σε μία γωνιά του σπιτιού του, έναν μονόλογο που είχε παρουσιάσει 7 χρόνια πριν στο θέατρο Rattlestick! Ένα μαγαζί για να πουλάει πράγματα … στον εαυτό της, στο υπόγειο της Μπάρμπαρα Στρέιζαντ ήταν η έμπνευση για τον συγγραφέα του έργου,  Jonathan Tolins, ο οποίος και τοποθέτησε στο μαγαζί της Στρέιζαντ έναν υπάλληλο. Το αμερικάνικο όνειρο και η ζωή των σελέμπριτι έκανε το διαδικτυακό έργο να σκίσει μέσα στην καραντίνα και να μαζέψει αρκετά χρήματα για φιλανθρωπικό σκοπό

 

Οι ΜΟΝΟλογοι στα χρόνια της αποΜΟΝΩσης

Ερευνα-επιλογή- επιμέλεια αφιερώματος : Αθηνά Χατζηαθανασίου

Στα χρόνια που η ανθρώπινη επαφή έχει “ποινικοποιηθεί” και διαφεντεύει η απομόνωση και οι κοινωνικές αποστάσεις, το θέατρο, αντανακλώντας το παράξενο αυτό κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν μπορούσε παρά να προσαρμοστεί. Εκεί όπου το “μόνος” κερδίζει το “μαζί”, οι μονό-λογοι παίρνουν φόρα και κατατροπώνουν τους μεγάλους θιάσους.


Οι θεατρικοί μονόλογοι είναι τάση παγκοσμίως. Ή μάλλον η πρώτη και αυτονόητη αντίδραση σε ασαφείς και πρωτοφανείς κοινωνικές απαιτήσεις όπως “Μένουμε Σπίτι” ή “Απόσταση 1,5 μέτρο” ή εκείνο το άλλο το “Μην αγγίζετε” το οποίο υπογραμμίζει την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και κάνει τη συν-ύπαρξη δύσκολη ή και ακατόρθωτη. “Ε με σκάσατε! Θα το κάνω μόνος μου επιτέλους!”, λέει ο ταλαίπωρος από τις κοινωνικές αντιφάσεις ηθοποιός.
Κι έπειτα είναι κι εκείνη η αβεβαιότητα που ρίχνει στάχτη στις εμπορικές προβλέψεις των θεατρικών παραγωγών κάνοντάς τες να μοιάζουν περισσότερο… αστρολογικές. Κι έτσι, μη έχοντας πουθενά να βασιστούν, οι θεατρικοί παραγωγοί παίζουν την παρτίδα με ασφάλεια επενδύοντας σε παραγωγές με μικρές οικονομικές απαιτήσεις.
Zoom, Live – streaming, μειωμένοι θεατές, απ’ όλα έχει ο θεατρικός μπαξές της πανδημίας με έναν και ΜΟΝΟ άνθρωπο να ΜΟΝΟλογεί επί σκηνής.  Ή από το σπίτι του. Ή απ’ όπου θέλει τέλος πάντων.

Lovers Rock του Steve McQueen

Ο Steve McQueen δημιούργησε για το BBC μία σειρά ταινιών οι οποίες αναμένεται να προβληθούν τον Νοέμβριο. Μία, λοιπόν, εξ’ αυτών βρήκε το φεστιβαλικό της σπίτι στο London Film Festival. Οι πρώτες κριτικές, μιλούν για μια καθόλα υπνωτιστική εμπειρία όπου μπλέκονται ατέλειωτες σεκάνς χορού με σκηνές ελεύθερου έρωτα και στιγμές βίας. Μια ταινία για όλα εκείνα τα Σαββατόβραδα που μας υποσχέθηκαν ότι δεν θα τελειώσουν ποτέ.

LIMBO του Ben Sharrock

O Βρετανός Ben Sharrock στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το πολυβραβευμένο Pikadero μας αφηγείται, αυτή την φορά, την ιστορία ενός νεαρού Σύριου μουσικού. Ο Ομάρ, λοιπόν, βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο νησί της Σκωτίας ,μακριά από την μουσική του και από την οικογένεια του, περιμένοντας να εγκριθεί η αίτηση ασύλου που έχει καταθέσει. Κι εμείς, σύμφωνα με τις κριτικές, αναμένουμε μια ευαίσθητη κωμικοτραγική ματιά-αλά Άκι Καουρισμάκι- πάνω στο σκληρό πρόσωπο της ανθρωπιστικής κρίσης.

Never Gonna Snow Again της Malgorata Szumowska

Με υποψηφιότητες και βραβεία σε σημαντικά κινηματογραφικά φεστιβάλ η Malgorata Szumowska παρουσιάζει την, υποψήφια για Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, ιστορία ενός Ρώσου μασέρ που αναδεικνύεται σε «πνευματικό γκουρού» μιας ομάδας εύπορων αστών πελατών του. Οι κριτικοί μιλάνε για μία από τις πλέον weird ταινίες της χρονιάς, ικανή να αποκτήσει φανατικούς εχθρούς αλλά και θαυμαστές. Εμείς ξανά-θυμόμαστε τις υπέροχες σάτιρες των απανταχού αστικών κοινωνιών του Λουί Μπουνιουέλ και ανυπομονούμε.

