Antonin Artaud και το θέατρο της σκληρότητας

Η τρικυμιώδης ζωή, που χάρισε στη θεωρία του σύγχρονου θεάτρου μια μεγάλη κληρονομιά.

Ο Artaud γεννήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας το 1896. Ήταν ένα από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του. Η μητέρα του είχε άλλες τέσσερις αποτυχημένες εγκυμοσύνες και δυο από τα αδέλφια του δυστυχώς έχασαν τη ζωή τους σε παιδική ηλικία. Ο ίδιος ο Artaud σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών πέρασε μια βαριά αρρώστια που επιβίωσε, όμως τον άφησε με εύθραυστη υγεία. Αργότερα αντιμετώπισε μια σειρά καταθλιπτικών επεισοδίων, και πέρασε μέρος της εφηβείας του σε σανατόριο. Μπήκε στο γαλλικό στρατό, αλλά αποστρατεύτηκε επειδή υπνοβατούσε.

Στη συνέχεια ο Artaud ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον σουρρεαλισμό. Οι σουρρεαλιστές όμως κατέληξαν να τον απορρίψουν, καθώς ο ίδιος δε δέχτηκε να αποκηρύξει το θέατρο ως μια μπουρζουά εμπορική μορφή τέχνης. Ο Artaud τότε άρχισε να ταξιδεύει τον κόσμο, ενώ παράλληλα είχε μια δύσκολη ζωή, με βαριές καταχρήσεις. Λόγω μιας σειράς ψυχωτικών επεισοδίων κατέληξε σε ένα σανατόριο, όπου ήταν αναγκασμένος να κάνει θεραπεία με ηλεκτροσόκ. Τελικά, πέθανε από καρκίνο το 1948.

Όμως η ταραχώδης ζωή του, δεν τον εμπόδισε από το να συλλάβει και να καταγράψει ιδέες που έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν τη σύγχρονη δραματουργία και θεωρία του θεάτρου. Μεταξύ πολλών και τη δουλειά των Jean Genet, Samuel Beckett, Peter Brook, Jerzy Grotowski, καθώς και τη θρυλική ομάδα The Living Theater, της Νέας Υόρκης – την πρώτη πειραματική εταιρεία θεάτρου στις ΗΠΑ.

Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, στο θέατρο κυριαρχούσε ο νατουραλισμός και το αστικό δράμα. Έτσι ο Artaud, ορμώμενος από τις σουρρεαλιστικές του επιρροές, ήρθε να υπενθυμίσει πως το θέατρο έχει τις ρίζες του βαθιά μέσα στο μύθο, την τελετουργία και τη μαγεία. Πίστευε πως o ρεαλισμός και το τετριμμένο είχαν αρχίσει να καταβροχθίζουν τους ανθρώπους, και πως η τέχνη και το θέατρο – ως καθαρή δημιουργία – οφείλουν να προσφέρουν έναν ‘μαγικό εξορκισμό’, καθώς τον αποκαλεί, που θα βοηθήσει τους ανθρώπους να απεγκλωβιστούν από την ασφυκτική σφαίρα της κανονικότητας και του καθημερινού. Με το μανιφέστο του για το θέατρο της σκληρότητας, υποστηρίζει πως ο σκοπός του θεάτρου είναι να αφυπνίσει τον άνθρωπο ώστε να εντάξει στη ζωή του τη μαγεία, τη μεταφυσικότητα, την ποίηση.

Όλα ξεκίνησαν το 1931, όταν ο Artaud παρακολούθησε μια ομάδα χορευτών από το Μπαλί, να παρουσιάζουν στο Παρίσι ένα θέαμα που συνδύαζε το τραγούδι, το χορό και την παντομίμα, μέσα από ένα τελετουργικό και παραισθητικό πρίσμα τρόμου. Ένα θέαμα που θόλωνε τις γραμμές ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Αυτό το θέαμα ήταν που πυροδότησε την ιδέα του Artaud για το θέατρο της σκληρότητας, και πάνω στην οποία βασίστηκε το βιβλίο του ‘Το θέατρο και το είδωλό του’ (Le theatre et son double, 1938).

Το θέατρο της σκληρότητας (theatre of cruelty) ορίζεται από τον Artaud σαν ένα θέαμα, πέρα από τη λογική και τον λόγο. Ένα θέαμα όπου ΄βίαιες εικόνες συντρίβουν και υπνωτίζουν τη λογική του θεατή, που γραπώνεται από το θέατρο σαν από έναν ανεμοστρόβιλο υψηλότερων δυνάμεων΄. Ο Artaud δεν εννοούσε απαραίτητα τη σωματική βία, αλλά την πηγαία παρόρμηση, την αιφνίδια – σχεδόν αντανακλαστική – ορμή για δράση, που γεννάει ένα έργο. Ο Artaud βάζει το θέαμα και τα mise-en-scène (=π.χ. φωτισμούς, κοστούμια, σκηνικά αντικείμενα, σκηνογραφία) πάνω από το κείμενο, αλλά ταυτόχρονα απορρίπτει τη σκηνογραφία και τα σκηνικά αντικείμενα. Έτσι, η εστίαση παραμένει πάνω στον ηθοποιό, ενώ η επιφόρτιση του θεατή ενισχύεται με έντονη χρήση των φωτισμών, υπερβολικά κοστούμια, καθώς και δυνατούς, απότομους ήχους.

Κάθε έργο ξεγυμνώνεται από το κείμενό του, οι χαρακτήρες αποδομούνται και η πλοκή κατακερματίζεται. Ο Artaud οραματίστηκε ένα θέατρο όπου οι θεατές τοποθετούνται στο κέντρο ενός μη θεατρικού χώρου (π.χ. μια μεγάλη αποθήκη ή ένα εργοστάσιο), ενόσω η δράση εκτυλίσσεται γύρω τους σε διαφορετικούς, σαφώς ορισμένους, σκηνικούς χώρους. Καθώς αναφέρει και ο ίδιος στο μανιφέστο του: ‘Η δράση θα ξετυλίγεται σε όλα τα επίπεδα και προς όλες τις διευθύνσεις της προοπτικής, σε ύψος και σε βάθος’. Το θέατρο της σκληρότητας βασίζεται στην ιδέα πως ωμές ‘επιθέσεις’ στο ένστικτο του θεατή, μπορούν να τον φέρουν σε μια ευάλωτη κατάσταση, η οποία τον βοηθά να μυηθεί στη μαγεία του θεάτρου, αγνοώντας κοινωνικά φίλτρα και περιορισμούς.

Το θέατρο και το είδωλό του. Όμως, τί εννοεί ως είδωλο ο Artaud; Αν και δεν ορίζεται σαφώς στις εκθέσεις και επιστολές του, μάλλον το είδωλο του θεάτρου είναι τελικά η ίδια η ζωή. Ή μάλλον η νέα ζωή, νέα πραγματικότητα και αντίληψη, στην οποία το θέατρο μπορεί να μας μυήσει, αν εμείς καταφέρουμε να αφεθούμε αληθινά

 

Ενδιαφέρεται το Hollywood για την φτώχεια;

Με τον εθνικό μας μικρόκοσμο να μας προ(σ)καλεί συχνά σε κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα και με την Ευρώπη να μοιάζει γηραιότερη από ποτέ και οικονομικά θνήσκουσα, η Αμερική μοιάζει να προσφέρει ,ακόμη, απλόχερα μια κραταιά γκλαμουριά που ,ως άλλη σειρήνα, επιχειρεί να δημιουργήσει μία ακόμα γενιά ονειροπόλων -πλην απογοητευμένων- γκάσταρμπάιτερ.

Παράλληλα το Hollywood θέλγεται -ακόμα- από το American Dream, πλασάροντας την Αμερική ως πατρίδα της αξιοκρατίας και της ανταμοιβής της προσωπικής εργασίας και ευθύνης με πακτωλούς χρημάτων. Όσο, όμως, οι αστοί, ξανθοί Αμερικάνοι του Hollywood, με τα ροδαλά τους μάγουλα απολαμβάνουν φρυγανισμένα ψωμάκια τις Κυριακές και νουντλς κάθε Σάββατο βράδυ, η αθέατη πλευρά της οικονομικής ανέχειας θιγόταν ανεπανόρθωτα και ανηλεώς από τις πολιτικές του πρώην πλανητάρχη. Ενός Donald Trump που χωρίς αίσθημα ενοχής κι αισχύνης, έκοβε τα επιδόματα σίτισης και πλάσαρε στην θέση τους συμφωνίες εκατομμύριων με εταιρίες παραγωγής μακαρονιών και κονσερβών, εν είδει κοινωνικής παροχής. Ταυτόχρονα, το Hollywood έμοιαζε ,έως το 2017, να αυνανίζεται αυτάρεσκα και αχαλίνωτα με την ίδια του την -αυτονόητη- γοητεία. Το φαινόμενο, μάλιστα, δεν αποτελεί προνόμιο και καινοτομία του 21ου αιώνα, αλλά απόλυτη συνέχεια της χολιγουντιανής κινηματογραφικής «πολιτικής» που θέλει μόλις 299 αμερικάνικες ταινίες από το 1902 έως το 2015 να θίγουν τα ζητήματα της φτώχειας και της αστεγίας.