Days του Ming-Liang Tsai

O Ming-Liang Tsai με καταγωγή από την Μαλαισία και γνωστός θαμώνας των απανταχού κινηματογραφικών φεστιβάλ εδώ και πάνω από 20 έτη, επανέρχεται με την υποψήφια για Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου ταινία του, «Days».  Με το γνώριμο αισθητικό και κινηματογραφικό του στυλ της αργής αφήγησης και των στατικών πλάνων βασίζεται εδώ σε μια τυχαία γνωριμία δύο ανδρών για να αποτυπώσει την αστική μοναξιά σε μια ιστορία φτιαγμένη από 46, μόνο, διαφορετικά πλάνα. Ένα σινεφιλικό πείραμα ικανό

Mogul Mogwli του Bassam Tariq

Ερχόμενος με φόρα από το Βερολίνο όπου κέρδισε το βραβείο FIPRESCI στο Panorama του Φεστιβάλ, ο Bassam Tariq προσγειώνεται στο Λονδίνο με την ιστορία ενός Βρετανού ράπερ με πακιστανική καταγωγή. Ο Tariq θα πιάσει το νήμα της ιστορίας του από την στιγμή όπου η μουσική καριέρα του Zed δείχνει επιτέλους να του χαμογελάει και να του χαρίζει την πρώτη μεγάλη του περιοδεία. Ένα, όμως, αυτοάνοσο νόσημα θα σημάνει το τέλος της περιοδείας και της πιθανότητας μιας λαμπρής καλλιτεχνικής πορείας. Οι πρώτες κριτικές μιλάνε για μια μαύρη κωμωδία που ξέρει να κοιτάζει κατάματα την ίδια της την δραματική θεματολογία απορρίπτοντας εύκολους και αναίτιους μελοδραματισμούς. Αλλά και για μια σαρωτική ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή της, RizAhmed.

LONDON FILM FESTIVAL-BFI, ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Το αφιέρωμα  εξ΄ολοκλήρου επιμελήθηκε η Σοφία Γουργουλιάνη

To London Film Festival δείχνει να βρίσκει, σε δύσκολες εποχές, την χρυσή τομή ανάμεσα στην ασφάλεια συντελεστών και κοινού και στην ανάγκη για διατήρηση της μαγείας της κινηματογραφικής αίθουσας. Έτσι, προσφέρει ένα μεγάλο μέρος των ταινιών των διαφορετικών τμημάτων του σε online προβολές, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τις δια ζώσης προβολές.  Εξασφαλίζει,όμως, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την τήρηση των αναγκαίων αποστάσεων αυξάνοντας τον αριθμό των αιθουσών, αλλά και των πόλεων στις οποίες πραγματοποιούνταιοι προβολές. Κάνει πράξη, με τον τρόπο αυτό, τόσο την ενεργή στήριξη στην ύπαρξη της τέχνης ως πράξης κοινωνικής αλλά και την αναγκαία αποκέντρωση των καλλιτεχνικών δράσεων, εξασφαλίζοντας προβολές σε μια σειρά πόλεων και εκτός Λονδίνου. Ανοίγοντας, λοιπόν, την αυλαία μιας φεστιβαλικής και κινηματογραφικής σεζόν, που πολλοί έσπευσαν να την «πεθάνουν» πριν ακόμα γεννηθεί, το London Film Festival μας χαρίζει –πέρα από την αναγκαία αισιοδοξία- και μια πρόγευση του σινεφιλικού μας χειμώνα.

Το καλοκαίρι αυτό είναι παρελθόν και οι κινηματογραφικές αίθουσες έχουν μάθει χρονιά τώρα να περνούν τα καλοκαίρια μόνες. Βάζουν συχνά στις ίδιες τους τις μεγάλες οθόνες τις αγαπημένες τους ταινίες και τις βλέπουν ξανά και ξανά μέχρι να περάσει το δύσκολο καλοκαίρι. Τα βελούδινα καθίσματα σκάνε από την ζέστη και τα χαλιά στο πάτωμα προσπαθούν μάταια να δροσιστούν. Ξέρουν, όμως, ότι μαζί με τα πρώτα δροσερά πρωινά επιστρέφετε εσείς. Κι επιστρέφουμε κι εμείς. Και μαζί με σας, και μαζί με μας, οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι ,κι εκείνες, έτοιμες να βρουν τις νέες αγαπημένες τους ταινίες. Είναι έτοιμες να χαμογελούν όταν φιλιόμαστε στα σκοτεινά, να δυσανασχετούν όταν αργούμε. Και όταν γελάμε, να γελάνε κι αυτές. Ας μην τις προδώσουμε.

Scroll to top