Από το 2017, όμως, οι κινηματογραφικές φωνές που μοιάζουν να ανοίγουν διάπλατα τα μάτια τους απέναντι στο φαινόμενο της φτώχειας έχουν ξαφνικά πληθύνει. Το 2017, λοιπόν, έκανε δειλά την αρχή με 5 ταινίες που έθιγαν το, μέχρι πρότινος, ταμπού της οικονομικής ανέχειας. Παρόλο το κινηματογραφικό zoom στην φτώχεια, κάποιες εξ’ αυτών των ταινιών όπως το «Το ίδιο διαφορετικός με μένα» ή το ντοκιμαντέρ «I am another you» αντιμετώπιζαν, ακόμα, την φτώχεια ως μέσο εξιλέωσης κι εξαγνισμού του πλούτου ή ως αυτονόητη κι αναμενόμενη κοινωνική κατάληξη του μικρού και του τρελού. Όμως, το 2017, την θέση του στις σκοτεινές αίθουσες βρήκε το «The Florida Project» αποτελώντας το ισχυρό εναρκτήριο λάκτισμα για το ηχηρό κινηματογραφικό τσουνάμι που ακολούθησε.

Το «The Florida Project» του Sean Baker αφηγούμενο την σκληρή πραγματικότητα της ζωής σε φθηνά μοτέλ μερικά χιλιόμετρα από την Disneyland του Ορλάντο, έβγαλε στην κινηματογραφική επιφάνεια το υπαρκτό ζήτημα της φτώχειας στις ΗΠΑ. Και βρίσκοντας διανομή σε περίπου 50 διαφορετικές χώρες, αποτέλεσε άξιο πρεσβευτή και ηχηρό ταξιδευτή του ζητήματος σε κάθε -σχεδόν- γωνιά του κόσμου. Αν και το «The Florida Project» αποτέλεσε κατά κύριο λόγο φεστιβαλικό και όχι mainstream hit του 2017, το 2018 η ταινία «Κλέφτες Καταστημάτων» του Hirokazu Koreeda έφυγε από το φεστιβάλ των Καννών με τον Χρυσό Φοίνικα και έφτασε, τελικά, μέχρι και την υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στα βραβεία του 2019. Κι αν, εδώ, πρωταγωνίστρια δεν είναι η εγχώρια Αμερικάνικη φτώχεια, πρόκειται για μια ταινία που αντιμετωπίζει την ανέχεια με τρυφερότητα και την απομακρύνει απόλυτα από οποιαδήποτε στερεότυπα περί προσωπικών ευθυνών κι επιλογών. Και δεν παύει, φυσικά, με την αναγνώριση της από τα βραβεία Όσκαρ να φέρνει το ζήτημα εντός Αμερικανικής έδρας και κινηματογραφικής πραγματικότητας. Το μεγάλο βέβαια κινηματογραφικό μπαμ έγινε στα περσινά βραβεία Όσκαρ με τα περιβόητα πλέον «Παράσιτα» του Bong Joon Ho να εκπλήσσουν την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα και να αποχωρούν από τα Όσκαρ με 4 βραβεία ως διαχρονική κινηματογραφική παρακαταθήκη. Μια ταινία, λοιπόν, που βροντοφωνάζει τον ταξικό πόλεμο που προκαλεί η απόλυτη ανικανότητα κοινωνικής κινητικότητας, κατάφερε να αποσπάσει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας καταφέρνοντας παράλληλα μία μικρή επανάσταση στο, μέχρι πρότινος, άβατο της Χολιγουντιανής «ομορφιάς».

Το 2021, λοιπόν, με τις πανδημίες του και τις σκληρές του στιγμές, μοιάζει να ανταμείβει με τα μεγάλα του κινηματογραφικά βραβεία μια ιστορία φτώχειας που δεν προέρχεται από καμία Ασία ή Αφρική, αλλά από την ίδια την πατρίδα του αμερικάνικου ονείρου, τις ΗΠΑ. To Nomadland, αφηγούμενο την ιστορία μίας σύγχρονης νομάδας, από ανάγκη κι όχι από επιλογή, μοιάζει φέτος ικανό να διεμβολίσει, με την τρυφερότητα και τον ωμό ρεαλισμό του, την πλασματική χολιγουντιανή εικόνα της αέναης ευημερίας. Κι αν η περίφημη Ακαδημία δεν προσφέρει αφειδώς βραβεία στην ταινία της Chloe Zhao, η αναγνώριση του κινηματογραφικού, αυτού, ταξιδιού στην αθέατη πλευρά της Αμερικής θα μείνει στην ιστορία ως μικρή νίκη και κινηματογραφική κληρονομιά.

Η απορία, όμως, που αφήνει ακόμα τα στόματα ορθάνοιχτα και τα βραβεία μετέωρα είναι η διατήρηση ή μη της ορμητικής ένταξης της φτώχειας στον κινηματογραφικό διάλογο στην μετα-πανδημική εποχή. Αν, λοιπόν, εδώ τα σημαντικά φεστιβαλικά βραβεία είναι η μοναδική μαγική σφαίρα που -εν είδει μέντιουμ- επιχειρεί να προβλέψει το μέλλον, το Φεστιβάλ του Sundance δείχνει πως η εισβολή αυτή της φτώχειας δεν είναι ένα παροδικό hipster trend αλλά ένα ουσιαστικό σχόλιο. Βραβεύοντας, λοιπόν, το φεστιβάλ, την ταινία της Sian Heder «CODA», την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας και μοναδικού μέλους μιας οικογένειας κωφών που έχει ακοή, δείχνει το δρόμο για ένα Hollywood που έχει πια βρει το δρόμο και τα καλλιτεχνικά μέσα να γκρεμίσει το American dream και να μας ταξιδέψει σε δρόμους συχνά αθέατους αλλά απόλυτα σκληρούς και υπαρκτούς. 

Ίσως η απόλυτη απαξίωση του Trump στην οικονομική ανέχεια με δηλώσεις όπως «μόνο οι χοντροί φτωχοί διαμαρτύρονται για τις πολιτικές της κυβέρνησης για την φτώχεια» ή «δεν θέλω να βρίσκονται φτωχοί σε κυβερνητικά πόστα», να βοήθησαν το Hollywood να αρθρώσει ηχηρό και προοδευτικό λόγο απέναντι στην κοινωνική αδικία. Κι ίσως η απουσία ελπίδας για ουσιαστική αλλαγή των κοινωνικών πολιτικών να αποτελέσει έναυσμα για την όλο και μεγαλύτερη παρουσία του κόσμου αυτού στις μεγάλες οθόνες. Κι αν, τελικά, η τέχνη μιμείται τη ζωή, τότε ίσως η μιμητική αυτή τάση να βρει οπαδούς και εντός της αμερικανικής αστικής ζωής και να καλέσει σε κύματα και κινήματα συμπαράστασης ικανά να παρασύρουν στο κοινωνικό πέρασμα τους καθεστηκυίες αντιλήψεις και κυβερνητικές στάσεις.  

Παρίσι-Les Deux Magots, Café de la Paix και τόσα άλλα

Σοφία Γουργουλιάννη

La Closerie des Lilas,
171 Boulevard du Montparnasse

Les Deux Magots
6 Place Saint-Germain des Prés, 75006 Paris, France

Café de la Paix
12, Blvd des Capucines (δεξιά όχθη)

Αν η λογοτεχνία της κάθε εποχής διαθέτει τη δική της δημιουργική πατρίδα, τότε αυτή του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου είχε βρει το δικό της σπίτι στις δύο όχθες του ποταμού Σηκουάνα.

Η ταξιδιάρα, λοιπόν, ψυχή aka Ernest Hemingway έκανε μια εξάχρονη στάση στο Παρίσι για ρομαντζάδες, έρωτες, τεκνοποιία και κολλητή παρέα με κάποιον Picasso, Sesan ή Sartre. Μια εξάχρονη στάση που σημαδεύτηκε από καφέδες και κυρίως αλκοόλ στα περίφημα La Closerie des Lilas, Les Deux Magots και Le Grand Café Capucines. Τα καφέ αυτά προσφέρουν μέχρι σήμερα grand café, tarines και ουίσκι. Ενώ τα φαντάσματα των Hemingay και Sartre δεν έχουν ποτέ εγκαταλείψει τους τέσσερις παρισινούς τοίχους και την παριζιάνικη φιέστα τους. Αν η ρομαντική ερωτιάρα φύση του Oscar Wilde βρίσκεται πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία σας, τότε στο Café de la Paix θα βρείτε το αντισυμβατικό, εκλεκτό κι εκλεκτικό γούστο ενός, ελεύθερου ,τότε, από τα βρετανικά δεσμά του, Oscar Wilde.

Café de la Paix

Ενα επαναστατικό θεατρικό έργο του Γεωργίου Λασσάνη-ΕΛΛΑΣ

Γνήσιο τέκνο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού  το θεατρικό έργο του Γεωργίου Λασσάνη Ελλάς, παρουσιάστηκε από τον Ελληνικό θίασο, στο θέατρο της Οδησσού, στις 15 Φεβρουαρίου του 1819, με τον ίδιο τον Λασσάνη στο ρόλο του Περιηγητή και τους Γεώργιο Αβραμιώτη και Σπυρίδωνα Δρακούλη, που έπεσε ηρωικά στο Δραγατσάνι, στους άλλους ρόλους.

Η Ελλάς τυπώθηκε ψευδώνυμα και είναι αφιερωμένη στο Ρήγα Βελεστινλή και στους «μετ’ αυτού υπέρ πατρίδος κλεινώς αποθανόντας». Το ψευδώνυμο του Λασσάνη, ΓοργίδαςΛυσανίου, δεν είναι μόνο ένας αρχαιοπρεπής αναγραμματισμός του ονόματός του, αλλά και ένα κρυπτογράφημα που καλύπτει την επαναστατική του δράση.  Πιο συγκεκριμένα τις ακούραστές προσπάθειές που κατέβαλλε στην Οδησσό για την συγκρότηση του Ιερού Λόχου, που πολέμησε ηρωικά στο Δραγατσάνι, αφού ο Γοργίδας ήταν ο δημιουργός του αρχαίου Θηβαϊκού Ιερού Λόχου που πολέμησε εναντίον των τυράννων της πατρίδας του. Έτσι κατόρθωσε, όχι μόνο να συνδέσει το αρχαίο παρελθόν  με το παρόν σε μια ενιαία σημασιοδοτική και ιστορική ενότητα, αλλά να απευθύνει συνάμα, μια κρυπτική έκκληση προς τους συμπατριώτες του να συστρατευθούν μαζί του πυκνώνοντας τις τάξεις του επαναστατικού στρατού. Η γνώση του αρχαίου παρελθόντος στο έργο δεν είναι μια γνώση στείρα , αλλά μια άμεση ηθική και παιδευτική λειτουργία. Είναι η ζωντανή  εθνική κληρονομιά  και δρα πολιτικά.

Περισσότερο ιδεολογικό και επαναστατικό μανιφέστο, με επίκεντρο την Ελλάδα παρελθοντική, παροντική και μέλλουσα, παρά θεατρικό έργο η Ελλάς, διεγήρει, με τις αλληγορικές μορφές της και τον κρυπτικό δραματικό διάλογό του, τον πατριωτισμό, ξυπνά το αίσθημα της αυτοθυσίας και συνυφαίνει, με τέλεια αποτελεσματικότητα, την παλιά με την νέα Ελλάδα που θα προκύψει από την επανάσταση, εκφράζοντας έτσι, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θεατρικό έργο, το πνεύμα της εποχής.

Το έργο είναι γραμμένο σε πεζό λόγο, αποτελείται από τρεις σκηνές, έχει συνολικά 579 αράδες, ενώ τη  Β΄ σκηνή την κλείνουν  33 ανομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι.

Η δράση εκτυλίσσεται νύχτα στον Αρειο Πάγο, που είναι γεμάτος από ερείπια και αγάλματα.  Ένα ρομαντικό σκηνικό που λειτουργεί όμως πολιτικά και εθνικά ζωντανεύοντας το μεγαλείο του παρελθόντος, όχι ως μουσειακή αναπαλαίωση, αλλά  ως παρότρυνση  και έμπνευση για το μέλλον.

Στην Α΄ σκηνή, στην οποία επικρατεί σκότος  εμφανίζεται,  ψηλαφών με τας χείρας, καραβοτσακισμένος ένας Ρώσος Περιηγητής, που είναι λάτρης της ελληνική παιδείας και του αρχαίου πολιτισμού. Είναι ζαλισμένος και δεν ξέρει που βρίκεται.

Στη Β΄ σκηνή, που είναι και το κύριο μέρος του έργο, η Ελλάς εξέρχεται από το σπήλαιο όπου την έχουν φυλακισμένη οι εχθροί της, ημίγυμνος, κατατραυματισμένη, με την κόμην λυτην,χείρας καιπόδας αλυσοδεμένη, με έναν πυρσό στο χέρι και  διεκτραγωδεί στον Περιηγητή τα βάσανά της και τους εξευτελισμούς που υποφέρει από του τυράννους της, και αρχίζει να ξεναγεί τον ξένο στην ιστορία της.  Παρουσιάζει τα ένδοξα τέκνα της, τους νομοθέτες του φιλοσόφους του πολιτικούς τους στρατιωτικούς και τους ρήτορες τους τυραννοκτόνους.

 Η Ελλάδα δεν περιμένει βοήθεια από τους ξένους, αλλά στηρίζεται στα παιδιά της που αγωνίζονται για την αναστήσουν διαδίδοντας τα φώτα της παιδείας, δημιουργώντας  σχολεία, βιβλιοθήκες και θέατρο .

Με εκτενείς   αναφορές στη λειτουργία της Φιλικής Εταιρείας και την οργάνωση του Ιερού Λόχου, η σκηνή διαρθρώνεται με μια σειρά ερωτήσεων και απαντήσεων,   δομή δανεισμένη από τη διδακτική και τα ηθικοπλαστικά αναγνώσματα της εποχής

Η σκηνή κορυφώνεται με μια δραματική έκκληση της Ελλάδας στα παιδιά της να μην υποκύψουν στο δόλιο λόγο των κακόβουλων σοφιστών και να αποφύγουν τον εμφύλιο και τη διχόνοια. Η  μόνη αθάνατος δόξα είναι η αρετή. Η μεγίστη  δε αρετή η φιλοπατρία.

Στην Γ΄ και τελευταία σκηνή,  το θέατρον φωτίζεται και από τον ουρανό κατεβαίνει , ως άλλος από μηχανής θεός, ο Ερμής, , για να αναγγείλει την ανάσταση της Ελλάδας.

Η γλώσσα, του έργου  είναι εκφραστική και παραστατική και  δημιουργεί ένταση και κλιμάκωση.

Η εικόνα της πατρίδας ως γυναικείας μορφής που κινδυνεύει, ταλαιπωρείται και βασανίζεται είναι από τα πιο ισχυρά ψυχολογικά μέσα  της πατριωτικής δραματουργίας. Μια διάχυτη αίσθηση αρχαίας τραγωδίας που υπάρχει στο έργο οφείλεται στο απόσπασμα της Εκάβης, του Ευριπίδη, που προτάσσεται στην  έκδοσή του, το οποίο μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο συγγραφέας είδε την πατρίδα του ως κλαίουσα Εκάβη

Κατά την παράσταση ο ενθουσιασμός των θεατών ήταν αφάνταστος και οι εκδηλώσεις τους ήταν κυριολεκτικά παραληρηματικές. Ένας από αυτούς, έγραψε στον Λόγιο Ερμή, «Σε διαβεβαιώ ότι ούτε είδες ποτέ τόσον παθαινόμενον θέατρον. Τα όμματα όλων ήσαν πηγή αέναος δακρύων  φλογερών και τα στήθη κρατήρες στεναγμών»

Ο Λασσάνης, που ανήκε στη ριζοσπαστική ομάδα των Φιλικών, εκείνων δηλ. που ήθελαν  να αρχίσει αμέσως η Επανάσταση, κάνει ένα καθαρά  πολιτικό και πατριωτικό θέατρο. Μεταξιώνει την παράσταση σε επαναστατική πράξη, αγνοεί, σκοπίμως, τις δραματουργικές τεχνικές και τις θεατρικές συμβάσεις και ποντάρει στον κρυπτικό υπαινιγμό, στη συγκίνηση και στην έξαψη του συναισθήματος.   Ηθελημένα συμπλέκει την αρχαία με την νέα Ελλάδα και το θέατρο με την πραγματικότητα. Με το εμπρηστικό του περιεχόμενο, που μοιάζει περισσότερο με αγκιτ-προπ παρά με θεατρικό αισθητικό πρότυπο, ανατρέπει τη θεατρική μορφή και πυροδοτεί τον ενθουσιασμό, προβάλλοντας έτσι τη θέση του για άμεση έναρξη του αγώνα.

Εν  κατακλείδι, είναι λάθος να θεωρήσουμε την Ελλάδα ως άτεχνο θεατρικό έργο, επειδή ο σκοπός του ήταν άλλος και τον πέτυχε μέχρι κεραίας.   Ξεσήκωσε τον πατριωτικό ενθουσιασμό και τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων παραμένοντας μέχρι σήμερα ένα σπουδαίο ντοκουμέντο τόσο της προεπαναστατικής εποχής όσο και των διεργασιών για την έναρξη του Αγώνα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΣΣΑΝΗΣ (1793-1870)

Ο λόγιος, φιλικός, δάσκαλος, ιερολοχίτης, αγωνιστής του 21, γραμματέας και σύντροφος του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Αυστριακές φυλακές, ο Γεώργιος Λασσάνης ήταν Κοζανίτης. Πρώτα πήγε στη Βουδαπέστη για γίνει έμπορος αλλά, επηρεασμένος από το ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, εγκατέλειψε το εμπόριο και σπούδασε φιλολογία στη Λειψία . Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και έγινε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση και την οργάνωση του Ιερού Λόχου και έλαβε μέρος στη Επανάσταση στις ηγεμονίες. Το 1828 κατεβαίνει στην Ελλά και παίρνει μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα.

Στο ελεύθερο κράτος γίνεται υποστράτηγος και υπουργός. Πεθαίνοντας άφησε όλη την κινητή και ακίνητη περιούσια του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για τη δημιουργία ενός θεατρικού διαγωνισμού, του «Λασανείου Θεατρικού Διαγωνισμού» με σκοπό την ανάπτυξη της Ελληνικής Θεατρικής Τέχνης.

Marine de Soos (γκαλερί Envie d’ Art στο Παρίσι)

Αν και γεννήθηκε το 1967 και έζησε αργότερα στο Παρίσι, τα παιδικά χρόνια στην Αφρική είναι εμφανή στο έργο της. “Η δυνατή αναζήτηση του αδύνατου” και “η αναβολή του χρόνου”, από εκεί αντλεί την έμπνευσή της η  Marine de Soos. Τα αγαλματίδιά της γεννιούνται από πηγές γεωγραφίας και ιστορίας. Κάποιες φορές είναι εμπνευσμένα από τη σοφία των ανθρώπων στην Αφρική και την Ινδονησία, κάποιες άλλες από γυναικείες βασιλικές φιγούρες της ιστορίας, αλλά κάθε φορά αναδεικνύουν αληθινά συναισθήματα. Έτσι, οι θεατές βλέπουν όλη τη γαλήνη του Ινδονήσιου ψαρά, την ευγένεια του Μασάι βοσκού και την παιδικότητα εκείνου του άντρα από το Πράσινο Ακρωτήριο. Τα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης συμπληρώνονται από φιγούρες ζώων που ξεχωρίζουν με τον ιδιαίτερο συμβολισμό τους. Κάτι μακρινό, ονειρικό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό κρύβεται στα γλυπτά της Marine de Soos αποκρυσταλλώνοντας μια «ποιητική νοσταλγία», πολύτιμη ανάμεσα στον υλισμό του 21ου αιώνα…

Πότε θα ξαναδώ Γκαίτε άραγε;

από την Γιόχάνα Μπούρη

Μια μικρή ομάδα στη Γερμανία αποφάσισε να συνδυάσει μέσα του ψηφιακού θεάτρου με ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Γκαίτε. Οι συντελεστές θέτουν ένα ερωτηματικό  στο livestream ως θεατρικό μέσο, στοχεύοντας σε μια ψηφιακή ‘πραγμάτωση’ της ιστορίας, παρά στην ψηφιακή της αναμετάδοση. ‘

Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου’, είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα του Γκαίτε, και ίσως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά μυθιστορήματα της περιόδου Sturm und Drang στη Γερμανία. Στο έργο ο νεαρός Βέρθερος (Werter), ένας νέος και παθιασμένος καλλιτέχνης, γνωρίζει τον απαγορευμένο έρωτα – την Καρλόττα (Lotte). Ο έρωτάς του για αυτή θα τον ωθήσει σε μια πορεία θλίψης και πόνου, και τελικά στην αυτοκτονία. Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από μια σειρά επιστολών που στέλνει ο Βέρθερος στον φίλο του Βίλχελμ (Willi). Εδώ βασίζει και την πρωτοπορία της η παράσταση αυτή, όπου οι συντελεστές έχουν κατασκευάσει για τα πρόσωπα του έργου προφίλ στο instagram, και η ιστορία ξεδιπλώνεται παρακολουθώντας την ανταλλαγή μηνυμάτων του Βέρθερου με τον φίλο του.

Μόνο η σύλληψη της δημιουργίας ολοκληρωμένων  προφίλ για τον κάθε ήρωα, δίνει στους θεατές (;) μια αλύγιστη αίσθηση πραγματικότητας σε αυτήν την τραγική, αλλά διαχρονική ιστορία.

Η Dorothea Lange και η Depression era

Η Dorothea Lange ήταν ένας από τους πρωτοπόρους φωτογράφους ντοκιμαντερίστες και φωτορεπόρτερς του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1895, στο Hoboken του New Jersey και το πλήρες όνομα της ήταν Ντοροθέα Μαργκαρέτα Νούτσχορν. Ο πατέρας της, Heinrich Nutzhorn, ήταν δικηγόρος και η μητέρα της, η Johanna, ανέλαβε να μεγαλώσει αυτήν και τον αδερφό της. Στην ηλικία των 7 ετών, η Dorothea προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα , που άφησε το δεξί πόδι της ατροφικό. Αργότερα, ωστόσο, δήλωσε ότι είναι ευγνώμων για την πολιομυελίτιδα της. «Ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που μου συνέβη, και με διαμόρφωσε, με καθοδήγησε, με βοήθησε και με έκανε πιο ταπεινή», είπε. Λίγο πριν την εφηβέια της η Dorothea οι γονείς της χώρισαν. Θέλει να ισχυρίζεται ότι ενηλικιώθηκε για να κατηγορήσει τον πατέρα της για τον χωρισμό και για να ολοκληρώσει την εκδίκηση της άλλαξε το επώνυμό της και πήρε το όνομα της μητέρας της, Lange και μ΄αυτό έγινε διάσημη. Στις αρχές Μαρτίου του 1936, η Dorothea Lange πέρασε από μια πινακίδα με την ένδειξη “PEA-PICKERS CAMP” στο Nipomo της Καλιφόρνια. Εκείνη την εποχή, εργαζόταν ως φωτογράφος για το Resettlement Administration (RA), μια κυβερνητική υπηρεσία της εποχής του μεγάλου κραχ  που δημιουργήθηκε για να ευαισθητοποιήσει το κοινό και να παράσχει βοήθεια σε αγρότες που αγωνίζονται. Είκοσι μίλια μετά την ταμπέλα η Lange έστριψε το τιμόνι και γύρισε πίσω στο PEA-PICKERS CAMP, όπου συνάντησε μια μητέρα και τα παιδιά της. «Το πεινασμένο και απελπισμένο βλέμμα της μητέρας με τραβηξε όπως ένας μαγνήτης τραβάει μια καρφίτσα» «… ζούσαν μέσα σάπια λαχανικά από το γύρω χωράφι και πεθαμένα πουλιά». Η Lange πήρε επτά φωτογραφικές πόζες της γυναίκας, της 32χρονης Florence Owens Thompson, με διάφορους συνδυασμούς των επτά παιδιών της. Μία από αυτές τις πόζες ήταν έτσι τραβηγμένη που έμοιαζε  με τη Μαντόνα και έγινε ένα εικονίδιο, σήμα κατατεθέν του μεγαλου κραχ και μια από τις πιο διάσημες φωτογραφίες στην ιστορία. Αυτή η εικόνα εκτέθηκε για πρώτη φορά στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης το 1940, με τον τίτλο Pea Picker Family, California.

Tony Soulié και πάλι στην γκαλερί Envie d’art

Ερευνα Αθηνά Χατζηαθανασίου

O Tony Soulié  γεννήθηκε στο Παρίσι το 1955. Εικαστικός, περφόρμερ και φωτογράφος, θεωρείται από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της γενιάς του, με εκθέσεις του να παρουσιάζονται σε μουσεία και ιδρύματα στη Γαλλία, αλλά και διεθνώς, σε Ιαπωνία, Κορέα, σε Βόρεια και Νότια Αμερική.

Το έργο του θέτει ερωτήματα για την ίδια την ουσία της ζωγραφικής ως μορφή αναπαράστασης και για τη σχέση της εικόνας με το χώρο και το χρόνο.

Το 1987 ο Tony Soulié βραβεύτηκε με το βραβείο “Villa-Medicishorslesmurs»  από τη Γαλλική Ακαδημία στη Ρώμη κι έτσι, με τη φήμη του να εξαπλώνεται στην Ιταλία, άρχισε να δουλεύει εικαστικές εγκαταστάσεις και land-art στο ηφαίστειο του Βεζούβιου. Πίνακες από φωτογραφίες από χώρες της Αφρικής, γλυπτική με γυαλί Μουράνο, καμία μορφή τέχνης δεν είναι απροσπέλαστη για τον Tony Soulié.

Στην τελευταία του αυτή έκθεση πλησιάζει την ηρεμία των λουλουδιών και της φύσης.

Being There – Η πολιτική αξία της ηλιθιότητας – Hal Ashby

Στην προτελευταία και ίσως καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, ένας από τους σπουδαιότερους κωμικούς όλων των εποχών, ο Peter Sellers, υποδύεται στην ταινία του Hal Ashby έναν χαμηλής ευφυΐας κηπουρό μιας μεγαλοαστικής έπαυλης. Το αφεντικό πεθαίνει και ο κηπουρός αφήνει οικειοθελώς τον κήπο της Εδέμ για να βρεθεί στην κόλαση της πόλης. Μια κόλαση που όμως τον «περνάει» ακουσίως για τον πολυαναμενόμενο πολίτικό της μεσσία. Το «BeingThere» είναι μία από τις καλύτερες μαύρες κωμωδίες στην ιστορία του κινηματογράφου και ένα έργο τέχνης που μιλάει ανοιχτά για μία κοινωνία βασισμένη στην ηλιθιότητα ως μοναδικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φυλής.

Robert Frank

Ένα εμβληματικό πρόσωπο για τον κόσμο της φωτογραφίας του 20ου αιώνα.
Ένας φωτογράφος με αισθητική με γνώση, με ιδεολογία.
Ένας φωτογράφος σύμβολο.

Robert Frank (1924-2019) ο φωτογράφος των μεγάλων λεωφόρων, των αυτοκινήτων, των jukebox και των  ιδιαίτερων στιγμών του ανθρώπου. Μια ολόκληρη ζωή με το μάτι στον φωτογραφικό φακό. Ο hamlet διάλεξε τα στιγμιότυπα της αθωότητας. Τα παιδιά. Προσέξτε τα βλέμματα, την λαχτάρα και το πάθος τους. Το ίδιο πάθος που είχε και ο Robert Frank όταν πατούσε το κλείστρο της μηχανής του.

Scroll to top